Προδημοσίευσις τῆς «ΕτΚ» ἀπό τό βιβλίο τοῦ Μιχάλη Σάλλα «Τί πῆγε λάθος στήν Ἑλλάδα καί τί θά μποροῦσε νά διορθωθεῖ»
Ἡ συζήτηση γιά τήν ἑλληνική ἀστική τάξη ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα ζητήματα τῆς κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς Ἱστορίας τῆς χώρας. Πολλοί ἱστορικοί καί κοινωνικοί ἐπιστήμονες ἔχουν ὑποστηρίξει ὅτι ἡ Ἑλλάδα δέν ἀνέπτυξε ἀστική τάξη μέ τήν ἴδια μορφή καί τήν ἴδια ἱστορική δύναμη πού ἐμφανίστηκε αὐτή σέ ἀρκετές χῶρες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ἡ ἐπισήμανση αὐτή δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπῆρξαν εὔποροι ἐπιχειρηματίες, τραπεζῖτες ἤ ἐμπορικές οἰκογένειες. Σημαίνει ὅτι στήν Ἑλλάδα δέν διαμορφώθηκε ἀντίστοιχα ἡ κοινωνική ἐκείνη ὁμάδα πού σέ ἄλλες χῶρες συνέδεσε τήν οἰκονομική της ἰσχύ μέ τή δημιουργία θεσμῶν, τήν παραγωγή καί τήν τεχνολογική ἀνάπτυξη.
Στίς περισσότερες εὐρωπαϊκές κοινωνίες ἡ ἀστική τάξη διαμορφώθηκε ἱστορικά μέσῳ τῆς ἀνάπτυξης τῆς παραγωγῆς, τῆς ἐπέκτασης τοῦ ἐμπορίου καί τῆς ἐνίσχυσης τῶν θεσμῶν τῆς ἀγορᾶς. Δέν πρόκειται ἁπλῶς γιά μιά κατηγορία ἀνθρώπων πού κατέχουν πλοῦτο. Πρόκειται γιά κοινωνική δύναμη πού συνδέθηκε μέ τήν οἰκονομική δημιουργία, τήν τεχνολογική πρόοδο, τή θεσμική σταθερότητα. Ἡ ἀστική τάξη τῶν περισσότερων εὐρωπαϊκῶν χωρῶν ὀργανώθηκε γύρω ἀπό τήν παραγωγή ἀγαθῶν καί ὑπηρεσιῶν σέ ἀνταγωνιστικές ἀγορές καί, παράλληλα, στηρίχθηκε σέ μιά κουλτούρα πού ἔδινε ἰδιαίτερη σημασία στή γνώση, στήν ἐκπαίδευση καί στήν τεχνολογική ἐξέλιξη. Μέσῳ αὐτῆς τῆς διαδικασίας, ἀναπτύχθηκαν πανεπιστήμια, ἐρευνητικά κέντρα καί θεσμοί πού ὑποστήριξαν τήν καινοτομία καί τήν οἰκονομική πρόοδο.
Ἡ ἀστική τάξη συνδέθηκε, ἐπίσης, μέ τήν ἐνίσχυση τῶν θεσμῶν καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ κράτους δικαίου. Ἡ λειτουργία τῆς οἰκονομίας βασίστηκε σέ κανόνες προβλεψιμότητας, σέ θεσμική διαφάνεια καί σέ ἕνα περιβάλλον στό ὁποῖο ἡ οἰκονομική ἐπιτυχία προέκυπτε κυρίως ἀπό τόν ἀνταγωνισμό, καί ὄχι ἀπό τήν πολιτική διαμεσολάβηση. Σέ ἀρκετές εὐρωπαϊκές χῶρες ἡ ἀστική τάξη λειτούργησε ὡς κοινωνική δύναμη πού ὑποστήριξε τήν ἀνάπτυξη τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καί τή διαμόρφωση δημοκρατικῶν θεσμῶν. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, συνέδεσε τήν οἰκονομική ἀνάπτυξη μέ τή θεσμική σταθερότητα καί τή λειτουργία τῆς ἀγορᾶς.
