Μέ ἀφορμή τήν νέα ἔκθεση ἔργων του στήν Πινακοθήκη Εὐάγγελου Ἀβέρωφ, ὁ καταξιωμένος ζωγράφος ξετυλίγει τό νῆμα τῆς ζωῆς του ἀπό τόν Κοσμᾶ Κυνουρίας ἕως τό Μέτσοβο. Ὁ λόγος γιά τόπους πού ἔχουν συνδεθεῖ μέ τήν ἱστορική μνήμη, ἡ ὁποία λειτουργεῖ καταλυτικά σέ ὅσους ζοῦν μετ’ ἐπιτάσεως.
Γέννημα-θρέμμα ἑνός μαρτυρικοῦ τόπου, ὅπως ὁ Κοσμᾶς Κυνουρίας, πού βίωσε τό Ὁλοκαύτωμα τῶν γερμανικῶν στρατευμάτων τό 1944, ὁ Γιῶργος Ρόρρης μετουσίωσε ἀπό παιδί τό τραῦμα τῆς συλλογικῆς μνήμης ἑνός ρημαγμένου τόπου σέ ἀγάπη γιά τά ἀρχαῖα ἐρείπια.
- Συνέντευξις στήν Κατερίνα Λυμπεροπούλου
Σέ αὐτό τό «ὑπέδαφος» πάτησε ὁ μεγάλος του δάσκαλος στήν Ἀνωτάτη Σχολή Καλῶν Τεχνῶν, Παναγιώτης Τέτσης, γιά νά τοῦ μεταγγίσει ἐνθουσιασμό γιά τήν ζωγραφική. Κι ἦταν τό διονυσιακό πνεῦμα τοῦ δασκάλου του πού συναντήθηκε μέ τό ἀπολλώνειο τῶν σπουδῶν του στήν École nationale supérieure des Beaux-Arts στό Παρίσι, ὅπου κυριαρχοῦσαν ἡ ὀργάνωση καί ἡ πειθαρχία. Κι ἴσως νά εἶναι αὐτή ἡ ἐσωτερική ἰσορροπία πού παρακινεῖ τόν τιμημένο, μεταξύ ἄλλων, ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (2001) εἰκαστικό δημιουργό νά ἀναζητεῖ τήν ἀλήθεια τῶν ὅσων στέκονται ἀπέναντι ἀπό τό καβαλέττο του.
Ποιά ἡ ἰσχυρότερη μνήμη ἀπό τά παιδικά σας χρόνια στόν Κοσμᾶ Κυνουρίας;
Ὁ Κοσμᾶς Κυνουρίας, ἕνα ὀρεινό χωριουδάκι, γνωστό γιά τό Ὁλοκαύτωμα ἀπό τά γερμανικά στρατεύματα κατοχῆς καί τά Τάγματα Ἀσφαλείας, πού ἔλαβε χώρα στίς 29 καί 30 Ἰανουαρίου 1944. Ἡ ἰσχυρότερη ἀνάμνησή μου ἦταν τό τί εἶχε μείνει ἀπό τήν ὁλοσχερῆ πυρπόληση τοῦ χωριοῦ ἀπό τούς Γερμανούς. Ὅταν γεννήθηκα, εἴκοσι καί πλέον χρόνια μετά τό τραγικό γεγονός, κι ἔφτασα σέ ἡλικία νά παίζω καί νά ἔχω ἀναμνήσεις, τό χωριό μου ἦταν παράδεισος μέσα ἀπό τά παιδικά μου μάτια. Τά μισά σπίτια κατοικοῦνταν καί τά ἄλλα μισά τά εἶχε καταλάβει ἡ φύση. Ἀλλά εἶχε μείνει ὁ σκελετός τους. Καί τά σπίτια φαίνονταν ὡραῖα. Παλιά, πέτρινα, χτισμένα ἀρχές τοῦ αἰώνα. Εἶχαν καμάρες, εἶχαν ὑπόγεια, ὅπου παίζαμε ἐμεῖς τά παιδιά, μέ τήν ἔννοια τοῦ «ἀποκρύπτειν καί τοῦ ἀποκαλύπτειν», κάτι πού ἔρχεται στήν ζωγραφική ἀργότερα. Τό χωριό μου ἦταν ἕνα χωριό πού θά τό ὀνόμαζα non finito (σ.σ.: ἰταλικά γιά «τό ἡμιτελές»), ἡ καλλιτεχνική ἔννοια μέ τήν ὁποία ὁ Λεονάρντο ντά Βίντσι περιγράφει πολλά ἔργα του πού ἔμειναν συνειδητά ἤ πρακτικά ἀνολοκλήρωτα. Ἀνέπτυξα λοιπόν ἕνα εἶδος πολύ μεγάλης ἐξοικείωσης μέ τά ἀρχαῖα ἐρείπια.
