Πῶς ὁ δισεκατομμυριοῦχος τῆς Σίλικον Βάλλεϋ ἐπιστρατεύει τήν θεολογία τοῦ Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ γιά νά μετατρέψει τόν Καθολικισμό σέ ἰδεολογικό προπύργιο τῆς ἀμερικανικῆς αὐτοκρατορίας
Ὁ Πῆτερ Τήλ δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας μεγιστάν τοῦ χρήματος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐγγύς τοῦ Λευκοῦ Οἴκου τοῦ Ντόναλντ Τράμπ. Τό ἀφεντικό τῆς Palantir, τῆς ἑταιρείας λογισμικῶν παρακολουθήσεως, ἄλλοτε ἐργοδότης τοῦ νῦν ἀντιπροέδρου τῶν ΗΠΑ Τζαίυ Ντ. Βάνς, ἔχει φιλοδοξίες διανοουμένου, ἄν ὄχι προφήτου.
Γεννημένος στήν Γερμανία, ἀλλά πολιτογραφημένος Ἀμερικανός, φορεύς κατ᾿οὐσίαν ἀντιδημοκρατικῶν «τεχνοφουτουριστικῶν» ἀπόψεων, πιστός Ρωμαιοκαθολικός κατά δήλωσίν του, ἀλλά καί ἀνοικτά ὁμοφυλόφιλος, ὁ Τήλ ἔγινε προσφάτως γνωστό ὅτι ἡγεῖται ἑνός «μίνι Νταβός», ὑπό τήν ὀνομασία «Dialog». Τό δίκτυο αὐτό, σέ συνθῆκες μεγάλης ἐμπιστευτικότητος, διοργανώνει πολυήμερες συναντήσεις σέ ἀπομακρυσμένα θέρετρα μέ προσκεκλημένους ἐπιφανεῖς (περίπου 200 τόν ἀριθμό) γιά μία σειρά σεμιναριακῶν συζητήσεων, πού ἡ θεματολογία τους κινεῖται ἀπό τήν Τεχνητή Νοημοσύνη καί τίς πολιτικές ὑγείας μέχρι τήν ζωή μετά θάνατον.
Τίς τελευταῖες ἡμέρες ὁ Τήλ ἐσυζητήθη πολύ μέ ἀφορμή τήν ἀπόφασή του νά ἐγκατασταθεῖ στήν Παταγωνία, συνδυάζοντας τήν ροπή τῶν βαθυπλούτων γιά καταφύγια μακριά ἀπό πιθανές κοινωνικές ταραχές μέ τά σχέδια ἀναπτύξεως κέντρων δεδομένων (data centers) στόν ἀραιοκατοικημένο καί κλιματικῶς πρόσφορο ἀργεντίνικο Νότο. Ἐπί πλέον, ὁ Τήλ ἔδωσε πρό μηνῶν τέσσερεις διαλέξεις σέ ἐπιλεγμένο κοινό, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, στήν Ρώμη, σέ ἀπόσταση λίγων τετραγώνων ἀπό τό Βατικανό, μέ ἀντικείμενο τήν ἀναμενομένη ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ ὁποῖος κατά τόν ἴδιο θά ἐμφανισθεῖ μέ ψευδεῖς ἐπαγγελίες ἀποκρούσεως τῶν μεγάλων συγχρόνων ἀπειλῶν, ὅπως ἡ κλιματική κρίσις καί οἱ πόλεμοι.
Ὁ Τήλ ὑποστηρίζει ὅτι προχωρεῖ σέ μιά σύνθεση τῶν ὅσων κομίζει ἡ σύγχρονη τεχνολογία τῆς Σίλικον Βάλλεϋ μέ τήν παραδοσιακή σκέψη φιλοσόφων καί θεολόγων, ὅπως ὁ Γάλλος Ρενέ Ζιράρ (πού ἐμελέτησε βαθέως τήν λογική τοῦ «ἀποδιοπομπαίου τράγου»), ὁ Φράνσις Μπέικον καί ὁ Κάρλ Σμίτ, ὁ κατ᾿ ἐξοχήν νομικός διανοητής τοῦ ναζισμοῦ.
