Τοῦ Λαζάρου, κάποια χρόνια, χωρίς σοῦπερ μάρκετ

Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου ἦταν ἡ ἀφετηρία γιά τίς διακοπές τοῦ Πάσχα.

Τότε πηγαίναμε σχολεῖο καί τό Σάββατο. Τό πενθήμερο βρισκόταν ἀκόμη πολύ μακρυά. Τοῦ Λαζάρου, λοιπόν, εἶχε ἐκκλησιασμό κι ὕστερα, πάλι στό σχολεῖο, γιά νά φύγουμε κάπως νωρίτερα, ἀφοῦ καί οἱ δάσκαλοι ἤθελαν νά τακτοποιήσουν τίς δουλειές τους.

Φυσικά, οἱ σημερινοί νέοι δέν μποροῦν νά φαντασθοῦν τήν ζωή δίχως πενθήμερο, δίχως σοῦπερ-μάρκετ, δίχως κυκλοφοριακό κομφούζιο, δίχως «μποτιλιάρισμα» στά διόδια. Δέν μποροῦν νά διανοηθοῦν ὅτι στίς μεγάλες πόλεις, ὑπῆρχαν (σέ κάποιες πλατεῖες) χῶροι ὅπου πωλοῦνταν ἀρνάκια ζωντανά, τά ὁποῖα θά σφάζονταν ἀπό τόν ἀγοραστή στό σπίτι (!) γιά νά σερβιρισθοῦν στό πασχαλινό τραπέζι. Βαρβαρότητα, ὁπωσδήποτε, ἀλλά ἦταν σχεδόν «ἔθιμο». Ὅπως καί οἱ ζωντανές γαλοποῦλες, πού πωλοῦνταν τά Χριστούγεννα γιά νά καταλήξουν στό ταψί!

Ἄλλες ἐποχές, χρόνια πού σέ κάθε γειτονιά ὑπῆρχαν δύο καί τρία παντοπωλεῖα, πού τά προϊόντα δέν ἦταν συσκευασμένα, ἐκτός ἀπό τίς κονσέρβες.

Θραύση ἔκαναν τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα τά καλαμαράκια κονσέρβα! Ποτέ μου δέν τά συμπάθησα κι ἄς τά ἔτρωγα, ἀφοῦ ἔπρεπε κάτι νά βάλουμε στό στομάχι μας. Ἡ κονσέρβα ἦταν γεμάτη μέ ἕνα μαῦρο ὑγρό, πού τό λέγαμε μελάνι καί τά καλαμαράκια μαλακά, σάν πλαστικά. Τά μαγείρευαν οἱ μανάδες μας μέ διαφορετικούς τρόπους γιά νά νοστιμίσουν καί νά τά καταναλώσουμε πιό εὐχάριστα. Στήν νηστεία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας προτιμοῦσα τά «σκορδομακάρονα». Ἄσπρα, μέ λίγο λάδι καί τριμμένο σκόρδο. Ποιός νοιαζόταν ἄν θά φάει σκόρδο τότε; Μεγάλο σουξέ εἶχε καί ἡ τοματόσουπα, πού μέ λίγο ἁλάτι καί πιπέρι, μᾶς φαινόταν «ντελικατέσσεν». Λίγα πράγματα, ἀλλά πολύς χῶρος! Ἀλάνες, πλατεῖες, πρασινάδα.

Βλέπω καμμιά φορά εἰκόνες τοῦ Πειραιᾶ, τραβηγμένες ἀπό ψηλά καί ἀναρωτιέμαι πῶς γέμισε ἡ πόλη τσιμέντο. Τοῦ Λαζάρου, λοιπόν, ἄρχιζε τό πανηγύρι τῶν διακοπῶν. Πρίν ἀπ’ ὅλα, ἔβγαιναν οἱ μπάλλες στόν δρόμο, στήναμε τά γκόλ-πόστ μέ πέτρες καί ἄρχιζε τό μάτς. Κάπου-κάπου, φωνάζαμε «αὐτοκίνητο!» καί σταματούσαμε γιά νά περάσει ἀπό τόν χωματόδρομο κάποιο αὐτοκίνητο, ἀπό τά ἐλάχιστα πού κυκλοφοροῦσαν στίς γειτονιές. Βέβαια, ἔχουν περάσει ἀπό τότε κάμποσα χρόνια, ἀλλά οἱ παιδικές ἀναμνήσεις γίνονται πιό ἔντονες, ἰδιαίτερα ὅταν τίς διηγεῖσαι στά ἐγγόνια σου, καί μένουν μέ τό στόμα ἀνοιχτό.