Πότε ξεκίνησε ἡ ἐνασχόλησή σας μέ τήν ζωγραφική;
Ἕξι χρονῶν ἔκανα τό πρῶτο μου σκίτσο, ἕνα χελιδόνι πού πάει στήν χελιδονοφωλιά του. Ἦταν ἀντιγραφή ἀπό τό ἀλφαβητάριο τῆς Α΄ Δημοτικοῦ, πού εἶχε σχεδιάσει ὁ Κώστας Γραμματόπουλος μέ τήν περίφημη οἰκογένεια, τόν Μίμη, τήν Λόλα καί τά ὑπόλοιπα παιδιά. Μοῦ τό σχεδίαζε ἡ μάνα μου στό τετράδιο τῆς ἀντιγραφῆς. Πρός τό τέλος τῆς Α΄ Δημοτικοῦ, ἡ μητέρα μου χρειάστηκε νά ἔρθει στήν Ἀθήνα νά ἐπισκεφτεῖ ἕναν γιατρό. Καί ἔμεινα μόνος. Δέν εἶχα κάποιον νά μοῦ τό σχεδιάσει. Ὁπότε, πῆρα τό μολύβι καί τό ἔκανα ἐγώ.
Σπουδάσατε στήν ΑΣΚΤ μέ μεγάλους δασκάλους. Πῶς πρωτοήρθατε σέ ἐπαφή μέ τό ἔργο τοῦ Παναγιώτη Τέτση;
Ἡ πρώτη ἐπαφή πού εἶχα μέ τό ἔργο τοῦ Τέτση ἦταν ἔμμεση. Εἶδα γιά πρώτη φορά ἔργα του, ὅταν ἤμουν μαθητής, σέ ἕνα μαθητικό περιοδικό, πού, ἄν θυμᾶμαι καλά, λεγόταν «Τό ρόδι». Οἱ νεκρές του φύσεις ἦταν λίγο ἀφηρημένες, δέν ἦταν σάν ἔργα τοῦ Γύζη ἤ τοῦ Λύτρα, πού ἀγαποῦσα, ἀλλά ταυτόχρονα εἶχα καί μιά ἐξοικείωση, γιατί ἀπό 16 χρονῶν ἀγόρασα τήν «Ἱστορία τῆς Μοντέρνας Ζωγραφικῆς» σέ ἕνα βιβλιοπωλεῖο στήν Σπάρτη καί τήν εἶχα διαβάσει ἀποκτῶντας ἐξοικείωση καί μέ τήν ἀφηρημένη ζωγραφική καί μέ τόν σουρρεαλισμό. Δέν προσπέρασα αὐτές τίς εἰκόνες, λοιπόν, κι ὅταν βρέθηκα στήν Ἀνωτάτη Σχολή Καλῶν Τεχνῶν, ἐπέλεξα τό μάθημά του, παρ’ ὅτι κυκλοφοροῦσε μία φήμη μεταξύ τῶν νεαρῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι κοιτάζαμε καί λίγο νά καλοπεράσουμε, πού ἀντικατοπτριζόταν στό: «Ποῦ θά πᾶς; Θά πᾶς στόν Τέτση; Ἐκεῖ εἶναι Σιβηρία». Ἀλλά, τελικά, αὐτό ἦταν τό εὐτυχές ἐπακόλουθο τῆς ἐπιλογῆς. Ὁ Τέτσης ἦταν αὐστηρός, γιατί ἤθελε νά εἶναι ἀληθινός δάσκαλος, νά ἀνταποκριθεῖ στό καθῆκον του, σ’ αὐτό πού τοῦ εἶχε ὁρίσει ἡ πολιτεία: νά διδάξει τήν τέχνη. Καί, ταυτόχρονα, ἔφερε καί μία ἰσχυρή προσωπικότητα, ὅπως ὁ Μόραλης, πού, ἄν δέν εἶχε πάρει σύνταξη, ἐνδεχομένως νά εἶχα ἐπιλέξει τό μάθημά του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ Τέτσης εἶναι ὁ δάσκαλός μου, μέ τήν ἔννοια ὅτι μοῦ μετάγγισε ἐνθουσιασμό γιά τήν ζωγραφική καί μέ ἐνέπνευσε νά ξυπνάω τό πρωί, γιά νά πάω νά σπουδάσω, νά πάω στό ἀτελιέ νά ζωγραφίσω, ὡς κάτι πάρα πολύ ὡραῖο, πού τό περίμενα νά συμβεῖ.