Τό «μανιφέστο» καί ἡ ἀντίδρασις τῆς Ἁγίας Ἕδρας
Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία συντόμως ἔστρεψε τήν προσοχή της στά ὅσα κηρύσσει αὐτό τό πανίσχυρο, ἀλλά μᾶλλον προβληματικό τέκνο της. Ἰδίως ἀφ᾿ ὅτου ὁ Τήλ ἐδημοσίευσε στήν ἔγκυρο ἀμερικανική συντηρητική, θρησκευτική ἐπιθεώρηση «First Things» πραγματικό «μανιφέστο» σχετικῶς μέ τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο κόσμο, ὁραματιζόμενος ἕναν πάπα σάν τόν Βενέδικτο ΙΣΤ΄ (Γιόζεφ Ράτσινγκερ), ὁ ὁποῖος θά μετατρέψει τόν Καθολικισμό σέ κυρίαρχο δόγμα τῆς Ἀμερικῆς καί τῆς αὐτοκρατορίας της.

Ἐξ οὗ καί διανοούμενοι πλησίον τῆς Ἁγίας Ἕδρας ἤρχισαν νά ἀρθρογραφοῦν μέ κριτική ματιά. Τέτοιος εἶναι ὁ σινολόγος Φραντσέσκο Σίσι, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει τήν ἀντίφαση τοῦ ἀμερικανικοῦ ἐθνικιστικοῦ Χριστιανισμοῦ, μέ πραγματικό ἡγέτη του τόν Ντόναλντ Τράμπ, νά ἔχει ἀπέναντί του ἕναν ἀμερικανογεννημένο Πάπα, τόν Λέοντα ΙΔ΄, μέ τίς μᾶλλον woke ἀπόψεις.
Σέ συνέχεια τῶν περί Ἀντιχρίστου διαλέξεών του στήν Ρώμη, ὁ Τήλ χρησιμοποιεῖ στό ἄρθρο του ἐπιδεξίως τά ἐσχατολογικά θέματα πού ἐπεξηργάσθη στήν μακρά θεολογική του σταδιοδρομία ὁ Ράτσινγκερ, θεωρῶντας τα ὡς τό τελευταῖο προπύργιο ἐνάντια στήν «ἐκτροπή» τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ὁποία εὐθύνεται ὁ ἐκλιπών πάπας Φραγκίσκος.
Ἡ ἀποκοσμικοποίησις τῆς Ἐκκλησίας καί τό Δόγμα Τράμπ
Γιά νά ἀποκαταστήσει τήν παγκόσμιο διάσταση τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ Τήλ προαναγγέλλει τήν «ὁλοκληρωτική εἰρήνη» πού θά ἦταν τό πιό σίγουρο σημάδι του, σέ συνδυασμό μέ τό ρεφραίν τῆς παγκοσμίου ἀσφαλείας. Ἐδῶ, ἀναδύεται ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος: ἡ ἀδιάκοπος διακήρυξις τοῦ νέου Ἀμερικανοῦ Πάπα γιά μιά «ἄοπλο καί ἀφοπλιστική εἰρήνη».
Γιά νά ὑλοποιήσει τήν δική του μεσσιανική ἀποστολή, ὁ Τράμπ χρειάζεται, κατά τόν Τήλ, ἕναν Καθολικισμό ἀποκεκομμένο ἀπό τά ἐγκόσμια ζητήματα – μιά Ἐκκλησία ἐπικεντρωμένη στόν ἑαυτό της καί περισσότερο ἐνδιαφερομένη γιά τήν αἰσθητική τῆς λειτουργίας παρά γιά τό κοινωνικό δόγμα.
Τό θέμα τῆς «ἀποκοσμικοποιήσεως» τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ὁ Ράτσινγκερ περιέγραψε σέ μιά μακροσκελῆ ὁμιλία πού ἐξεφώνησε στό Φράιμπουργκ τήν τελευταία ἡμέρα τῆς παπικῆς του ἐπισκέψεως στήν Γερμανία τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2011, ἀνταποκρίνεται ἀκριβῶς σέ αὐτήν τήν θεμελιώδη ἀπαίτηση γιά τόν θεσμικό ἐκχριστιανισμό τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.
