Γιατί ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει σταθερά στήν χορήγηση ἐπιδομάτων καί δέν προχωρᾶ σέ γενναῖες παρεμβάσεις
Ἀπό τό 2019 ἕως σήμερα, ἡ χορήγησις ἐπιδομάτων ἔχει ἀναδειχθεῖ σέ σταθερή ἐπιλογή τῆς κυβερνητικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς.
τοῦ ΓΙΆΝΝΗ ΣΤΕΡΓΊΟΥ
Ἀπέναντι στήν ἀκρίβεια, στούς καθηλωμένους μισθούς, στό αὐξημένο κόστος τῆς ἐνεργείας καί στήν μεγάλη πίεση πού δέχονται οἱ οἰκογενειακοί προϋπολογισμοί , ἡ Κυβέρνησις προκρίνει ἐπανειλημμένως ἔκτακτες ἐνισχύσεις καί προσωρινές ἐπιδοτήσεις. Ἀντί μονίμων μέτρων πού θά ἐνίσχυαν οὐσιωδῶς τήν ἀγοραστική δύναμη ἐπιλέγεται ἡ περιοδική ἐπιστροφή ἑνός μικροῦ μέρους τῆς ἐπιβαρύνσεως στούς πολῖτες.
Ἡ πρακτική αὐτή παρουσιάζεται ὡς κυβερνητική στήριξις «ἐντός τῶν δημοσιονομικῶν περιθωρίων πού ἔχει ἡ χώρα», χωρίς ὅμως νά μεταβάλλει τούς ὅρους πού γεννοῦν τήν ἀνάγκη γιά στήριξη. Τά ἐπιδόματα μετριάζουν γιά λίγο τίς συνέπειες τῆς ἀκρίβειας, ἀλλά δέν ἀντιμετωπίζουν τίς αἰτίες της οὔτε σταματοῦν τήν ἀφαίμαξη τοῦ διαθεσίμου εἰσοδήματος.
Γιατί ἀκολουθεῖται αὐτή ἡ στρατηγική
Ἡ ἐπιλογή τῶν ἐπιδομάτων ἐξυπηρετεῖ πρωτίστως τήν δημοσιονομική εὐελιξία τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ἀντιθέσει πρός μιά μόνιμη αὔξηση μισθῶν ἤ συντάξεων, τήν μείωση τῆς ἐμμέσου φορολογίας ἤ τήν ἐνίσχυση τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἕνα ἐπίδομα εἶναι προσωρινό μέτρο. Ἔχει συγκεκριμένη διάρκεια καί δέν δημιουργεῖ μακροχρόνια ὑποχρέωση γιά τόν κρατικό προϋπολογισμό.
Ἡ Κυβέρνησις μπορεῖ, ἑπομένως, νά τά χορηγήσει ὅταν ἡ κοινωνική πίεσις γίνεται ἔντονη καί νά τό ἀποσύρει ὅταν θεωρήσει ὅτι οἱ δημοσιονομικές συνθῆκες δέν ἐπιτρέπουν τήν συνέχισή του. Ἐπί παραδείγματι, ἡ ἐνίσχυσις τοῦ ἐπιδόματος θερμάνσεως, πού ἀναμένεται νά ἀνακοινώσει τίς ἑπόμενες ἡμέρες, ἔρχεται ὡς ἀπάντησις στό αὐξημένο κόστος θερμάνσεως μέ τό ὁποῖο θά βρεθοῦν ἀντιμέτωποι οἱ καταναλωτές τό ἑπόμενο διάστημα.
