ΤΟ ΑΦΗΝΙΑΣΜΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 30 Δεκεμβρίου 1923

Κἄποιος παράξενος ἄνθρωπος μοῦ ἔλεγε σήμερον τό πρωί.

-Ἄλλοτε, φίλε μου, ἀφηνίαζε ποῦ καί ποῦ ἕνα ἄλογο στό δρόμο καί χαλοῦσε ὁ κόσμος. Οἱ πολῖται ὡμιλοῦσαν περί τοῦ μεγάλου γεγονότος τῆς ἡμέρας, αἱ ἐφημερίδες τοῦ ἀφιέρωναν μακροσκελεῖς περιγραφάς, οἱ αὐτόπται διηγοῦντο τάς λεπτομερείας τοῦ θεάματος μέ πραγματικήν συγκίνησιν. Σήμερον ἔχει ἀφηνιάσει ὁλόκληρος ἡ πόλις καί τό πρᾶγμα δέν κάμνει ἐντύπωσιν εἰς κανένα.

-Ὁλόκληρος ἡ πόλις; Τόν ἐρώτησα. Ἀλλά ἡ πόλις εἶνε, λοιπόν, θυμοειδής ἵππος διά ν’ ἀφηνιάσῃ;

-Δέν ξέρω τί εἶνε! μοῦ εἶπε. Ξέρω ὅτι ὅπου γυρίσει κανείς τά μάτια του βλέπει ἕνα γενικόν ἀφήνιασμα. Ἐν πρώτοις ὅλα τά αὐτοκίνητα εἶνε διαρκῶς ἀφηνιασμένα. Τρέχουν ἀπό ρυτῆρος. Μᾶς ἀπειλοῦν νά μᾶς καταπλακώσουν εἰς κάθε βῆμα. Χθές τό ἀπόγευμα δέν φθάνει ὅτι ὀλίγον ἔλειψε νά μέ τσακίσῃ ἕνα ἀπό τά ἀφηνιασμένα αὐτά ἁμάξια εἰς τήν παραλίαν τοῦ Φαλήρου. Ὑποχρεώθηκα νά ὑποστῶ καί τά ἀστεία τοῦ ἀξιοτίμου σωφέρ. «Στό πεζοδρόμιο, κύριε, στό πεζοδρόμιο!» μοῦ ἐφώναξε ξεκαρδισμένος στά γέλια. Ἐννοεῖται, ὅτι πεζοδρόμιον δέν ὑπῆρχεν εἰς τό σημεῖον ἐκεῖνο. Ὑπῆρχεν, ἁπλῶς, μία λίμνη ἀπό λασπονέρια. Καί ὁ εὔθυμος ἄνθρωπος ἦτο περίεργος νά βεβαιωθῇ, ἄν θά προτιμήσω νά συντριβῶ ὑπό τούς τροχούς ἤ νά πνιγῶ εἰς τήν λίμνην.

-Καί τί ἐπροτίμησες;

-Ἐπροτίμησα, φυσικά, τό δεύτερον καί ἐσώθηκα κολυμβῶν. Θά ἐπροτιμοῦσα καλλίτερα νά φυτέψω μίαν σφαῖραν εἰς τόν κρόταφον τοῦ ἀχρείου αὐτοῦ, ἀλλά ἔτυχε νά μή ὁπλοφορῶ. Τοῦ τήν ὑπόσχομαι ὅμως εἰς πρώτην νέαν εὐκαιρίαν καί εἰδοποιῶ προκαταβολικῶς τήν Ἀστυνομίαν, διά νά εἴμεθα ἐξηγημένοι. Βλέπεις, ὁπωσδήποτε, ὅτι εἰς τήν μικράν μου αὐτήν περιπέτειαν ἔχομεν ἕνα διπλοῦν ἀφηνίασμα. Ἀφηνίασμα τοῦ αὐτοκινήτου εἰς ταχύτητα καί ἀφηνίασμα τοῦ σωφέρ εἰς ἀναίδειαν. Ἀλλά μήπως εἶνε μόνον αὐτά;

-Εἶνε καί ἄλλα;

-Ἄκουσέ με, σέ παρακαλῶ. Μετά τήν περιπέτειάν μου αὐτήν, ἡ ὁποία δέν θ’ ἀπασχολήσῃ, βεβαίως, οὔτε τόν Τύπον, οὔτε τήν Ἀστυνομίαν, συναντῶ παρακάτω ἕνα ἔμπορον τῆς θαλάσσης. Ἐπουλοῦσε μαρίδα τοῦ Φαλήρου. Τοῦ ἐζήτησα ἐκ περιεργείας τήν τιμήν. «Δεκαοχτώ δραχμές ἡ ὀκᾶ, κύριος!», ἦτο ἡ ἀπάντησίς του. Καί ὅμως, ἡ λίρα, ποῦ κανονίζει, ὡς γνωστόν, καί τήν δόξαν τῆς μαρίδας, ἔχει κατεβῇ, ἄν δέν ἀπατῶμαι, εἰς τά διακόσια. Τί ἄλλο συνέβαινε, λοιπόν, παρά ὅτι καί ὁ πουλητής τῆς μαρίδας εἶχεν ἀφηνιάσει καί αὐτός καί ἔτρεχεν ἀπό ρυτῆρος. Θέλεις καί συνέχειαν;

-Τήν δέχομαι εὐχαρίστως.

