Το δικαίωμα στην οικογένεια δεν μπορεί να εξαρτάται από το εισόδημα
Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της οξείας δημογραφικής κρίσης που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Τα στοιχεία είναι σοκαριστικά. Το 2025 στην Ελλάδα καταγράφηκε αρνητικό ιστορικό γεννήσεων, μόλις 65.594 γεννήσεις. Μέσα σε μόλις πέντε χρόνια, οι γεννήσεις μειώθηκαν 23%.
Ο πληθυσμός γερνά και κάθε χρόνο πεθαίνει μία ελληνική πόλη. Οι προβλέψεις είναι δραματικές για τα επόμενα χρόνια, και εκτιμάται ότι έως το τέλος του αιώνα, ο πληθυσμός της Ελλάδας ίσως να υποχωρήσει κοντά στα 7,2 εκατομμύρια, με σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο. Το δημογραφικό σοκ σημαίνει σχολεία, καταστήματα και δημόσιες υπηρεσίες που κλείνουν. Χωριά που ερημώνουν και μικρά νησιά που εγκαταλείπονται. Θέσεις εργασίας που χάνονται. Και σημαίνει επίσης άμεση απειλή για το εθνικό ασφαλιστικό σύστημα και κίνδυνο συρρίκνωσης των συντάξεων.
Τα νέα ζευγάρια δεν κάνουν λιγότερα παιδιά επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν, και η αιτία είναι η οικονομική ανασφάλεια, ως αποτέλεσμα των εθνικών πολιτικών που εφαρμόζονται. Διότι η στεγαστική κρίση έχει εκτινάξει το κόστος στέγασης. Η ακρίβεια εξανεμίζει τους μισθούς. Οι λογαριασμοί τρέχουν. Η εργασιακή ανασφάλεια κυριαρχεί και υπάρχει ένας διαρκής αγώνας για την επιβίωση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση για οικογένεια εξαρτάται πλέον κυρίως από το εισόδημα, καταλήγει να αποτελεί οικονομικό προνόμιο, και είτε μετατίθεται για το μέλλον, είτε εγκαταλείπεται. Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση της υπογεννητικότητας που συχνά παραβλέπουμε και αφορά την υπογονιμότητα. Ζευγάρια, που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια, αντιμετωπίζουν ζητήματα γονιμότητας, που σχετίζονται άμεσα και αυτά με την οικονομική τους δυνατότητα. Διότι η πρόσβαση σε υπηρεσίες γονιμότητας παραμένει άνιση και περιορισμένη σε πολλά κράτη-μέλη.
Οι πολίτες καλούνται να καλύψουν τεράστιο οικονομικό κόστος από την τσέπη τους. Χιλιάδες ζευγάρια αναγκάζονται να πληρώνουν πολλές χιλιάδες ευρώ για κάθε κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης μέσα σε μια χρονιά. Ή αναγκάζονται να πραγματοποιήσουν μία σειρά εξετάσεων πριν τη σύλληψη και κατά τη διάρκεια των θεραπειών γονιμότητας, με υψηλό επίσης κόστος.
Είναι ένα καίριο ζήτημα, για το οποίο πιέζω επανειλημμένα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με συνεχείς παρεμβάσεις μου προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην πρόσφατη Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησα η πρόληψη, η διάγνωση και η θεραπεία της υπογονιμότητας να ενταχθεί δυναμικά στις ευρωπαϊκές πολιτικές υγείας. Διεκδικώ να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στήριξη για τα ζευγάρια που χρειάζονται υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και με στόχο την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών στις υπηρεσίες γονιμότητας.
Η παρούσα χρονική συγκυρία αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την ΕΕ, να αναλάβει πρωτοβουλίες για την χρηματοδοτική στήριξη των οικογενειών που αντιμετωπίζουν ζητήματα γονιμότητας. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034 πρότεινα ειδική χρηματοδοτική γραμμή για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, καθώς και επαρκείς ευρωπαϊκούς πόρους για την πρόληψη, τη θεραπεία υπογονιμότητας και τις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου.
Η Ελλάδα και η Ευρώπη δεν έχουν άλλο χρόνο να χάσουν. Χρειάζονται τώρα περισσότερα κίνητρα και εξασφάλιση της στήριξης των νέων στις εθνικές πολιτικές, μέσα από ένα ισχυρό ευρωπαϊκό πλαίσιο, που θα καλύψει τα κενά και την έλλειψη εθνικών πολιτικών στα Κράτη Μέλη. Η αντιμετώπιση της δημογραφικής κρίσης, της υπογεννητικότητας και της υπογονιμότητας είναι ευρωπαϊκό και εθνικό πρόβλημα. Πρέπει να αποτελέσουν ευρωπαϊκή χρηματοδοτική προτεραιότητά και συγχρόνως απαιτείται εθνική πολιτική βούληση, συγκροτημένες πολιτικές και κυβερνητικές πρωτοβουλίες ώστε να δοθούν πρακτικές και άμεσες λύσεις γιατί αφορούν το μέλλον των παιδιών μας, την κοινωνική συνοχή και την προοπτική ευημερίας των επόμενων γενεών.


