Πῶς ἡ στροφή τῆς Δύσεως ἀπό τήν ἠθική στόν «ἠθικισμό» καί τήν νομική ἀσυμμετρία ἀποδομεῖ τήν διπλωματία, ὑπονομεύει τήν στρατηγική σκέψη καί συγκρούεται μέ τήν προσήλωση τῆς Μόσχας στήν κρατική κυριαρχία.
Σέ τί διαφέρουν οἱ ἀντιλήψεις τῆς Ρωσσίας καί τῆς Δύσεως σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στούς κανόνες στίς διεθνεῖς σχέσεις;
τοῦ ΚΏΣΤΑ ΡΆΠΤΗ
Ἤδη τό 2018, σέ παρουσίασή του σέ συνέδριο στήν Μόσχα περί τῶν διπλῶν μέτρων καί σταθμῶν ὡς πρός τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, ὁ εἰδικός στήν ρωσσική Ἱστορία καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀττάβα Πόλ Ρόμπινσον εἶχε ἐπισημάνει: «Τόσο ἡ Ρωσσία ὅσο καί ἡ Δύσις ἰσχυρίζονται ὅτι τάσσονται ὑπέρ μιᾶς “τάξεως βασισμένης σέ κανόνες”, ὡστόσο ἡ μία κατηγορεῖ τήν ἄλλη ὅτι παραβιάζει αὐτήν τήν τάξη.
Τό πρόβλημα πηγάζει ἀπό τήν διαφορετική κατανόηση τοῦ τί εἶναι οἱ κανόνες καί τοῦ πῶς πρέπει νά ἐφαρμόζονται. Ἡ Ρωσσία πιστεύει σέ μιά παραδοσιακή, βεστφαλιανή τάξη, στήν ὁποία τά κράτη συνιστοῦν ἰσοτίμως κυρίαρχες ὀντότητες. Οἱ κανόνες ἰσχύουν ἐξ ἴσου γιά ὅλους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποιοί εἶναι ἤ τί κάνουν. Τά κράτη μποροῦν νά λάβουν μέτρα κατά ἄλλων κρατῶν μόνο μέ τήν ἄδεια ἑνός ἀνωτέρου δικαστηρίου, μέ ἄλλα λόγια τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν.
Φυσικά, ἡ Ρωσσία δέν τηρεῖ 100% τούς κανόνες τοῦ δικοῦ της μοντέλου, ἀλλά ἡ προτιμωμένη ἐπιλογή της παραμένει αὐτή τῆς νομικῆς συμμετρίας – οἱ ἴδιοι κανόνες ἰσχύουν γιά ὅλα».
«Ἀντιθέτως» ἐπεσήμανε ὁ Καναδός καθηγητής, «ἡ συλλογιστική περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἔχει ὠθήσει τήν Δύση πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνση, πρός μιά προτίμηση γιά νομική ἀσυμμετρία. Σέ αὐτό τό μοντέλο, οἱ δίκαιοι καί οἱ ἄδικοι, αὐτοί πού σέβονται καί αὐτοί πού δέν σέβονται τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, δέν εἶναι νομικῶς ἤ ἠθικῶς ἴσοι».
Ἕτερος Καναδός μελετητής τῆς Ρωσσίας, ὁ Πάτρικ Ἄρμστρονγκ, ἄλλοτε σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου Ἀμύνης τῆς χώρας του, διατελέσας καί ἐπιτετραμμένος στήν καναδική πρεσβεία στήν Μόσχα, σέ ἄρθρο πού ἐδημοσίευσε στίς ἀρχές τοῦ μηνός, ὑπό τόν τίτλο «Ἀνάλυσις διά τοῦ συναισθήματος», ἐπεκτείνει τήν ἴδια γραμμή σκέψεως. Ὅπως ἐξηγεῖ, ἡ «βεστφαλιανή» ἐπιμονή τῆς σημερινῆς Ρωσσίας ὀφείλεται σέ μεγάλο βαθμό στά ὀδυνηρά συμπεράσματα τῆς σοβιετικῆς διπλωματίας.