Παραλλήλως, τά ἐπιδόματα ἔχουν θεωρητικῶς ἄμεσο πολιτικό ἀποτέλεσμα. Ὁ πολίτης βλέπει ἕνα ποσό νά πιστώνεται στόν λογαριασμό του καί τοῦ δημιουργεῖται ἡ αἴσθησις ὅτι τό κράτος παρεμβαίνει ὑπέρ του. Αὐτή ἡ πρακτική προσφέρει στήν Κυβέρνηση πολιτικό ὄφελος, πολύ περισσότερο ἀπό μιά διαρθρωτική μεταρρύθμιση, τά ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας μπορεῖ νά φανοῦν ἔπειτα ἀπό χρόνια. Ἡ ἐπιδοματική πολιτική μπορεῖ ἐπίσης νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς μέσο ἀμέσου πολιτικῆς ἀνταποκρίσεως, καθώς τό ὄφελός της γίνεται ταχέως καί εὐκόλως ἀντιληπτό ἀπό τούς δικαιούχους.
Τό βασικό πρόβλημα εἶναι ὅτι τά ἐπιδόματα δέν μειώνουν τίς τιμές. Ἁπλῶς ἐπιτρέπουν, σέ ἕναν βαθμό, τήν πληρωμή τους. Ἄν, ἐπί παραδείγματι, αὐξάνεται διαρκῶς τό κόστος τῆς ἐνεργείας ἤ τῶν βασικῶν ἀγαθῶν, μιά ἔκτακτη ἐνίσχυσις μπορεῖ νά καλύψει προσωρινῶς ἕνα μέρος τῆς ἐπιβαρύνσεως. Δέν ἐμποδίζει, ὅμως, τήν τιμή νά συνεχίσει νά ἀνεβαίνει, οὔτε περιορίζει αὐτομάτως τά περιθώρια κέρδους, τίς ὀλιγοπωλιακές πρακτικές, τήν αἰσχροκέρδεια ἤ τήν ὑψηλή ἔμμεσο φορο-
λογία. Ἔτσι, ἡ ἀκρίβεια ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται καί ὁ καταναλωτής παραμένει ἐξαρτημένος ἀπό τήν ἑπομένη κρατική ἐνίσχυση.
Ὑπάρχει ἐπίσης μιά σημαντική ἀντίφασις: σημαντικό μέρος τῶν χρημάτων πού ἐπιστρέφονται στούς πολῖτες μέσῳ ἐπιδομάτων προέρχεται ἀπό τή φορολογία πού οἱ ἴδιοι ἔχουν ἤδη καταβάλει. Ἰδιαιτέρως οἱ ἔμμεσοι φόροι, ὅπως ὁ ΦΠΑ καί οἱ εἰδικοί φόροι καταναλώσεως, ἐπιβαρύνουν δυσαναλόγως τά χαμηλά καί μεσαῖα εἰσοδήματα, ἐπειδή ἀπορροφοῦν μεγαλύτερο μέρος τῶν πόρων τους.
Τό κράτος εἰσπράττει περισσότερα ὅσο αὐξάνονται οἱ ὀνομαστικές τιμές καί ἐν συνεχείᾳ ἐπιστρέφει ἕνα περιορισμένο τμῆμα αὐτῶν τῶν ἐσόδων σέ ἐπιλεγμένες κοινωνικές ὁμάδες.

Σχέσις ἐπιδομάτων μέ πληθωρισμό
Ἡ σχέσις τῶν ἐπιδομάτων μέ τόν πληθωρισμό εἶναι σύνθετη. Ὅταν ἡ ἐπιδότησις ἐφαρμόζεται ἀπ’ εὐθείας στήν τιμή τῆς ἐνεργείας ἤ κάποιου ἄλλου ἀγαθοῦ, μπορεῖ βραχυπροθέσμως νά συγκρατήσει τόν πληθωρισμό, ἐπειδή ὁ καταναλωτής πληρώνει μικρότερο τελικό ποσό. Ἡ ἐπίδρασις αὐτή, ὅμως, εἶναι προσωρινή. Τό πραγματικό κόστος δέν ἐξαφανίζεται· ἁπλῶς μεταφέρεται στόν κρατικό προϋπολογισμό καί, τελικῶς, στό κοινωνικό σύνολο.