Μέ δυό λόγια, ποιό εἶναι τό μεγαλύτερο δίδαγμα πού πήρατε ἀπό τόν Παναγιώτη Τέτση;
Θά ἀπαντήσω μέ ἕναν στίχο τοῦ Σολωμοῦ: «Δέν τό ’λπιζα νά ’ναι ἡ ζωή μέγα καλό καί πρῶτο». Δηλαδή, μοῦ ἄνοιξε, μοῦ διεύρυνε τά ὅρια τῆς ζωῆς.
«Συναντιέστε» στήν Πινακοθήκη Ε. Ἀβέρωφ στό Μέτσοβο. Τί συνδέει τά 82 ἔργα καί τῶν δυό σας, πού φιλοξενοῦνται στήν ἔκθεση «Ἀπό Φῶς κι ἀπό Χῶμα», σέ ἐπιμέλεια τῆς ἱστορικοῦ τέχνης, διευθύντριας Συλλογῶν, Μουσειολογικοῦ καί Καλλιτεχνικοῦ Προγραμματισμοῦ, τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης ‒ Μουσείου Ἀλέξανδρου Σούτσου, Ἔφης Ἀγαθονίκου;
Ὅπως ἀναφέρατε, ὑπάρχει ἡ συμβολή καί ἡ… συνενοχή τῆς Ἔφης Ἀγαθονίκου, ἡ ὁποία δέχτηκε ‒κατά εὐτυχῆ συγκυρία‒ νά ἐπιμεληθεῖ τήν ἔκθεση καί πιστεύω ὅτι προσπάθησε νά βρεῖ ἐκλεκτικές συγγένειες μεταξύ μας περισσότερο ὅσον ἀφορᾶ τήν κατασκευή καί τήν δομή τῆς εἰκόνας. Ὁ Τέτσης μᾶς προφύλαξε ἀπό τό νά θεωροῦμε ζωγραφική τόν φθηνό φωτογραφικό ρεαλισμό. Ὁ ἴδιος σπούδασε στό Παρίσι τήν ἐποχή ὅπου ἡ ἀφηρημένη Σχολή τοῦ Παρισιοῦ ἦταν παντοκρατορία. Ἀναφέρομαι στήν δεκαετία τοῦ 1950, μιά ὡραία κι ἐλπιδοφόρα περίοδο γιά τήν Εὐρώπη μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αὐτή ἡ ἀτμόσφαιρα τόν προσδιόρισε. Τί ἦταν κυρίαρχο στήν περίπτωσή του: νά πάρεις τήν ζωή καί νά τήν ἑρμηνεύσεις, νά τῆς δώσεις τό δικό σου νόημα, νά πάρεις τό πραγματικό καί νά τό κάνεις ἑκατό φορές πιό πραγματικό.
