Ἔχει πολλά καλά ἡ Ὀρθοδοξία
Ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ ἰδιαίτερη σημασία τήν ὁποία ἀποδίδει στίς ἡμερομηνίες κατά τίς ὁποῖες τιμᾶται ἡ μνήμη ἁγίων, ὁσίων, μαρτύρων καί ἱερομαρτύρων, ἀλλά καί σημαντικῶν γεγονότων στήν διαδρομή τῆς δικῆς μας πίστεως.
Καί, φυσικά, ὅπως ἔλεγε ἡ Ἑλένη Βλάχου, ὀφείλουμε στήν Ὀρθοδοξία τό ὅτι ἐμεῖς, οἱ Ἑλληνορθόδοξοι, τιμοῦμε πολύ περισσότερο τήν ὀνομαστική μας ἑορτή παρά τά γενέθλια, δηλαδή τήν πιστοποίηση τῆς ἡλικίας μας, τά ὁποῖα τιμοῦν ἰδιαιτέρως οἱ «Δυτικοί»…
Ἔτσι, χθές, «τοῦ Σωτῆρος», τηλεφώνησα στούς Σωτήρηδες καί στήν μιά Σωτηρία, φίλη μου, γιά τά «χρόνια πολλά» καί πῆγα στήν Ἁγία Σωτῆρα, στήν παλαιά Κοκκινιά, γιά νά ἀνάψω ἕνα κερί στήν μνήμη τοῦ καλοῦ φίλου μου Σωτήρη Παπαπολίτη, πού ἦταν ὁ πρῶτος στόν ὁποῖο τηλεφωνοῦσα κάθε χρόνο, στίς 6 Αὐγούστου, ἀπ’ ὅπου καί ἄν βρισκόμουν, γιά τά «χρόνια πολλά» καί τό «πάντα ὄρθιοι», πού συνηθίζαμε νά λέμε…
Ἡ Ἁγία Σωτῆρα ἦταν ἡ ἐκκλησία πού διέθετε μεγάλο ἐλεύθερο χῶρο (τότε οἱ ναοί εἶχαν σχεδόν ὅλοι τήν δική τους «πλατεῖα») καί τό τριήμερο, ἀπό 4-6 Αὐγούστου, γινόταν ἐκεῖ μεγάλη «ἐμποροπανήγυρις».
Ἐκτός τοῦ ὅτι στήνονταν στούς γύρω δρόμους οἱ δεκάδες «πάγκοι» μέ ὅ,τι μπορεῖ κανείς νά φαντασθεῖ (οἱ πλανόδιοι μικροπωλητές ἀφθονοῦσαν τότε στίς μεγάλες πόλεις) , ἐπί τῆς πλατείας στήνονταν οἱ περίφημες «κούνιες».
Δηλαδή ἕνα ὑποτυπῶδες «καρουζέλ», μέ κανα-δυό ἀλογάκια, κάτι αὐτοκινητάκια καί ἀεροπλανάκια. Ἀλλά –κι αὐτό ἦταν τό μεγάλο «σουξέ»– τό ἐνδιαφέρον μας προσήλκυαν «οἱ βάρκες». Ἦταν ἐκεῖνες οἱ περίεργες «κούνιες», πού ἔμπαιναν μέσα δυό ἄτομα καί τραβοῦσαν ὁ καθένας το δικό του σχοινί. Ἡ «βάρκα» ἄρχιζε νά πηγαίνει πέρα-δῶθε καί ὅσο πιό δυνατά τραβοῦσες τό σχοινί, τόσο πιό ψηλά ἀνέβαινε, φθάνοντας μέχρι τοῦ σημείου νά ἀνεβαίνει στό ἴδιο ὕψος μέ τήν σιδηροδοκό στήν ὁποία κρεμόταν ὅλος «ὁ στόλος»… Θυμᾶμαι ὅτι στίς «βάρκες» ἡ εἴσοδος κόστιζε μιά δραχμή, ἐνῷ στά «καρουζέλ» πενῆντα λεπτά!
Θά ἀκουστεῖ περίεργο, ἀλλά μέχρι πού γίναμε φοιτητές (τότε τό λέγαμε «ἀκαδημαϊκοί πολῖτες») πηγαίναμε κάθε τόσο σέ κάποιο «πανηγύρι» καί ἀνεβαίναμε στίς «βάρκες». Κάποιες φορές, μάλιστα, γινόμασταν «θέαμα», καθώς φωνάζαμε καί γελούσαμε, δείχοντας πόσο μᾶς ἄρεσε ἐκείνη ἡ ἐπιστροφή στά παιδικά χρόνια.
Ἀφήνω δέ πού στά «πανηγύρια» γινόταν καί τό χαρακτηριστικό «νυφοπάζαρο» καί μποροῦσες νά συναντήσεις κορίτσια καί νά μιλήσεις μαζί τους.
Τά «πανηγύρια» ἦταν καί καταφύγιο πολλῶν ἐρωτευμένων νέων, πού δέν μποροῦσαν –τότε– νά «βγοῦν ραντεβοῦ» μέ τήν καλή τους –μήπως καί τούς πάρει εἴδηση ὁ πατέρας της– καί εὕρισκαν τά πανηγύρια καί τήν πολυκοσμία ὡς τό ἰδανικό περιβάλλον γιά νά συναντηθοῦν μέ τό κορίτσι πού τούς «εἶχε κάψει τήν καρδιά»…
Ἐκεῖ, λοιπόν, στήν Ἁγία Σωτῆρα, στήν παλαιά Κοκκινιά, εἶχε καί τό περίπτερο ἡ οἰκογένεια τοῦ φίλου μας Βαγγέλη, ὁ ὁποῖος –κάποιες φορές– «ἔκανε βάρδια» στήν οἰκογενειακή ἐπιχείρηση. Στό πανηγύρι, λοιπόν, μέ τόν Βαγγέλη στό περίπτερο, μπορούσαμε νά ἀγοράσουμε «κάβα» τσιγάρα χωρίς νά μᾶς «καρφώσει» κανείς, ἀλλά καί νά διαβάζουμε –χωρίς νά τίς ἀγοράσουμε– τίς ἐφημερίδες!
Αὐτά θυμόμουν χθές, ὁδηγῶντας πρός τήν Ἁγία Σωτῆρα, ὅπου δέν εὕρισκα θέση νά παρκάρω! Ἐκεῖ ὅπου τά αὐτοκίνητα ἦταν –τότε– μετρημένα καί «δεύτερο χέρι»…