Ὅπως γράφει: «Ἡ Μόσχα πέρασε ἑπτά δεκαετίες προωθῶντας μιά ἠθικιστική ἄποψη ἐξαιρετισμοῦ (τό πρῶτο σοσιαλιστικό κράτος στόν κόσμο, τό λαμπρό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος καί τά τοιαῦτα), τήν ὁποία ἐβίωσε ὡς πλήρη ἀποτυχία. Ἔμαθε μέ τόν δύσκολο τρόπο ὅτι οἱ χῶρες εἶναι ὅπως εἶναι καί πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται ὅπως εἶναι. Ἡ ἠθικολογική στάσις ὁδηγεῖ σέ ἀποτυχία».
Ἡ Δύσις δέν ἔχει ἀκόμη πάρει αὐτό τό μάθημα
«Τό πρῶτο πρόβλημα» ἐπισημαίνει «μέ τήν ἠθικολογική κοσμοθεωρία εἶναι ὅτι συντόμως κάποιος αὐτοπεριορίζεται πολύ ὡς πρός τό μέ ποιόν μπορεῖ νά μιλήσει. Ἄλλως τε, ὁ Καλός δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει τόν Κακό. Εἰδικῶς μετά τήν ἐφαρμογή ὅλων τῶν προσεκτικῶς κατασκευασμένων πολεμικῶν λέξεων: οἱ “ἰσχυρισμοί” τοῦ “καθεστῶτος” εἶναι “μή ἐπαληθευμένοι”, εἶναι “παραπληροφόρησις” πού διαδίδεται ἀπό τά “κρατικά μέσα ἐνημερώσεως”· εἶναι “σημεῖα συζητήσεως” ἀπό τό “ἐγχειρίδιο”.
Οἱ Καλοί, οἱ Δίκαιοι, ἀντιθέτως, ἔχουν δημοκρατικές κυβερνήσεις, λένε τήν ἀλήθεια καί ἔχουν ἐλεύθερα μέσα ἐνημερώσεως. Ὅσο περισσότερο ὁ Καλός τονίζει τό κακό τοῦ ἄλλου, τόσο λιγώτερο μπορεῖ νά γνωρίζει ἤ νά κατανοεῖ. Καί σίγουρα δέν μπορεῖ ποτέ νά μολύνει τήν ἁγνότητά του συναντῶντας τόν Κακό».
Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ προσκόλλησις σέ τέτοιες ἠθικολογικές ἀπόψεις νά καθιστᾶ κάποιον ἀνίκανο γιά διάλογο καί ὀρθή κρίση: «Ὅταν ἡ ἠθική ἀνωτερότης ἑδραιώνεται, συντόμως ριζώνουν καί ἄλλες ἀνωτερότητες.Εἴμαστε ἠθικῶς καλύτεροι καί ὅ,τι κάνουμε εἶναι ἐπίσης καλύτερο. Τό κακό ἀποτυγχάνει παντοῦ, στόν πόλεμο καί στήν εἰρήνη.
Τά ἐργαλεῖα μας λειτουργοῦν καλύτερα καί τά χρησιμοποιοῦμε καλύτερα. Οἱ ἠθικῶς κατώτεροι εἶναι χειρότεροι καί στόν πόλεμο. Καί ἔτσι, γιά νά παραφράσουμε ἕναν Αὐστριακό ἀκουαρελίστα [τόν Χίτλερ], καταλήγουμε στήν προσδοκία ὅτι “ἕνα καλό χτύπημα στήν πόρτα καί ὁλόκληρο τό σάπιο οἰκοδόμημα θά καταρρεύσει”. Ἀλλά ἡ ΕΣΣΔ δέν κατέρρευσε τό 1941 καί οὔτε τό Ἰράν τό 2026».
Ὁ καθηγητής Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Νοτιοανατολικῆς Νορβηγίας Γκλέν Ντίζεν, σέ ἄρθρο του δημοσιευμένο στό «Substack» στίς 10 Αὐγούστου ὑπό τόν τίτλο «Πῶς ἡ Δύσις αὐτοκαταστρέφεται συγχέοντας τήν ἠθική μέ τόν ἠθικισμό», προβαίνει σέ παραπλήσιες διαπιστώσεις.