Ὅταν ἡ ἐπιδότησις ἀποσυρθεῖ, ἡ τελική τιμή πού πληρώνει ὁ καταναλωτής μπορεῖ νά αὐξηθεῖ ἀποτόμως, ἀκόμη καί χωρίς ἀντίστοιχη αὔξηση τοῦ ὑποκειμένου κόστους
Ἡ Εὐρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ἐκτιμᾶ ὅτι τά δημοσιονομικά μέτρα στηρίξεως περιόρισαν προσωρινῶς τόν πληθωρισμό στήν Εὐρωζώνη κατά τήν ἐνεργειακή κρίση, ἐπειδή συνεκράτησαν ἀμέσως τίς τιμές πού ἐπλήρωναν οἱ καταναλωτές. Συμφώνως πρός τούς ὑπολογισμούς της, χωρίς τά μέτρα στηρίξεως ὁ πληθωρισμός καταναλωτοῦ τό 2022 θά μποροῦσε νά εἶναι περίπου 1,7 ποσοστιαῖες μονάδες ὑψηλότερος.
Ὡστόσο, ἡ σταδιακή ἀπόσυρσις τῶν μέτρων ἀνέστρεψε μέρος αὐτῆς τῆς ἐπιδράσεως καί συνέβαλε στήν παράταση τῶν πληθωριστικῶν πιέσεων τά ἑπόμενα ἔτη. Ἡ ἴδια ἀνάλυσις ἀναδεικνύει καί τό πρόβλημα τῆς ἀνεπαρκοῦς στοχεύσεως. Μόνο περίπου τό ἕν δέκατον τῆς συνολικῆς στηρίξεως στήν Εὐρωζώνη κατευθύνθηκε εἰδικῶς πρός τά νοικοκυριά χαμηλοῦ εἰσοδήματος.
Ἔτσι, σημαντικό μέρος τῶν δημοσίων πόρων ὠφέλησε καί νοικοκυριά πού μποροῦσαν εὐκολώτερα νά ἀντιμετωπίσουν τήν προσωρινή αὔξηση τοῦ κόστους ζωῆς. Γιά τόν λόγο αὐτό, ἡ ΕΚΤ ὑποστηρίζει ὅτι τά μέτρα πρέπει νά εἶναι σχεδιασμένα ἔτσι ὥστε νά μήν μειώνουν τά κίνητρα ἐξοικονομήσεως ἐνεργείας.
Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι τά ἐπιδόματα δέν εἶναι ἀπαραίτητα, καθώς, σέ μιά ἔκτακτο κρίση, ἡ στοχευμένη ἐνίσχυσις τῶν εὐάλωτων νοικοκυριῶν μπορεῖ νά εἶναι κοινωνικῶς ἀναγκαία. Ἕνας χαμηλόμισθος, ἕνας ἄνεργος ἤ ἕνας χαμηλοσυνταξιοῦχος δέν μπορεῖ νά περιμένει τήν ὁλοκλήρωση μακροχρονίων μεταρρυθμίσεων γιά νά ἐξασφαλίσει θέρμανση, ἠλεκτρικό ρεῦμα καί βασικά τρόφιμα.
Ἡ στοχευμένη βοήθεια μπορεῖ νά ἀποτρέψει τήν ἀκραία φτώχεια καί τόν κοινωνικό ἀποκλεισμό. Ἄλλο, ὅμως, ἡ ἔκτακτη προστασία καί ἄλλο ἡ μετατροπή τῶν ἐπιδομάτων σέ μόνιμο ὑποκατάστατο τῆς κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ὡστόσο, ἡ οὐσιαστική ἀντιμετώπισις τῆς ἀκρίβειας ἀπαιτεῖ παρεμβάσεις στίς αἰτίες της: ἀποτελεσματικό ἔλεγχο τῆς ἀγορᾶς, ἐνίσχυση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, φορολόγηση τῶν ὑπερκερδῶν, μείωση τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν βασικῶν ἀγαθῶν, προστασία τῆς ἐργασίας καί πραγματική αὔξηση τῶν μισθῶν.
Ἀπαιτεῖ ἐπενδύσεις στήν παραγωγή, στήν ἐνεργειακή αὐτάρκεια, στήν δημόσια κατοικία καί στίς κοινωνικές ὑπηρεσίες.