Ἡ ἀποκοσμικοποίησις τῆς Ἐκκλησίας δέν σημαίνει ἁπλῶς τήν διακοπή ὅλων τῶν δεσμῶν μεταξύ τῆς πολιτικῆς διαστάσεως τοῦ κράτους καί τῶν θρησκευτικῶν πρακτικῶν τοῦ Καθολικισμοῦ. Σημαίνει ἐπίσης τήν δήλωση τῆς ἀποσυνδέσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ὅλα τά ἐγκόσμια ζητήματα πού ἀπασχολοῦν τά κράτη καί τήν πολιτική. Σέ αὐτά τά θέματα, ἀκολουθῶντας τήν λογική τοῦ Ράτσινγκερ, ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά ἀπέχει αὐστηρῶς, προκειμένου νά διατηρήσει τήν καθαρότητά της ἄθικτο.
Αὐτή ἡ καθαρότης ἀπειλεῖται ἀπό τήν ἀσάφεια τῶν ἐγκοσμίων ζητημάτων καί τῆς πολιτικῆς, ἀπό τήν ὁποία ἡ Καθολική Ἐκκλησία πρέπει νά προστατευθεῖ μέσῳ μιᾶς διττῆς προσεγγίσεως: ἀφ᾿ ἑνός, νά ἀποστασιοποιηθεῖ σαφῶς ἀπό ὅλους τούς ἐγκοσμίους δεσμούς καί, ἀφ᾿ ἑτέρου, νά ἀναγνωρίσει δημοσίως μόνον ἐκείνη τήν μορφή τοῦ πολιτικοῦ Καθολικισμοῦ πού δηλώνει ὑπέρ τῆς μετατροπῆς αὐτῶν σέ κρατικούς νόμους συμβατούς πρός τό ἀτομικό ἠθικό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ ἴδιος ὁ Ράτσινγκερ βεβαίως ἀνεγνώρισε ἐμπράκτως τήν ἀποτυχία του, μέ τήν παραίτησή του ἀπό τήν θέση τοῦ Πάπα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Τό ἐγχείρημα ἀπέτυχε ἐπειδή οἱ ἱστορικές συνθῆκες γιά τήν παγκόσμιο δυτική ἡγεμονία εἶχαν παύσει νά ὑπάρχουν.
Τό δόγμα τοῦ Τράμπ γιά μιά παγκόσμιο τάξη ἀναδύεται ἀπό τά ἐρείπια αὐτῆς τῆς ἀποτυχίας καί ταλαντεύεται μεταξύ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ κατακερματισμοῦ καί τῆς νοσταλγίας γιά μίας διαφορετικῆς μορφῆς ἀμερικανική παγκόσμιο πρωτοκαθεδρία, ἀκόμη καί ἄν αὐτό σημαίνει διαρκῆ ἀστάθεια καί συνολικό γεωπολιτικό χάος. Τό δόγμα τοῦ Τράμπ ἀπαιτεῖ ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ὁ μόνος ἀληθινά παγκόσμιος παράγων πού ἀπομένει στήν παγκόσμιο σκηνή, νά παραμείνει ἀποστασιοποιημένη ἀπό οἱανδήποτε ἀξίωση διαμορφώσεως τοῦ κοινοῦ πεπρωμένου τῶν λαῶν καί τῶν ἐθνῶν.
Ἡ πολιτική χρῆσις τῆς μορφῆς τοῦ Ἀντιχρίστου ἐντός τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ, σέ συνδυασμό μέ τήν διαδικασία ἀποκοσμοποιήσεως τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἤρχισε ἀπό τόν Βενέδικτο ΙΣΤ΄, παρέχει τήν βάση γιά μιά περιφερειακή ἀναβίωση τοῦ μεταμοντέρνου Χριστιανισμοῦ ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ Τράμπ στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες. Αὐτό εἶναι τό εἶδος τοῦ Καθολικισμοῦ πού χρειάζεται ὁ Πρόεδρος γιά νά δημιουργήσει μιά χριστιανική ταυτότητα γιά τό ἀμερικανικό ἔθνος. Σέ αὐτήν τήν ταυτότητα, τά ὁμολογιακά ὅρια τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι πρακτικῶς ἄνευ νοήματος καί εὑρίσκουν τό σημεῖο συγκλίσεώς τους στό σχέδιο μιᾶς νέας ἐθνικῆς πρωτοκαθεδρίας τοῦ Χριστιανισμοῦ.