Ἡ ἑλληνική ἱστορική ἐμπειρία εἶχε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Μετά τή δημιουργία τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἡ οἰκονομία παρέμεινε γιά μεγάλο χρονικό διάστημα μικρή, καί κυρίως ἀγροτική. Ἡ βιομηχανική ἀνάπτυξη ὑπῆρξε περιορισμένη καί ἡ ἐσωτερική ἀγορά εἶχε μικρό μέγεθος, σέ σύγκριση μέ ἐκείνη στίς μεγάλες εὐρωπαϊκές οἰκονομίες. Παράλληλα, σημαντικό μέρος τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ἀστικῆς τάξης δραστηριοποιοῦνταν ἐκτός τῶν συνόρων τοῦ νεοσύστατου κράτους. Οἱ μεγάλες ἑλληνικές ἐμπορικές κοινότητες τῆς διασπορᾶς διατήρησαν τήν οἰκονομική τους δραστηριότητα σέ διεθνῆ κέντρα ἐμπορίου καί τά κεφάλαια πού εἶχαν συγκεντρώσει δέν μεταφέρθηκαν σχεδόν καθόλου στό ἐσωτερικό τῆς χώρας.

Ἰδιαίτερη περίπτωση στό πλαίσιο τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας ἀποτελεῖ ἡ ναυτιλία. Ὁ ἑλληνικός ἐφοπλισμός ἀναπτύχθηκε ἱστορικά ὡς διεθνής δραστηριότητα, κατορθώνοντας νά ἀποκτήσει σημαντική παρουσία στό παγκόσμιο θαλάσσιο ἐμπόριο. Σέ ἀντίθεση μέ ἄλλους τομεῖς τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ἡ ναυτιλία λειτουργεῖ σέ συνθῆκες ἔντονου διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ καί βασίζεται σέ ἐπιχειρηματικές ἀποφάσεις πού λαμβάνονται στό πλαίσιο μιᾶς παγκόσμιας ἀγορᾶς. Ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη, παρουσιάζει ὁρισμένα χαρακτηριστικά πού προσεγγίζουν τήν οἰκονομική λογική τῆς ἀστικῆς τάξης.
Ὡστόσο, ἡ ναυτιλία δέν μπόρεσε νά διαμορφώσει μιά εὐρύτερη ἀστική κουλτούρα στήν ἑλληνική κοινωνία. Ἡ δραστηριότητά της εἶναι σέ μεγάλο βαθμό διεθνοποιημένη, συχνά ἐκτός τοῦ παραγωγικοῦ ἱστοῦ τῆς ἐγχώριας οἰκονομίας. Παρ᾿ ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν ἀπό τούς ἰσχυρότερους τομεῖς τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ἡ ἐπίδρασή της στή δημιουργία μιᾶς παραγωγικῆς βάσης στό ἐσωτερικό τῆς χώρας ὑπῆρξε περιορισμένη. Ἐκ τῶν πραγμάτων, ἡ ναυτιλία λειτούργησε περισσότερο ὡς διεθνής οἰκονομική δραστηριότητα ἑλληνικῶν συμφερόντων, παρά ὡς πυρῆνας μιᾶς ἐθνικῆς ἀστικῆς τάξης πού θά μποροῦσε νά μετασχηματίσει συνολικά τήν ἑλληνική οἰκονομία.
Καθώς ἡ χώρα προσπαθοῦσε νά ὀργανώσει τίς βασικές της λειτουργίες, κυρίως ἀπό τή δεκαετία τοῦ 1950 καί ἔπειτα, ἡ οἰκονομική ἐξέλιξη συνδέθηκε σέ μεγάλο βαθμό μέ τό κράτος. Δημόσια ἔργα, πιστώσεις ἀπό τίς τότε κρατικές τράπεζες, διοικητικές ρυθμίσεις καί πολιτικές ἀποφάσεις ἀποτέλεσαν συχνά καθοριστικούς παράγοντες οἰκονομικῆς ἐπιτυχίας. Σέ αὐτό τό περιβάλλον, διαμορφώθηκε μιά μορφή οἰκονομικῆς δραστηριότητας πού δέν στηριζόταν ἀποκλειστικά στήν παραγωγή μέ ἀνταγωνιστικούς ὅρους, ἀλλά συχνά στή δυνατότητα πρόσβασης σέ κρατικές ἀποφάσεις. Ἡ διαχρονική πελατειακή δομή τοῦ πολιτικοῦ συστήματος ἐνίσχυσε αὐτήν τήν ἐξέλιξη, διαμορφώνοντας ἕνα περιβάλλον στό ὁποῖο ἡ πολιτική διαμεσολάβηση μποροῦσε νά ἀποκτήσει μεγαλύτερη σημασία ἀπ’ ὅ,τι ἡ παραγωγική ἀνταγωνιστικότητα.