-Παρακάτω εἶδα νά κτίζεται ἕνα ἰσόγειον σπιτάκι μέ τρεῖς καμαροῦλες. Κἄποιος πτωχός διάβολος, ποῦ τοῦ ἔκανε κόρτε, ἐζήτησε νά μάθῃ ἀπό τόν παριστάμενον ἰδιοκτήτην τό ἐνοίκιον τοῦ ἀκινήτου. Καί τό ἔμαθε: Δυόμισυ χιλιάδες τόν μῆνα, ἑξαμηνία προπληρωτέα. Ἁπλούστατα, εἶχεν ἀφηνιάσει καί ὁ ἰδιοκτήτης τῆς νεοδμήτου χαμοκέλας. Ἀλλά τί δέν ἔχει ἀφηνιάσει, ἐπί τέλους, γύρω μας;

-Γενικόν ἀφηνίασμα, δηλαδή.

-Οἰκουμενικόν δέν λές καλλίτερα;

Ἔχουν ἀφηνιάσει τά λάδια, τά ξύδια, τά τυριά, τά κάρβουνα, τά κουνουπίδια, τά μπρόκολα, τά ραπανάκια, τό σύμπαν. Δέν βλέπει κανείς τριγύρω του παρά ἀφηνιασμένα ἔμψυχα καί ἄψυχα, τρέχοντα ἀπό ρυτῆρος. Τόν καιρόν τοὐλάχιστον, πού ἀφήνιαζεν ἕνα ἄλογο καί χαλοῦσεν ὁ κόσμος, εὑρίσκετο κἄποιος τολμηρός ἄνθρωπος, ποῦ ὡρμοῦσεν ἀντιμέτωπος τοῦ ἀφηνιασμένου ζώου, τό ἅρπαζεν ἀπό τά χαλινάρια καί τοῦ σταματοῦσε τόν παράφρονα δρόμον του. Τώρα, δέν βρίσκεται κανένας. Τό ἀφήνιασμα ἔγινεν εἶδος διασκεδάσεως. Κάθε ἔμψυχον καί ἄψυχον, ποῦ θ’ ἀποφασίσῃ ν’ ἀφηνιάσῃ, ἀφηνιάζει ἐλευθέρως, ἁρπάζει τά χαλινάρια του στά δόντια καί παίρνει δρόμο. Καί ὅποιον πάρῃ ὁ Χάρος! Ἀλλά φαντάζεσαι, λοιπόν, ὅτι τό γενικόν αὐτό ἀφήνιασμα ἠμπορεῖ νά ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον; Ἐγώ, τοὐλάχιστον, δέν τό φαντάζομαι. Διότι ὑπάρχει μιά λύσις.

-Ποιά.

Ὁ λογικός ἄνθρωπος μοῦ εἶπε τήν λύσιν του ὑπό τύπον παροιμίας.

-Θά ἀφηνιάσῃ καλλίτερα ἐκεῖνος, ποῦ θά ἀφηνιάσῃ τελευταῖος!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Πέμπτη, 11 Αὐγούστου 1966

Εφημερίς Εστία
Πρό 60 ετων

Πῶς οἱ baby boomers διεμόρφωσαν καί ἐπεβάρυναν τό μέλλον τῶν νέων

Εφημερίς Εστία
Οἱ νέοι Εὐρωπαῖοι ἀντιμετωπίζουν δυσκολώτερη πρόσβαση στήν κατοικία καί ὑψηλότερη φορολογική πίεση, καθώς ἡ γήρανσις τοῦ πληθυσμοῦ αὐξάνει τίς δαπάνες γιά συντάξεις καί κοινωνική πρόνοια

Κώστας Βαρώτσος: «Δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης και να μην κοιτάζεις την ιστορία και τον πολιτισμό»

Εφημερίς Εστία
Ο δημιουργός του «Δρομέα» ξεδιπλώνει μια πορεία που ξεκινά από την αμμουδιά της Κουρούτας και φτάνει σε εμβληματικά έργα σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για την τέχνη που ανήκει στο πλατύ κοινό, για τις εποχές που αλλάζουν και για την ανάγκη να συνεχίζεις - ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν

​ «Παραιτοῦνται» οἱ ἀνακριτές πού χειρίζονται τόν φάκελλο τοῦ παράνομου στοιχηματισμοῦ

Εφημερίς Εστία
«Μαύρη τρῦπα» τοὐλάχιστον 1,5 δισ. εὐρώ γιά τό Ἑλληνικό Δημόσιο

Οι «βολικοί» φιλόσοφοι και η φωτεινή εξαίρεσίς τους

Εφημερίς Εστία
Μόλις ὁ Στέλιος Ράμφος ἐξέφρασε τήν διαφωνία του γιά τόν γάμο τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως