ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Τό διεθνές περιβάλλον τοῦ 2030: Ἡ Ἑλλάδα ἀπέναντι στήν νέα γεωοικονομική πραγματικότητα

Σημαία

Ἡ γεωγραφική θέση τῆς χώρας, στό σταυροδρόμι τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, τῶν Βαλκανίων καί τῆς Εὐρώπης, τῆς ἐπιτρέπει νά ἐξελιχθεῖ σέ κόμβο ἐνέργειας, δεδομένων, τεχνολογίας καί ἀσφάλειας

Ὁ κόσμος εἰσέρχεται σέ μιά νέα ἱστορική περίοδο, ὅπου ἡ οἰκονομία, ἡ τεχνολογία καί ἡ γεωπολιτική δέν ἀποτελοῦν πλέον ἀνεξάρτητα πεδία, ἀλλά ἀλληλοσυνδέονται στενά.

Ἡ με ταψυχροπολεμική ἐποχή, ἡ ὁποία βασίστηκε στήν ἐλεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, ἀγαθῶν καί τεχνολογίας, ἀντικαθίσταται σταδιακά ἀπό μιά νέα γεωοικονομική πραγματικότητα, ὅπου ἡ οἰκονομική ἰσχύς, οἱ ἁλυσίδες ἐφοδιασμοῦ, ἡ ἐνέργεια, ἡ Τεχνητή Νοημοσύνη καί οἱ κρίσιμες τεχνολογίες μετατρέπονται σέ βασικά ἐργαλεῖα ἐθνικῆς
ἰσχύος.

τοῦ ΓΙῶΡΓΟΥ ΑΤΣΑΛΑΚΗ*

Ἡ ὁμιλία, στίς 6/8/26, στό Ἰνστιτοῦτο Δημοκρατίας «Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς» ἀναδεικνύει ἀκριβῶς αὐτή τήν μετάβαση καί ἐπιχειρεῖ νά περιγράψει τίς προκλήσεις, ἀλλά καί τίς εὐκαιρίες πού θά ἀντιμετωπίσει ἡ Ἑλλάδα μέχρι τό 2030.

Ἡ ἀφετηρία τῆς ἀνάλυσης εἶναι ὅτι ἡ κατανόηση τοῦ διεθνοῦς περιβάλλοντος δέν μπορεῖ νά βασίζεται σέ ἰδεολογικές προσεγγίσεις ἤ πολιτικές ἐπιθυμίες, ἀλλά στήν ἐπιστημονική ἀνάλυση τῶν πραγματικῶν δεδομένων. Μόνο μέσα ἀπό τήν ἀντικειμενική μελέτη τῶν ἐξελίξεων μποροῦν νά διαμορφωθοῦν ἀποτελεσματικές στρατηγικές πού θά ἐπιτρέψουν στά κράτη νά ἀξιοποιήσουν τίς εὐκαιρίες καί νά ἀντιμετωπίσουν ἐγκαίρως τίς ἀπειλές.

Μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οἰκοδομήθηκε ἕνα διεθνές σύστημα βασισμένο σέ κανόνες, θεσμούς καί συνεργασία, μέ θεμελιώδη ἀρχή τόν σεβασμό τῆς κυριαρχίας κάθε κράτους. Σήμερα ὅμως αὐτή ἡ διεθνής τάξη ἀμφισβητεῖται ὁλοένα καί περισσότερο ἀπό ἀναθεωρητικές δυνάμεις πού ἐπιδιώκουν νά ἀντικαταστήσουν τό σύστημα τῶν κανόνων μέ ἕνα σύστημα σφαιρῶν ἐπιρροῆς.

Ἡ σύγκρουση αὐτή δέν εἶναι ἁπλῶς γεωπολιτική. Πρόκειται γιά μιά βαθύτερη ἀντιπαράθεση δύο διαφορετικῶν ἀντιλήψεων σχετικά μέ τόν τρόπο ὀργάνωσης τῆς διεθνοῦς οἰκονομίας καί τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς. Ἀπό τή μία πλευρά βρίσκονται οἱ δημοκρατικές, κυρίως θαλάσσιες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες στηρίζουν τήν ἀνάπτυξή του στήν ἐλεύθερη ναυσιπλοΐα, στό διεθνές ἐμπόριο καί στούς πολυμερεῖς θεσμούς συνεργασίας, ὅπως ὁ ΟΗΕ, ὁ Παγκόσμιος Ὀργανισμός Ἐμπορίου, ἡ Παγκόσμια Τράπεζα καί τό Διεθνές Νομισματικό Ταμεῖο.

Οἱ χῶρες αὐτές ἀντιμετωπίζουν τίς διεθνεῖς ἀγορές ὡς χῶρο συνεργασίας καί ἀμοιβαίου ὀφέλους. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά βρίσκονται ἀναθεωρητικές δυνάμεις, ὅπως ἡ Ρωσσία, ἡ Κίνα, τό Ἰράν καί ἡ Τουρκία, οἱ ὁποῖες διατηροῦν αὐτοκρατορικές φιλοδοξίες, ἐπιδιώκουν ἀποκλειστικές ζῶνες ἐπιρροῆς καί χρησιμοποιοῦν τή στρατιωτική καί οἰκονομική τους ἰσχύ ὡς μέσο γεωπολιτικοῦ ἐκβιασμοῦ.

