Ἔχω τήν ἄποψη ὅτι ὁ Σταῦρος Ξαρχάκος ἔπρεπε νά εἶναι μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν.
Ὅπως ἔπρεπε νά ἔχουν γίνει μέλη ὁ Μᾶνος Χατζιδάκις, ὁ Μίκης Θεοδωράκης, ὁ Γιάννης Κωνσταντινίδης, λέω ἐγώ τώρα, μέ τήν εὐκαιρία τῆς βραβεύσεως τοῦ Σταύρου Ξαρχάκου ἀπό τήν Ἀκαδημία. Ἡ μουσική τοῦ «Ἄδωνι-μπρελόκ», ὅπως τόν βάφτισε ἡ Μελίνα, μπῆκε στό σπίτι μας πρῶτα ἀπό τόν πατέρα μου, πού ἐπαινοῦσε τόν συνθέτη, κυρίως γιά …πολιτικούς λόγους, ἀφοῦ ἡ δεξιά εἶχε υἱοθετήσει τόν Χατζιδάκι, ἡ ἀριστερά τόν Θεοδωράκη καί ἡ Ἕνωσις Κέντρου τόν Σταῦρο Ξαρχάκο, πιθανόν χωρίς νά τόν ρωτήσει…
Ἐκεῖ, ὅμως, πού τόν ἀγάπησα πραγματικά, ἦταν τό 1968, ὅταν ὁ μεγάλος μου ἀδελφός ἔφερε στό σπίτι τόν δίσκο «Χρώματα», πού εἶχε ἐκδώσει ἡ «Κολούμπια» τοῦ Τάκη Λαμπρόπουλου.
Ἄν καί τότε μέ ἐνέπνεαν μόνον οἱ «ροκᾶδες» καί ἡ κλασσική μουσική, ὅταν ἄκουσα τό πρῶτο κομμάτι τοῦ δίσκου, ἕνα ὀρχηστρικό, πού ἐπιχειροῦσε τό «πάντρεμα» τῆς μεγάλης ὀρχήστρας μέ τά μπουζούκια (καί τό ἔκανε μέ ἀπόλυτη ἐπιτυχία), εἶπα «ἐδῶ κάτι συμβαίνει». Ἔκτοτε, ἀκολούθησα τά βήματα τοῦ Ξαρχάκου, γιά τόν ὁποῖο ἔχω νά πῶ ὅτι μπορεῖ νά ἔχει γράψει λιγότερα ἀπό τούς ἄλλους «μεγάλους» τῆς νεότερης ἑλληνικῆς μουσικῆς, ἀλλά ὅ,τι ἔχει γράψει εἶναι «ἕνα κι ἕνα»!
Ἔχουμε περάσει, μέ τόν ἐξάδελφό μου, Μάκη Καλύβα, βραδιές πολλές, ἀκούγοντας τόν «Θρῆνο γιά τόν Ἰγνάθιο Σάντσες Μεχίας», ἀπό τό ἔργο τοῦ Λόρκα, σέ ἀπόδοση Νίκου Γκάτσου, μέ ἀφηγητή τόν Μᾶνο Κατράκη καί ἑρμηνεία ἀπό τόν Κώστα Πασχάλη. Ἦταν κάτι πού μέ ξάφνιασε καί μέ συνήρπασε συγχρόνως «πέντε ἡ ὥρα πού βραδυάζει». Μελετοῦσα πολύ Ξαρχάκο, ἀκούγοντάς τον, τόν ἔβλεπα σέ συναυλίες νά διονυσιάζεται καθώς διηύθυνε (ἀποροῦσα ποῦ βρίσκει τόσην ἐνέργεια) καί σέ ὅλες τίς παρέες, καθώς σχεδόν πάντα, ἄν ὑπῆρχε πιάνο ἤ κιθάρα, συνόδευα τούς φίλους καί τά κορίτσια σέ τραγούδια του.
Ἔπαιζα (καί παίζω ἀκόμη) μέ πάθος τήν εἰσαγωγή ἀπό τό «ἕνα μεσημέρι», τραγουδούσαμε μέ τόν Τζώρτζη Ἀθανασιάδη τό «Θά ’ρθει ἄσπρη μέρα καί γιά μᾶς» καί, ὅταν τέλειωναν τά νεανικά μας πάρτυ, ἀφοῦ εἶχαν προηγηθεῖ Μπήτλς, Ρόλλινγκ Στόουνς καί ἄλλοι, κλείναμε μέ τήν «Ἄπονη ζωή» καί τήν «Φτωχολογιά»…
Δῶστε λίγη προσοχή στά τραγούδια πού ἔγραψε γιά τόν Γιάννη Πάριο. Εἶναι κι αὐτά «ἕνα κι ἕνα». Ἁπλά, σωστά λαϊκά καί σημαντικά. Ἄς ποῦμε τό –ἁπλό– «Μάτια μπλέ», δέν μπορεῖ παρά νά σέ ἀγγίξει. Τά κομμάτια ἀπό τό «Ρεμπέτικο», ἕνας ὀργασμός ἐγχόρδων, ἔχουν ἤδη γίνει κλασσικά, ὁ δίσκος «Ἀμάν ἀμήν» εἶναι διαμάντι, τό «Νῦν καί ἀεί», πού ἀναδεικνύει τήν Βίκυ Μοσχολιοῦ σέ δραματική ἑρμηνεύτρια ὁλκῆς, «Τό μεγάλο μας τσίρκο», πού ἔκανε ἑκατομμύρια καρδιές νά χτυποῦν στόν παλμό πού ἔδωσε ἐκεῖνος, ἀλλά καί κάθε του δισκογραφική παρουσία, ἀποτελοῦν τροφή πολύτιμη γιά τόν ἀκροατή, ὅπως τροφή εἶναι γιά τόν θεατή κάθε του ἐμφάνιση στό «πόντιουμ», μέ τίς κινήσεις καί τόν οἶστρο του, πού στίς ἀρχές παρεξηγήθηκε ὡς «πολύ θεατρικός», ἀλλά τελικά ἀπετυπώθη στήν συνείδηση τοῦ θεατῆ, καθώς εἶναι ἡ εἰκόνα καί ἡ ψυχή τοῦ μαέστρου. Κι ὅποιος νομίζει ὅτι εἶναι εὔκολο νά διευθύνεις κλασσικά ὄργανα ἀγκαλιά μέ μπουζούκια, ἄς καθίσει νά διαβάσει. Ὑγεία, μακροημέρευση καί περαιτέρω δημιουργία, ἀγαπητέ δημιουργέ…

