ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ταξιδεύοντας ἀπό Κηφισιά πρός Ὁμόνοια

Θά εἶναι περίπου δώδεκα. Μπαίνω στόν «Ἠλεκτρικό» στήν Κηφισιά. Πίσω μου περνοῦν γρήγορα δύο κυρίες –καλοντυμένες– πού δέν «χτυποῦν» εἰσιτήριο.

Εἶναι κάτι πού μέ ἐκνευρίζει ἀφάνταστα. Ὅπως καί ὅταν μπαίνουν στό λεωφορεῖο ἤ τό τρόλλεϋ, δέν χτυποῦν τήν κάρτα τους στό μηχάνημα, στρογγυλοκάθονται –τζαμπατζῆδες– στήν θέση τους καί δέν ντρέπονται!

Στήν πρώτη στάση μπαίνει ἕνας περίεργος ρακένδυτος νέος, ὁ ὁποῖος μόλις τό τραῖνο ξεκινᾶ ἀρχίζει νά φωνάζει σπαρακτικά ἀλλά καί ἐκκωφαντικά συγχρόνως: «Πεινάω»! Σαστίζω. Δέν ἔχω ξανακούσει τέτοιο πρᾶγμα. Συνήθως οἱ ἐπαῖτες τοῦ συρμοῦ ἀπαγγέλλουν κάποιο κείμενο καί ἁπλώνουν τό χέρι. Ὁ συγκεκριμένος φωνάζει καί σέ κάνει νά νιώθεις περίεργα. Ἔχω βάλει τό χέρι στήν τσέπη καί τόν βλέπω νά σκύβει πάνω ἀπό τό κεφάλι μιᾶς ἡλικιωμένης κυρίας, πού δείχνει ἀφηρημένη. «Πεινάω, σοῦ εἶπα!» τῆς λέει, σχεδόν οὐρλιάζοντας! Ἡ γυναίκα ἀλαφιάζεται, τά μάτια της διαστέλλονται καί ἀρχίζει νά κλαίει! Ἀπό φόβο μᾶλλον, παρά ἀπό οἶκτο γιά τόν ἐπαίτη, πού τῆς ἔχει –κατά κάποιον τρόπο– ἐπιτεθεῖ! Κι ἐνῶ κανείς μας δέν ἔχει ἀκόμη καταλάβει τί ἔχει συμβεῖ καί πῶς πρέπει νά ἀντιδράσει, τό τραῖνο φθάνει στήν ἑπόμενη στάση καί ὁ νεαρός πετάγεται σάν αἴγαγρος ἔξω, μέ κινήσεις κάθε ἄλλο παρά πεινασμένου καί ἀδύναμου ἀνθρώπου! Τό τραῖνο φεύγει καί ἡ κυρία ἐξακολουθεῖ νά κλαίει, κατατρομαγμένη. «Ἠρεμῆστε, κυρία μου» τῆς λέει ὁ παρακαθήμενός της καί, πράγματι, ἠρεμεῖ…

Ἐν τῶ μεταξύ ἔχει μπεῖ μιά νέα γυναίκα, ντυμένη φτωχικά ἀλλά καθαρή. Στέκεται στό κέντρο τοῦ βαγονιοῦ καί μᾶς πληροφορεῖ, μέ καθαρή καί σταθερή φωνή, ὅτι ὀνομάζεται «τάδε», εἶναι χήρα, δέν παίρνει σύνταξη, ὅτι ὁ ἄνδρας της δέν εἶχε ἀρκετά συντάξιμα χρόνια, διαμένει στόν Κορυδαλλό, ὁδός Ψαρρῶν, σέ σπίτι μέ ἐνοίκιο, καί πρέπει νά πληρώσει στόν σπιτονοικοκύρη ἕξι ἐνοίκια, ἀλλιῶς θά τήν πετάξει στόν δρόμο. Μᾶς δείχνει καί μιά φωτογραφία ἑνός παιδιοῦ καί μᾶς λέει ὅτι εἶναι ὁ γιός της, ἐννέα ἐτῶν, πού πηγαίνει σχολεῖο καί κινδυνεύει νά μείνει ἄστεγος. Δέν ἐπαιτεῖ, πουλάει χαρτομάντηλα. Ἀγοράζω ἕνα πακέτο καί δίνω ἕνα εὐρώ. Μοῦ δίνει πενῆντα λεπτά ρέστα, τῆς λέω νά τά κρατήσει. «Ὁ Θεός νά σᾶς ἔχει καλά» μοῦ λέει καί θυμᾶμαι τή μάνα μου: «Δίνε ὅταν ἔχεις, ποτέ δέν πᾶνε χαμένα»…