Στό πλαίσιο αὐτό, μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί ὁ ρόλος τῆς λεγόμενης «τέταρτης» Ἑλλάδας, ὅπως ἔχει ἤδη περιγραφεῖ σέ προηγούμενο κεφάλαιο. Αὐτή ἡ «τέταρτη» Ἑλλάδα περιλαμβάνει ἕναν σχετικά περιορισμένο ἀριθμό οἰκονομικῶν καί πολιτικῶν παραγόντων πού διαθέτουν σημαντική ἐπιρροή στά κέντρα λήψης ἀποφάσεων. Ὡστόσο, ἡ ἐπιρροή αὐτή δέν προκύπτει κυρίως ἀπό παραγωγικές δραστηριότητες, οὔτε ἀπό τήν ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνικῆς κουλτούρας πού (πλήν ὁρισμένων περιπτώσεων) βασίζεται στήν καινοτομία καί στήν τεχνολογία. Ἀντίθετα, συνδέεται συχνά μέ τή δυνατότητα πρόσβασης σέ πολιτικές ἀποφάσεις, σέ ρυθμίσεις, σέ θεσμικά πλεονεκτήματα ἤ προνόμια. Γιά τόν λόγο αὐτόν, ἡ τέταρτη Ἑλλάδα δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀστική τάξη, ἀντίστοιχη μέ ἐκείνη πού ἐμφανίστηκε σέ ἀρκετές εὐρωπαϊκές κοινωνίες. Πρόκειται μᾶλλον γιά ὁμάδα οἰκονομικῆς καί πολιτικῆς ἐπιρροῆς, πού λειτουργεῖ γύρω ἀπό τό κράτος, καί ὄχι γιά μιά κοινωνική τάξη πού ὀργανώνει τήν οἰκονομική δραστηριότητα, μέσῳ τῆς παραγωγῆς καί τῆς ὑποστήριξης θεσμῶν, πού ἐγγυῶνται τήν ἀνταγωνιστική οἰκονομική δραστηριότητα καί τήν προστασία τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς.
Ταυτόχρονα, στήν ἑλληνική κοινωνία ὑπάρχει ἕνα κοινωνικό στρῶμα πού θά μποροῦσε, θεωρητικά, νά ἀποτελέσει τή βάση μιᾶς σύγχρονης ἀστικῆς τάξης. Πρόκειται γιά τμῆμα τῆς ἀναφερόμενης ἐδῶ ὡς «τρίτης» Ἑλλάδας. Σέ αὐτό τό στρῶμα ἀνήκουν ἐπιστήμονες ὑψηλῆς κατάρτισης, ἐπαγγελματίες τῆς γνώσης, τεχνολόγοι καθώς καί ἐπιχειρηματίες πού δραστηριοποιοῦνται στό πλαίσιο τοῦ διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ καί πού ἔχουν ἀναπτύξει οἰκονομικές δραστηριότητες χωρίς νά στηρίζονται σέ παρασκηνιακές διευκολύνσεις τοῦ κράτους. Ἡ κοινωνική συμπεριφορά αὐτῶν τῶν πολιτῶν ἐμφανίζει πολλά ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς σύγχρονης ἀστικῆς κουλτούρας. Ἡ ἔμφαση στή γνώση, ἡ ἐπένδυση στήν τεχνολογία, ἡ ἐπαγγελματική αὐτονομία, ἡ ἐμπιστοσύνη καί ἡ στήριξη στούς θεσμούς ἀποτελοῦν βασικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς στάσης.