Ὅπως ἐπισημαίνει, «ἡ διεθνής πολιτική θά μποροῦσε νά ἔχει πολύ περισσότερη ἠθική, ὡστόσο ὁ ἠθικισμός καταστρέφει ὁλόκληρο τόν ἱστό τοῦ διεθνοῦς συστήματος. Ἡ ἠθική συνεπάγεται δέσμευση σέ ἀρχές σχετικῶς μέ τό τί εἶναι σωστό καί τί λάθος, ἐνῷ ὁ ἠθικισμός χρησιμοποιεῖ ἠθικές ἀρχές γιά νά κρίνει, νά καταδικάζει καί νά ἀστυνομεύει τούς ἄλλους, σχηματίζοντας μιά ἱεραρχία ἠθικῆς ὑποστάσεως.
Ὁ ἠθικισμός μπορεῖ νά ὑπονομεύσει τήν ἠθική, καθώς ἡ ἀμφισβήτησις τῶν δικῶν του ἠθικῶν ἀρχῶν ἀντικαθίσταται ἀποκλειστικῶς ἀπό τήν ἐξέταση τῆς ἠθικῆς τῶν ἄλλων».«Θέλουμε» συνεχίζει «τό πολιτικό καί μιντιακό μας κατεστημένο νά θέτει τό ἐρώτημα τί εἶναι τό σωστό καί ὄχι ποιός εἶναι ἠθικῶς καλός καί ποιός ἠθικῶς κακός.
Ἡ ἠθική ἀφορᾶ στήν ἀνύψωση βασικῶν ἀρχῶν πάνω ἀπό τήν πολιτική ἰσχύος, ἐνῷ ὁ ἠθικολόγος χρησιμοποιεῖ τήν ἠθική συνθηματολογία ὡς μέσο πολιτικῆς ἰσχύος. Ἡ ἠθική μπορεῖ νά συνεπάγεται τήν ἀποφυγή τῆς χρήσεως ἐπιχειρημάτων ad hominem στήν προσπάθεια νά δεῖ κανείς τόν κόσμο ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀντιπάλου, ἐνῷ ὁ ἠθικολόγος θά βασιστεῖ κυρίως σέ ἐπιχειρήματα ad hominem γιά νά καταγγείλει ὅσους διαφωνοῦν ὡς κακούς ἀνθρώπους».
Κατά τόν Ντίζεν, «τό πρῶτο βῆμα πρός τήν σταθερότητα καί τήν εἰρήνη εἶναι νά τοποθετηθεῖ κανείς στήν θέση τοῦ ἀντιπάλου, νά κατανοήσει τίς ἀνησυχίες του γιά τήν ἀσφάλεια καί ἐν συνεχείᾳ νά βρεῖ τρόπους γιά νά μετριάσει τόν ἀνταγωνισμό γιά τήν ἀσφάλεια καί νά ἐπιδιώξει μορφές ἀδιαιρέτου ἀσφαλείας. Ὡστόσο, μιά νέα πολιτική γλῶσσα ἔχει ἀναδυθεῖ σέ ὅλη τήν Δύση, πού κλίνει πρός τόν πόλεμο, ὅπου ἀκόμη καί ἡ συζήτησις γιά τίς ἀνησυχίες τῶν ἀντιπάλων γιά τήν ἀσφάλεια δέχεται ἀμέσως ἐπίθεση ὡς “νομιμοποίησις”, “δικαιο-
λόγησις” ἤ “ὑποστήριξις” τοῦ ἀντιπάλου.
Ἡ ἐμμονή μέ τήν ἀνύψωση ἤ τήν ὑποβάθμιση τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τῶν ἀνθρώπων τροφοδοτεῖ τήν φυλετική σκέψη, καθώς ἐντελῶς διαφορετικές ἠθικές ἀρχές θά ἐφαρμοστοῦν στό “ἐμᾶς” ἔναντι τοῦ “ἄλλου”. Στήν χειρότερη περίπτωση, “ἐμεῖς” μπορεῖ νά κάνουμε τό λάθος, ἀλλά γιά τόν σωστό λόγο. Ἀντιθέτως, ὁ “ἄλλος” μπορεῖ, στήν καλύτερη περίπτωση, νά κάνει τό σωστό, ἀλλά γιά τόν λάθος λόγο. Ἡ ἠθική στήν διεθνῆ πολιτική μπορεῖ νά περιορίσει τήν ἐξουσία, ἐνῷ ὁ ἠθικισμός μπορεῖ νά ἁγιάσει τήν ἐξουσία.
