ΤΡΑΠΕΖΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 24 Ἰουνίου 1926

Ἄς θυμηθοῦμε –ἐπικαίρως– καί μίαν παλαιάν Τράπεζαν. Κανείς δέν ἔμαθε ποτέ τήν ὕπαρξίν της, τό ὄνομά της, τά κατατεθέντα μετοχικά της κεφάλαια. Ὅλα αὐτά ὅμως, τά ἔμαθε, πρό ἐτῶν, ἡ πτωχή ὑπηρέτρια κάποιου λαμπροῦ κυρίου εἰς τόν Πειραιᾶ, ὑπό περιστάσεις ἐντελῶς μοναδικάς, τάς ὁποίας ἐνθυμοῦνται, ἴσως, οἱ ἐπιζῶντες παλαιότεροι Πειραιῶται.

Ἀπό μόχθους καί βάσανα ὁλοκλήρων ἐτῶν, ἡ ἀφελής νησιώτισσα εἶχε καταρτίσει ἕνα μικρόν κομπόδεμα, τό ὁποῖον εἶχε κινήσει τόν φθόνον τοῦ λαμπροῦ της κυρίου.

– Τί τά φυλᾶς τά λεφτά στήν κασσέλα σου, κορίτσι μου; τῆς ἔλεγε συχνά. Θά σοῦ τά φᾶνε οἱ ποντικοί. Δῶσε μού τα νά σοῦ τά βάλω στόν τόκο…

Ἡ καχύποπτη ὅμως, ὅπως ὅλοι οἱ χωρικοί, ὑπηρέτρια ἐδυσκολεύετο νά χωρισθῇ τόν μικρόν της θησαυρόν. Ἐφοβεῖτο τούς ἀνθρώπους περισσότερον ἀπό τούς ποντικούς. Ἐπί τέλους, ἐπῆρε τήν ἀπόφασίν της. Ἀλλά ὑπό ὡρισμένας προϋποθέσεις.

– Θέλω νά τά βάλω σέ καμμιά Τράπεζα, ἀφεντικό, νά τά ’χω σίγουρα… εἶπε στόν κύριόν της.

– Τί σοῦ λέω κι ἐγώ τόσον καιρό, παιδί μου; τήν ἐνίσχυσεν ἐκεῖνος. Σέ Τράπεζα νά τά βάλης.

– Μά δέν ξέρω ἡ κακομοῖρα νά πάω μοναχή μου.

– Νά σέ πάω ἐγώ. Καί αὔριο, μάλιστα, μάνι μάνι, πρίν σοῦ τά φᾶνε τά λεφτά σου οἱ ποντικοί.

Ἡ ἀφελής νησιώτισσα, μέ τήν μεταφυσικήν της πίστιν πρός τήν ἔννοιαν τῆς Τραπέζης, ἐδέχθη καί ὁ λαμπρός της κύριος ἔσπευσε νά… ἱδρύση ἐντός τῆς ἡμέρας τήν ἀπαραίτητον Τράπεζαν. Τό ἄλλο πρωί παρέλαβε τήν πτωχήν μέ τό κομπόδεμά της καί τήν ὡδήγησεν εἰς κάποιο ἀπόκεντρον ἰσόγειον, ὅπου ἕνας ἄνθρωπος, σκυμμένος ἐπάνω σ’ ἕνα τραπεζάκι, ἐχάρασσε διαφόρους ἀριθμούς σ’ ἕνα παλιό κατάστιχον.

– Ἐδῶ εἶναι ἡ Τράπεζα;

– Ἐδῶ. Περᾶστε μέσα…

Ὁ κύριος ὡμίλησεν:

– Τό κορίτσι ἀπό ’δῶ, κύριε τραπεζῖτα, ἔχει νά καταθέση κάτι χρήματα. Τί τόκο θά τῆς δώσετε;

– Δέν μαλώνουμε. Ἐπειδή εἶναι φτωχό κορίτσι, θά τῆς δώσουμε δώδεκα τοῖς ἑκατό. Πού εἶναι τά λεφτά;

Ὁ κύριος ἐστράφη πρός τήν προστατευομένην του.

– Μέτρησε τά λεφτά, παιδί μου, γιατί οἱ ἄνθρωποι ἔχουνε κι ἄλλη δουλειά. Νά μήν τούς χασομερᾶμε!