Θά χαρακτηρίζατε τήν Πινακοθήκη Ἀβέρωφ ὡς ἕνα μουσεῖο νεοελληνικῆς τέχνης;
Εἶναι μιά ἐξαιρετική Πινακοθήκη. Γιά ὅσους ἀγαποῦν ἤ θέλουν ‒ἀλλά δέν ἔχουν τήν δυνατότητα‒ νά μελετήσουν τήν ἱστορία τῆς νέας ἑλληνικῆς ζωγραφικῆς, θά ἔλεγα ὅτι δύο ἐπισκέψεις ἐξυπακούονται. Μία στήν Ἐθνική Πινακοθήκη καί μία στήν Πινακοθήκη Ἀβέρωφ στό Μέτσοβο. Εἶναι πληρέστατη ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐξέλιξη τῆς νεοελληνικῆς ζωγραφικῆς ἀπό τήν ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδας καί μετά, ἔχοντας σέ μόνιμη ἔκθεση ἀντιπροσωπευτικά ἔργα τῶν σημαντικώτερων Ἑλλήνων ζωγράφων, χαρακτῶν καί γλυπτῶν τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰώνα, τά ὁποῖα συνέλεξε ὁ ἱδρυτής καί δώρισε στό Ἵδρυμα Εὐάγγελου Ἀβέρωφ-Τοσίτσα. Χαρακτηριστικά, νά ἀναφέρω ὅτι ὁ Εὐάγγελος Ἀβέρωφ ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού ἐκτίμησαν τό ἔργο τοῦ σπουδαίου Ἕλληνα ζωγράφου Περικλῆ Πανταζῆ, ὁ ὁποῖος διέπρεψε στό Βέλγιο, κι ἀγόρασε ἀρκετά ἔργα του. Ἔνοιωσα πολύ μεγάλη ὑπερηφάνεια, ὅταν βρέθηκα στά Βασιλικά Μουσεῖα Καλῶν Τεχνῶν τοῦ Βελγίου κι εἶδα ὅτι δίπλα καί ἐφάμιλλα τοποθετημένο μέ ἕνα ἔργο τοῦ διάσημου Βέλγου ζωγράφου Τζαίημς Ἔνσορ ἦταν ἔργο τοῦ Περικλῆ Πανταζῆ.
Ἀποκτᾶ μιά ξεχωριστή σημασία ἡ ἐκκίνηση αὐτῆς τῆς ἔκθεσης, πλαισιωμένη ἀπό τήν συλλογή ἑνός εὐπατρίδη, καθώς ὁδεύουμε πρός τήν ἐθνική ἑορτή τῆς 28ης Ὀκτωβρίου;
Βρισκόμαστε σέ χώματα ἄμεσα συνδεδεμένα μέ τό Ἔπος τοῦ ’40. Τό Μέτσοβο διαδραμάτισε καθοριστικό καί στρατηγικό ρόλο κατά τό Ἔπος τοῦ 1940, καθώς ἀποτέλεσε τό κέντρο ἐφοδιασμοῦ καί τήν βάση ἐξόρμησης τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων πού ἀναχαίτισαν τήν ἰταλική εἰσβολή στήν Πίνδο. Προφανῶς ἀποκτᾶ, ἀλλά ἐγώ εἶμαι πολύ «μικρός» γιά νά μιλήσω γι’ αὐτό. Γιά νά ἐπιστρέψω στήν ἔκθεση, ὅμως, πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι διακατέχομαι ἀπό συναισθήματα εὐγνωμοσύνης ἀπέναντι στήν Πινακοθήκη Ἀβέρωφ καί στήν κυρία Τατιάνα Ἀβέρωφ, Πρόεδρο τοῦ Ἱδρύματος Εὐάγγελου Ἀβέρωφ-Τοσίτσα. Εἶναι τιμή γιά μένα πού θά βάλουμε τά ἔργα μας δίπλα-δίπλα μέ τόν Τέτση. Ἕναν δάσκαλο καί φίλο, δέν ξέρω τί νά βάλω πρῶτα, γιατί ἐκεῖνος, πολύ νωρίς, σχεδόν θέλησε νά μέ ἀποτρέψει ἀπό τό νά τόν νοιώθω δάσκαλο καί μέ ἐνθάρρυνε νά γίνουμε συνάδελφοι καί φίλοι… Ὁ Τέτσης ἔβλεπε τόν κόσμο ‒νά χρησιμοποιήσω μιά δική του φράση‒ «μετ’ ἐπιτάσεως». Δέν εἶναι τόσο ἁπλό. Δέν διδάσκεται καί σίγουρα οὔτε ἀντιγράφεται.