Ὅταν οἱ συγκρούσεις θεωροῦνται ὡς πάλη μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ, οἱ δικές μας πράξεις εἶναι πάντα θεμιτές καί οἱ πράξεις τοῦ ἀντιπάλου εἶναι πάντα παράνομες».
Πάντα κατά τόν ἴδιο, «οἱ ἠθικολόγοι ἀνάγουν τίς περίπλοκες συγκρούσεις σέ ἕνα δίπολο καλοῦ ἔναντι κακοῦ, ὅπου ὁ πνευματικός πλουραλισμός εἶναι ἀνήθικος. Οἱ καθιερωμένες ἀλήθειες δέν ἀμφισβητοῦνται πλέον καί οἱ ἀκαδημαϊκοί ἐν συνεχείᾳ δέν ἐρωτῶνται γιά τό ἱστορικό πλαίσιο οὔτε καλοῦνται νά διασαφηνίσουν τήν ἀνάλυσή τους.
Ἀντιθέτως, ἔρχονται ἀντιμέτωποι μέ τήν ἀπαίτηση νά “καταδικάσουν” τήν ἄλλη πλευρά ὡς δοκιμασία πίστεως πρίν τούς ἐπιτραπεῖ νά συμμετάσχουν στόν διάλογο. Μόλις ἕνας ἀντίπαλος κατηγοριοποιηθεῖ ὡς ἀνήθικος, θά ἑρμηνεύεται ὡς ἁπλῶς ἐπιθετικός ὅταν κλιμακώνει καί ὡς ἀδύναμος ὅταν συγκρατεῖται. Ἡ στρατηγική σκέψις πεθαίνει κάτω ἀπό τήν ἠθικολογία, ἐπειδή ἡ στρατηγική σκέψις ἀφορᾶ στόν καθορισμό στόχων μέ περιορισμένους πόρους.
Αὐτό συνεπάγεται τήν σκέψη μέ βάση τίς προτεραιότητες, τούς συμβιβασμούς, τά κίνητρα, τίς δυνατότητες καί τίς προοπτικές τῆς ἄλλης πλευρᾶς γιά νά προβλέψει πῶς θά ἀντιδράσει. Ἕνας ἡγεμών δέν χρειάζεται νά ἱεραρχεῖ προτεραιότητες καί ἕνας ἠθικολόγος ἡγεμών θά ἐνθαρρύνει τούς ἀνθρώπους νά σκέφτονται ἀποκλειστικῶς μέ ὅρους σωστοῦ καί λάθους, καλοῦ ἔναντι κακοῦ. Δέν ρωτᾶμε πλέον τί θέλουν οἱ Κινέζοι, οἱ Ρῶσσοι καί οἱ Ἰρανοί.