Ἡ Μαρουλιώ, κατακκόκκινη ἀπό συγκίνησιν καί ντροπήν, ἄνοιξε τό κομπόδεμά της καί ἐμέτρησε τρεῖς χιλιάδας δραχμάς εἰς τόν πρωτότυπον τραπεζίτην. Ἐκεῖνος ἔσκυψε ἐπάνω σ’ ἕνα φύλλο χαρτί, ἐχάραξε μερικά μυστηριώδη ἀραβουργήματα καί παρέδωκε τό περίεργον ἔγγραφον εἰς τήν καταθέτριαν.

– Πᾶρε τώρα αὐτό τό χαρτί, παιδί μου, καί φύλαξέ το σάν τά μάτια σου. Σέ ἕξι μῆνες νά ἔρθης νά πάρης τόν τόκο σου.

Μετά ἕξι μῆνας, ἡ πτωχή νησιώτισσα, ὑπηρετοῦσα πλέον εἰς ἄλλο σπίτι –ὁ παλαιός της κύριος εἶχεν ἀναχωρήσει οἰκογενειακῶς ἀπό τόν τόπον–, ἐπῆγε στήν Τράπεζαν νά εἰσπράξη τούς τόκους της. Εἰς τό δωμάτιον ὅμως, ὅπου πρό ἕξι μηνῶν εὑρίσκετο ἡ φανταστική Τράπεζα, ἦτο ἐγκατεστημένον ἕνα τσαγκάρικο.

– Ἔφυγε ἀπό ’δῶ ἡ Τράπεζα; ἐρώτησεν ἡ καταθέτρια.

– Ποιά Τράπεζα;

– Ἡ Τράπεζα, καλέ, πού ἤτανε σ’ αὐτό τό μέρος ἐδῶ κι ἕξι μῆνες.

– Λάθος κανείς, παιδί μου. Δέν ἤτανε καμμία Τράπεζα ἐδωπέρα.

– Ἐγώ δέν τ’ ἀκούω αὐτά. Ἔδωκα τά λεφτά μου, θέλω τά λεφτά μου πίσω.

– Τί νά σοῦ κάνουμε, παιδί μου. Ἀφοῦ τά θέλεις, θέλε τα. Κανένας δέν σ’ ἐμποδίζει…

Εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, τά πράγματα δέν μετεβλήθησαν καί πολύ ἔκτοτε, ἀπό μεταφυσικῆς ἀπόψεως.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Δεύτερες σκέψεις γιά τήν Σχολή τῆς Χάλκης

Εφημερίς Εστία
Θέμα Επαναλειτουργίας τῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης τίθεται μετ’ ἐπιτάσεως τίς τελευταῖες ἡμέρες, γεγονός πού μᾶς δημιουργεῖ πολλούς προβληματισμούς.

Πλαφόν στά ἐνοίκια καί εὐνοϊκά στεγαστικά μέ τό νέο «Σπίτι μου»

Εφημερίς Εστία
Παράθυρο γιά πιό ἐνεργό κρατική παρέμβαση στήν ἀγορά κατοικίας ἀνοίγει ἡ νέα Ἐθνική Στρατηγική γιά τήν Στεγαστική Πολιτική 2026-2035, ἡ ὁποία ἐτέθη σέ δημόσια διαβούλευση.

Μέσα σέ ὅλα τά ἄλλα, νά καί ὁ λαγοκέφαλος

Δημήτρης Καπράνος
Ὅλα τά εἴχαμε, μᾶς ἦλθε καί ὁ λαγοκέφαλος! Ζεστάθηκαν, λέει, τά νερά τῆς Μεσογείου καί πέρασε ἀπό τό Σουέζ ὁ λαγοκέφαλος.

Δευτέρα, 20 Ἰουνίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ!

«Μήν ψάχνεις τό χωριό! Στό νεκροταφεῖο εἶναι…»

Μανώλης Κοττάκης
Συνέβη σέ ἕνα χωριό τῆς ἑλληνικῆς περιφέρειας, τό ὁποῖο ἐπισκέπτεται κατά καιρούς ἕνας ὑπουργός πού κατάγεται ἀπό ἐκεῖ, γιά νά ἀνάψει ἕνα κερί στόν τάφο τῶν γονέων του.