Συνεχίσατε τίς σπουδές σας στήν École nationale supérieure des Beaux-Arts στό Παρίσι μέ καθηγητή τόν Leonardo Cremonini, μαζί μέ δημοφιλῆ γενιά Ἑλλήνων ζωγράφων, ὅπως οἱ Φιλοπούλου, Βερούκας, Δασκαλάκης καί ἄλλοι. Τί σᾶς ἔχει κληροδοτήσει ὁ Κρεμονίνι;
Ὁ Τέτσης μοῦ κληροδότησε κάτι πολύ σημαντικό, ἕνα στοιχεῖο πού θά τό ὀνόμαζα διονυσιακό, τόν ἐνθουσιασμό. Ὁ ἐνθουσιασμός μπορεῖ νά σέ παρασύρει, ἀλλά χρειάζεται ‒νά τό πῶ ἔτσι‒ τό θράσος τῆς ἄγνοιας, πού εἶναι συνυφασμένο μέ τήν νεότητα. Ὁ Κρεμονίνι μᾶς ἔβαλε μετά τά ἡνία τῆς σκέψης. Ἦταν κάτι πολύ ἔντονο. Ἐνδεχομένως, στήν ἀρχή κυρίως, πολλές φορές μπορεῖ ἡ συνεργασία τῶν δύο νά ἦταν δυσπραγής. Βρέθηκα ἐκεῖ μέ πνεῦμα ἐνθουσιώδους ἐλευθερίας σέ μία σχολή ὅπου ἐπικρατοῦσε ἕνα διαφορετικό, ἕνα καρτεσιανό ‒θά ἔλεγα‒ πνεῦμα, ἕνα πνεῦμα πειθαρχίας, ἀνεξαρτήτως τῶν περιόδων πολιτικῆς ἀναταραχῆς πού ὑπῆρχαν στήν Γαλλία, καί ὑπάρχουν καί σήμερα, στίς ὁποῖες συμμετεῖχε ἡ σχολή αὐτή, ὅπως ἄλλως τε καί στόν Μάη τοῦ 1968. Στήν ἀρχή, παγώνεις, λές: «Ὤχ, τί γίνεται τώρα;». Ἀλλά στό τέλος συνεργάστηκε τό διονυσιακό στοιχεῖο πού μᾶς ἔδωσε ὁ Τέτσης μέ ἕνα ἀπολλώνειο στοιχεῖο τῆς ὀργάνωσης, πού πιστεύω ὅτι ἐγώ ἔλαβα ἀπό τίς σπουδές μου στό Παρίσι. Καί αὐτό εἶναι εὐτυχές.
Γιατί ἡ ἀνθρώπινη μορφή, τό πορτραῖτο καί ἡ μελέτη τοῦ σώματος κατέχουν τόσο σημαντική θέση στό ἔργο σας;
Ἡ δική μου περίπτωση ‒ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Τέτση, πού ἔκανε μιά ζωγραφική ἀνοιχτοῦ χώρου κι ἐκφράστηκε μέσα ἀπό τήν ἐλευθερία τοῦ νεροῦ καί τοῦ ἀέρα, τοῦ τοπίου, τῆς θάλασσας, ἄν καί ἔχουμε ἐκλεκτικές συγγένειες στό ὅτι προσπαθήσαμε νά «δοῦμε» τήν Ἀθήνα γιά κάποιο διάστημα, ἐκεῖνος τήν δεκαετία τοῦ ’60, ἐγώ τήν δεκαετία τοῦ ’90‒ εἶναι μιά ζωγραφική κλειστοῦ χώρου, ἀρεσκόμενη στήν γοητεία τῆς ἐξομολόγησης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται μόνος μέ τόν ἑαυτό του σέ ἕνα ἄδειο δωμάτιο. Καί, γιά νά ἐπικαλεστῶ μιά ἀπό τίς περίφημες σκέψεις τοῦ Πασκάλ, εἶναι δύσκολο γιά τόν ἄνθρωπο νά εἶναι μόνος σέ ἕνα ἄδειο δωμάτιο. Βέβαια, καί ὁ Τέτσης ζωγράφισε ἀνθρώπους. Εἴμαστε κληρονόμοι τῆς μεγάλης εἰκονοποιητικῆς παράδοσης τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν μορφοπλαστικός.