Συζητᾶμε μόνο τί εἴδους ἄνθρωποι εἶναι ὡς ἀντίπαλοι τῆς φιλελεύθερης δημοκρατίας μας, πού ὑποτίθεται ὅτι θά ὑπηρετήσει ὅλη τήν ἀνθρωπότητα». Ἡ ροπή αὐτή ἔχει ἱστορική ἐξήγηση: «Μετά τόν Ψυχρό Πόλεμο, ἡ Δύσις δέν ἰσορροποῦσε πλέον ἀπό τήν Σοβιετική Ἕνωση καί εὑρέθη σέ ἰδεολογικό κενό χωρίς τόν κομμουνιστή ἀντίπαλό της. Ἐν συνεχείᾳ, ἡ Δύσις ἐπεδίωξε μιά παγκόσμια τάξη πού ὁριζόταν ὡς φιλελεύθερη ἡγεμονία, στήν ὁποία ἡ Δύσις θά κυριαρχοῦσε στόν κόσμο ἀντί νά διαχειρίζεται τήν ἐξισορρόπηση τῶν μεγάλων δυνάμεων, ὡστόσο αὐτή ἡ κυριαρχία ὑποτίθεται ὅτι θά ἦταν πρός ὄφελος ὅλων, καθώς θά ἀνέβαζε τόν ρόλο τῆς φιλελεύθερης δημοκρατίας καί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ἕνας ἡγεμών ἀπαιτεῖ νομιμότητα καί βασίζεται στό νά πείσει τούς δικούς του πληθυσμούς ὅτι οἱ πολιτικές του ἀντιπροσωπεύουν καθολικές ἠθικές ἀρχές καί ὅτι οἱ ἀντίπαλοί του εἶναι ἐχθροί αὐτῶν τῶν ἐνάρετων ἀρχῶν». Ἡ φιλελεύθερη δημοκρατία κατ’ οὐσίαν ἔγινε ἡγεμονικός κανόνας «Ἡ Δύσις παρουσίασε τήν προώθηση τῶν δυτικῶν συμφερόντων ὡς προώθηση καθολικῶν ἀξιῶν. Τά ἀνταγωνιστικά συμφέροντα ἀσφαλείας ἐξηφανίσθησαν σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν πολιτική γλῶσσα καί ἀντικατεστάθησαν ἀπό μιά ἀφήγηση ἀπειλῶν γιά τίς καθολικές ἀξίες πού θέτουν “κράτη-ταραξίες”.
Ἡ φιλελεύθερη δημοκρατία κατ’ οὐσίαν ἔγινε ἡγεμονικός κανόνας. Ὁ Δυτικός δέν χρειάζεται νά γνωρίζει κανένα ἱστορικό πλαίσιο ἤ ἀκόμα καί νά γνωρίζει ποῦ βρίσκεται μιά χώρα στόν χάρτη, γιά νά εἶναι βέβαιος ὅτι τό ἀναλυτικό πλαίσιο πίσω ἀπό τίς συγκρούσεις εἶναι αὐτό τῆς φιλελεύθερης δημοκρατίας ἔναντι τοῦ αὐταρχισμοῦ. Τήν δεκαετία τοῦ 1990, ἦταν δυνατόν νά συζητηθεῖ γιατί ὁ ἐπεκτατισμός τοῦ ΝΑΤΟ θά ἀπειλοῦσε τήν ἀσφάλεια τῆς Ρωσσίας, ἐνῷ στήν σημερινή ἐποχή ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ Ρωσσία ἁπλῶς φοβᾶται τήν πρόοδο τῆς δημοκρατίας.
Ἡ Δύσις δέν διεξάγει ἁπλῶς ἕναν οἰκονομικό πόλεμο ἐναντίον τῆς Κίνας γιά τήν ὑποτιθεμένη “πλεονάζουσα δυναμικότητά” της, οὔτε ἕναν πόλεμο δι’ ἀντιπροσώπων ἐναντίον τῆς Ρωσσίας μέ τήν παράλογη προϋπόθεση ὅτι οἱ στρατιωτικές ἐνέργειες τῆς Ρωσσίας ἦταν “ἀπρόκλητες” ἤ ἕναν ἄμεσο πόλεμο ἐναντίον τοῦ Ἰράν φαινομενικῶς γιά νά ἀποτρέψει τόν πυρηνικό πολλαπλασιασμό ἤ νά ἀπελευθερώσει τίς γυναῖκες. Ἡ κατάστασις εἶναι πολύ πιό σοβαρή.
Ἡ Δύσις ἀποσυναρμολογεῖ τά θεμέλια τοῦ ἰδίου τοῦ διεθνοῦς συστήματος – τούς νόμους, τούς κανόνες, τήν διπλωματία, τήν ἐμπιστοσύνη καί τήν οἰκονομική καί πολιτική συνδεσιμότητα. Ἐν ὀνόματι τῆς ὑπερασπίσεως τῆς διεθνοῦς τάξεως, καταστρέφει προοδευτικῶς τούς ἴδιους τούς θεσμούς πού καθιστοῦν δυνατή μιά διεθνῆ τάξη» καταλήγει ὁ Ντίζεν κρούοντας τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου.