Στήν ἑπόμενη στάση μπαίνει ἕνας ἄνδρας, πού ἔχει χάσει τό δεξί του χέρι. Μᾶς πληροφορεῖ ὅτι εἶναι ἀνάπηρος, δέν ἔχει ἐργασία καί πουλάει στυλογράφους καί ἀναπτῆρες. Ἄν καί δέν καπνίζω (ἔχω ἕνα ρημάδι ἠλεκτρονικό, πού τό ξεχνῶ σχεδόν πάντα στό σπίτι κι ἔτσι ἔχω κόψει τό κάπνισμα), ἀγοράζω ἕναν ἀναπτῆρα, ἔναντι ἑνός εὐρώ καί θυμᾶμαι ὅτι, πρίν ἀπό τήν ἔνταξη στήν ΟΝΕ, οἱ ἀναπτῆρες αὐτοί ἐπωλοῦντο πρός πενῆντα δραχμές…

Ἔχουμε φθάσει στήν Βικτώρια. Μπαίνει ἕνας ἄνδρας, ἀκαθορίστου ἡλικίας, ἀδύνατος, ἕτοιμος νά καταρρεύσει. Πρέπει νά εἶναι ἀπό τά θύματα τῶν ναρκωτικῶν, πού παρεπιδημοῦν στό Πεδίον Ἄρεως. Σηκώνομαι καί τοῦ δίνω τή θέση μου. Σωριάζεται καί βυθίζεται ἀμέσως. Κατεβαίνω στήν Ὁμόνοια. Τί περίεργο ταξίδι, ἀλήθεια…

Απόψεις

Παραδοχή Γεραπετρίτη στήν Βουλή: «Δέν τρέφω αὐταπάτες γιά τό casus belli»

Εφημερίς Εστία
«Δύσκολη ἡ ἄρση του» – «Μπορεῖ ὅμως ἡ Τουρκία νά κάνει κινήσεις γιά τά ὑποκείμενά του καί νά μπορέσουμε νά κηρύξουμε ΑΟΖ στό μέλλον» – Αἰχμές πρός Μαξίμου καί Δένδια: «Τό τουρκολιβυκό ἔγινε ἐπί τῆς σημερινῆς πρωθυπουργίας ἀλλά ὄχι ἐπί τῆς δικῆς μου θητείας» – Καμμία ἀπάντησις σέ ἐρωτήσεις γιά συνεκμετάλλευση, ἀκύρωση Navtex, κύρωση 7 Μνημονίων μέ Ἄγκυρα ἀπό τήν Βουλή

Οἱ Ἕλληνες εἴμαστε συνάθροιση δισεκατομμυρίων ἐτῶν μνήμης

Εφημερίς Εστία
«Τό ὅμαιμον, τό ὁμόθρησκον καί τό ὁμόγλωσσον καί τό ὁμοηθές»

Σαμαρᾶς: Κίνδυνος παγιώσεως τετελεσμένων εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
ΜΕ ΑΙΧΜΕΣ κατά τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη κυρίως σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν ἐξωτερική πολιτική καί εἰδικά σέ σχέση μέ τήν Τουρκία, ἐπραγματοποιήθη ἡ συνάντησις τοῦ Ἀντώνη Σαμαρᾶ μέ τόν Κωνσταντῖνο Τασούλα, στό Προεδρικό Μέγαρο.

Ἔλεος, πιά, μέ τόν αἰώνιο διχασμό

Δημήτρης Καπράνος
Τό μικρόβιο τοῦ διχασμοῦ εἶναι συστατικό τοῦ αἵματος τῶν Ἑλλήνων!

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ «Η ΒΑΡΩΝΗ ΠΛΕΝΕΙ ΠΙΑΤΑ…»