Ἡ ἀντιπαράθεση αὐτή δημιουργεῖ δύο σοβαρά προβλήματα γιά τήν παγκόσμια οἰκονομία. Τό πρῶτο ἀφορᾶ στή διατάραξη τῆς παραγωγῆς καί τῆς διακίνησης ἀγαθῶν. Ἡ χρήση τῆς ἐνέργειας, τῶν πρώτων ὑλῶν, τῶν θαλάσσιων μεταφορῶν καί τῶν ἁλυσίδων ἐφοδιασμοῦ ὡς ἐργαλείων γεωπολιτικῆς πίεσης ὁδηγεῖ σέ πληθωρισμό, ἐνεργειακή ἀνασφάλεια, μείωση τῆς ἀγοραστικῆς δύναμης καί, τελικά, σέ κοινωνική καί πολιτική ἀστάθεια.

Τό δεύτερο πρόβλημα ἀφορᾶ στόν ἀθέμιτο ἀνταγωνισμό στό διεθνές ἐμπόριο, ὅπου ὁρισμένες χῶρες συσσωρεύουν τεράστια ἐμπορικά πλεονάσματα μέσῳ κρατικῶν παρεμβάσεων καί τεχνητῆς ὑποτίμησης τῶν νομισμάτων τους, ὁδηγῶντας ἄλλες οἰκονομίες σέ διαρκῆ ἐλλείμματα, ὑπερχρέωση καί ἀποβιομηχάνιση.

Ἡ ἀνάλυση ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στήν Κίνα. Ἡ διατήρηση τεχνητά ὑποτιμημένου γουάν, σέ συνδυασμό μέ ἐκτεταμένες κρατικές ἐπιδοτήσεις, ἐπιτρέπει στίς κινεζικές ἐπιχειρήσεις νά κυριαρχοῦν στίς διεθνεῖς ἀγορές μέ ἐξαιρετικά χαμηλές τιμές, δημιουργῶντας ἐμπορικά πλεονάσματα πού προσεγγίζουν τά 1,2 τρισεκατομμύρια δολλάρια ἐτησίως.

Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι οἱ ἐμπορικοί ἑταῖροι τῆς Κίνας ἀναγκάζονται νά χρηματοδοτοῦν τά ἀντίστοιχα ἐλλείμματά τους μέσῳ δανεισμοῦ, γεγονός πού ἐπιβαρύνει τή δημοσιονομική τους σταθερότητα καί περιορίζει τή βιομηχανική τους βάση. Τό πρόβλημα δέν εἶναι καινούργιο, ἀλλά θυμίζει τήν κατάσταση τῆς Ἰαπωνίας τή δεκαετία τοῦ 1980, ἡ ὁποία τελικά ἀντιμετωπίστηκε μέ τήν Συμφωνία τῆς Plaza τό 1985.

Παράλληλα, ἀναδεικνύεται ἡ Τεχνητή Νοημοσύνη ὡς ὁ δεύτερος μεγάλος μετασχηματιστικός παράγοντας τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ Τεχνητή Νοημοσύνη δέν παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς μέσο μείωσης τοῦ κόστους ἤ αὔξησης τῆς παραγωγικότητας, ἀλλά ὡς τεχνολογία πού ἐπιτρέπει τήν ὑλοποίηση ἰδεῶν οἱ ὁποῖες μέχρι σήμερα παρέμεναν ἀνεφάρμοστες λόγῳ περιορισμῶν σέ χρόνο, ἀνθρώπινους πόρους καί ὑπολογιστική ἰσχύ.

Ἡ αὐτοματοποίηση μεγάλου μέρους τῶν καθημερινῶν ἐργασιῶν ἐπιτρέ πει στούς ἀνθρώπους νά ἀφιερώσουν περισσότερο χρόνο στήν κριτική σκέψη, στή δημιουργία νέων ἰδεῶν καί στή λήψη ἀποφάσεων.

Ἰδιαίτερη ἔμφαση δίνεται ἐπίσης στή νέα γεωοικονομία, ὅπου ἡ οἰκονομική ἰσχύς συνδέεται ἄμεσα μέ τήν τεχνολογική καί βιομηχανική ἱκανότητα. Οἱ ἐνεργειακές ὑποδομές, οἱ μικροεπεξεργαστές, οἱ σπάνιες γαῖες, οἱ ἁλυσίδες ἐφοδιασμοῦ, τά δεδομένα καί ἡ Τεχνητή Νοημοσύνη ἀποτελοῦν πλέον κρίσιμα στοιχεῖα ἐθνικῆς ἀσφάλειας.

Ἡ ὁμιλία ὑπογραμμίζει ὅτι οἱ μικροεπεξεργαστές ἔχουν μετατραπεῖ στό «νευρικό σύστημα» τῆς σύγχρονης οἰκονομίας, καθώς κάθε σύγχρονο ὁπλικό σύστημα, κάθε βιομηχανική ἐγκατάσταση καί κάθε ψηφιακή ὑπηρεσία ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτούς. Ἡ ἰδιαίτερα ὑψηλή συγκέντρωση τῆς παραγωγῆς προηγμένων μικροτσίπ στήν Ταϊβάν δημιουργεῖ ἕναν νέο στατηγικό κίνδυνο, καθώς μιά ἐνδεχόμενη κρίση στήν περιοχή θά μποροῦσε νά προκαλέσει παγκόσμια οἰκονομική ἀναταραχή.

* Οἰκονομολόγος, ἀναπληρωτής καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Ἐργαστήριο  Ἐπιστημονικῶν Δεδομένων

Advertisement 1














Advertisement 4

Κεντρικό θέμα