Τοῦ Λαζάρου ἑόρταζε καί ὁ γείτονάς μας, ὁ Λάζρος, πού ἦταν «ἔμπορας». Δηλαδή εἶχε ἕνα κλειστό ἡμιφροτηγάκι, ἀπό ἐκεῖνα τά «Μόρρις» μέ τήν ξύλινη ἐπένδυση καί γύριζε τίς γειτονιές πουλῶντας διάφορα, γυναικεῖα κυρίως, εἴδη. Πολλές φορές ἔπαιζε «διαιτητής» στούς ποδοσφαιρικούς μας ἀγῶνες. Φυσικά, δέν εἴχαμε γήπεδα μέ φυσικό ἤ πλαστικό χορτάρι, ἀλλά χωματόδρομους καί οἰκόπεδα μέ φυσικό χαλίκι, πού ὅταν ἔπεφτες κάτω εἶχε τούς μώλωπες καί τίς γραντζουνιές σίγουρες!

«Κοίτα πῶς ἔγινες πάλι» ἦταν ἡ συνήθης ὑποδοχή στό σπίτι, ἀφοῦ φθάναμε πάντα μέσα στόν ἱδρῶτα καί τό χῶμα καί πολλές φορές μέ τά γόνατα καί τούς ἀγκῶνες ματωμένους. Τώρα, τά παιδιά ἔχουν τά γήπεδα «πέντε ἐπί πέντε», ἔχουν τά γυμναστήρια. Αὐτά, ἐμεῖς τά βλέπαμε μόνο στόν κινηματογράφο. Ἀλλά ἄν τά εἴχαμε, δέν θά θυμόμασταν ἐκεῖνα τά χρόνια.

Καλή Μεγάλη Ἑβδομάδα, συμπατριῶτες.

Απόψεις

Ἀναγνωρίζουμε τό νέο ἐδαφικό καθεστώς τῆς Οὐκρανίας μέ μοντέλο Κοσσυφοπεδίου

Εφημερίς Εστία
Πῶς μελετᾶ τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῶν χιλιάδων ὁμογενῶν τῆς Μαριουπόλεως – Κίνησις μέ γενικώτερη πολιτική σημασία – Βίζες σέ λευκά χαρτιά μέ βάση τό προηγούμενο τῆς Πρίστινα κατά τήν μεταβατική περίοδο – Ντέ φάκτο ἀναγνώριση ὑπέρ τῆς Ρωσσίας συνιστοῦν τά ἔγγραφα χωρίς τόν ὅρο «Οὐκρανία»

Ὁ ἐκσυγχρονισμός τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων ἀπαιτεῖ πρωτίστως σοβαρότητα

Εφημερίς Εστία
ΜΕΡΙΚΕΣ σκέψεις ἐν ὄψει τῶν ἀλλαγῶν πού θεσμοθετοῦνται στό ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Ἀμύνης καί τῶν ἐντόνων ἀντιδράσεων πού ἔχουν ἐκδηλωθεῖ γιά αὐτές.

Δήλωσις Χριστοδουλίδη: Ὅποιος ἔχει στοιχεῖα νά πάει στόν εἰσαγγελέα

Εφημερίς Εστία
ΩΣ προϊόν «ὑβριδικοῦ πολέμου» χαρακτήρισε ἡ Κυπριακή Κυβέρνησις τό βίντεο πού ἔσκασε ὡς κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ στήν αὐλή τοῦ Νίκου Χριστοδουλίδη, ἄποψις ἡ ὁποία ἔχει κάποια βάση.

Κανείς δέν φταίει, μόνον ἐμεῖς, οἱ Εὐρωπαῖοι

Δημήτρης Καπράνος
«Μά, πῶς πιαστήκαμε τόσο κορόιδα; Πῶς ζαλιστήκαμε καί ἀφήσαμε τήν Εὐρώπη μας νά κυλήσει τόσο χαμηλά;»

Η ΠΟΛΙΣ ΤΩΝ ΤΡΟΧΩΝ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 10 Ἰανουαρίου 1926