Τί ἀναζητᾶτε κάθε φορά πού στέκεστε ἀπέναντι σέ ἕνα μοντέλο; γιατί χρησιμοποιεῖτε μοντέλα μή ἐπαγγελματίες στήν δουλειά σας;
Ἀναζητῶ, πάνω ἀπ’ ὅλα καί κυρίως, νά ἀπολέσει ὁποιονδήποτε θεατρικό ἐξοπλισμό πού τοῦ προσφέρει ἡ σύγχρονη κατασκευή τῆς ὀμορφιᾶς καί νά ἀποκαλύψει τήν πραγματική του ὀμορφιά. Νά εἶναι ἕνας πραγματικός ἄνθρωπος, μέ τά προβλήματά του, τήν ἀγωνία, τόν ἐνθουσιασμό καί τήν χαρά του, μέ τήν ἀπελπισία ἀπέναντι στά δύσκολα ἐνδεχόμενα τῆς ζωῆς. Καί αὐτό ἡ ζωγραφική τό καταφέρνει, μέ τήν ἔννοια ὅτι ζητᾶ ἀπό τόν ἄνθρωπο νά τῆς παραχωρήσει χρόνο γιά νά ποζάρει, καί ὁ ἄνθρωπος ξεχνιέται καί βάζει στήν ἄκρη τόν «ἐξοπλισμό» τῆς ἐπιπρόσθετης γοητείας.
Σέ μιά ἐποχή ὅπου τά ψηφιακά μέσα καί οἱ νέες μορφές τέχνης διευρύνουν συνεχῶς τά ὅρια τῆς εἰκαστικῆς δημιουργίας, τί σημαίνει γιά ἐσᾶς νά παραμένετε προσηλωμένος στήν ζωγραφική ἐκ τοῦ φυσικοῦ;
Ἡ ζωγραφική μετέρχεται τά τέσσερα βασικά στοιχεῖα, γιά νά «δημιουργήσει»: τήν πέτρα, τήν φωτιά, τό νερό καί τόν ἀέρα. Μέ βάση αὐτά, βλέπουμε τό πραγματικό, τό ὁποῖο θά περάσει ἀπό τά σπλάχνα μας μέσῳ τῶν ὀφθαλμῶν καί τῶν χεριῶν, καί ἡ ζωγραφική θά ἀποκτήσει ἕνα στοιχεῖο πραγματικότητας διπλῆς. Αὐτό πού βλέπω μέσα ἀπό τήν δική μου ἔκφραση. Σέ μιά εἰκόνα τῆς ΤΝ δέν βλέπω τίποτε ἀπό πίσω. Εἶναι μιά ἐπίπεδη, ἄυλη εἰκόνα.
Πληροφορίες:
Πινακοθήκη Ε. Ἀβέρωφ, Μέτσοβο
«Π. Τέτσης – Γ. Ρόρρης. Ἀπό Φῶς κι ἀπό Χῶμα»
Διάρκεια ἔκθεσης: 18 Ὀκτωβρίου 2026 – 18 Ἰανουαρίου 2027
Ὧρες λειτουργίας: 10.00–16.00, καθημερινά, ἐκτός Τρίτης.
averoffmuseum.gr
Τά ἐγκαίνια τῆς ἔκθεσης εἶναι προγραμματισμένο νά πραγματοποιηθοῦν τό Σάββατο 17 Ὀκτωβρίου 2026 ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντῖνο Ἀν. Τασούλα.