Ὡστόσο, τό στρῶμα αὐτό δέν ἔχει καταφέρει νά συγκροτήσει ἕνα ἰσχυρό σημεῖο ἀναφορᾶς, μέ οὐσιαστική ἐπιρροή στή διαμόρφωση τῆς οἰκονομικῆς στρατηγικῆς τῆς χώρας. Ἕνας βασικός λόγος γιά αὐτό εἶναι ἡ διαχρονική σχέση τοῦ κράτους καί τῶν θεσμῶν μέ τά δίκτυα καί τήν ὁμάδα τῆς «τέταρτης» Ἑλλάδας. Ἡ πολιτεία καί οἱ θεσμοί ἔχουν διαμορφωθεῖ σέ πλαίσιο ἀλληλεξάρτησης μέ αὐτά τά δίκτυα ἐπιρροῆς καί ἔχουν μάθει νά λειτουργοῦν σέ συνθῆκες συνύπαρξης μαζί τους. Σέ αὐτό τό περιβάλλον, τό παραγωγικό ἐκεῖνο κοινωνικό στρῶμα πού δραστηριοποιεῖται στό πλαίσιο τοῦ διεθνοῦς ἀνταγωνισμοῦ δυσκολεύεται νά ἀποκτήσει τόν θεσμικό καί πολιτικό χῶρο πού θά τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐξελιχθεῖ σέ συγκροτημένη ἀστική τάξη.
Τό ἀποτέλεσμα εἶναι μιά ἰδιόμορφη κοινωνική διάρθρωση. Ἡ ἑλληνική κοινωνία διαθέτει ἀνθρώπους καί ἐπιχειρήσεις πού λειτουργοῦν μέ ὅρους παραγωγικῆς δημιουργίας καί θά μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν τόν πυρῆνα μιᾶς σύγχρονης ἀστικῆς τάξης. Παράλληλα, ὅμως, ἡ πραγματική ἐπιδραστικότητα στή δημόσια ζωή συγκεντρώνεται συχνά σέ μηχανισμούς οἰκονομικῆς καί πολιτικῆς πρόσβασης. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, τό ἑλληνικό πρόβλημα δέν εἶναι ἡ πλήρης ἀπουσία ἀστικῶν στρωμάτων καί ἀστικῶν χαρακτηριστικῶν στήν κοινωνία. Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι οἱ κοινωνικές δυνάμεις πού ἐνσαρκώνουν αὐτά τά χαρακτηριστικά παραμένουν περιορισμένες ὡς πρός τήν ἐπιρροή τους.
Ἄν στήν Ἑλλάδα εἶχε ἱστορικά διαμορφωθεῖ ἰσχυρή ἀστική τάξη, θά μποροῦσε αὐτή νά λειτουργήσει ὡς σημαντικό ἀντίβαρο στό κοινωνικό καί πολιτικό σύστημα. Μιά τέτοια κοινωνική δύναμη θά μποροῦσε νά ἐνισχύσει τήν παραγωγική ἀνάπτυξη τῆς οἰκονομίας, νά στηρίξει τήν τεχνολογική πρόοδο, νά συμβάλει στή λειτουργία τῶν ἀγορῶν μέ κανόνες ὑγιοῦς ἀνταγωνισμοῦ. Ἐπίσης, θά μποροῦσε νά ἐνισχύσει τή σταθερότητα τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν καί νά δημιουργήσει περιβάλλον στό ὁποῖο ἡ οἰκονομική πρόοδος καί ἡ θεσμική ὀργάνωση τῆς κοινωνίας θά ἐξελίσσονταν παράλληλα. Ἡ ἀπουσία μιᾶς τέτοιας συγκροτημένης κοινωνικῆς δύναμης ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς ἑλληνικῆς κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς ἐξέλιξης, ἐξηγῶντας σέ μεγάλο βαθμό τίς ἰδιαιτερότητες τῆς ἑλληνικῆς πορείας στό πλαίσιο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἱστορίας.

