Ἐκεῖνο πού δέν ἀντιλαμβάνονται ὅλοι ὅσοι καλλιεργοῦν καί ἐπιβάλλουν τήν τοξικότητα ὡς τρόπο σκέψεως, ἐπικοινωνίας καί γραφῆς εἶναι τό ὅτι κάποια στιγμή θά τήν βροῦν μπροστά τους.
Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζονται, γράφουν, ὑπονοοῦν καί, ἐν γένει, υἱοθετοῦν, ὁδηγεῖ τόν διάλογο –σέ ὅλες του τίς βαθμίδες– σέ ἐπίπεδα ἐπικίνδυνα γιά τήν μελλοντική πορεία τῆς πατρίδας.
Δυστυχῶς, νομίζουμε ὅτι ἡ Ἱστορία ἀρχίζει ἀπό τήν ἡμέρα πού ἀνεκαλύφθη τό διαδίκτυο καί ἀπέκτησε βῆμα «κάθε πικραμένος». Δέν μᾶς δίδαξε τίποτε ἡ ἐμπειρία τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο χειρισθήκαμε –ὡς πολιτικοί, ὡς δημοσιογράφοι καί ὡς πολῖτες– τήν περίπτωση τῆς «17 Νοέμβρη».
Οἱ δημοσιογράφοι σκοτωνόμασταν γιά τό ποιός θά βρεῖ καί θά δημοσιεύσει πρῶτος τίς ἀκατανόητες καί γελοῖες –καί ἄκρως ἐπικίνδυνες γιά τόν δημόσιο διάλογο– «προκηρύξεις» τῶν δολοφόνων. Οἱ πολιτικοί –ἄλλοι ἀπό φόβο, ἄλλοι ἀπό πεποίθηση– ἦταν ἰδιαιτέρως προσεκτικοί στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο χειρίζονταν τούς ἐγκληματίες. Καί εἶχε γενικῶς διαμορφωθεῖ ἕνα σκηνικό μέσα στό ὁποῖο οἱ κακοποιοί τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Δικαίου εἶχαν «ἡρωοποιηθεῖ» καί οἱ πολῖτες εἶχαν σχεδόν ἀποδεχθεῖ ὅτι «κάπου οἱ τρομοκράτες ἔχουν δίκιο». Βεβαίως, ἡ μετέπειτα πορεία τῆς ἐγκληματικότητος καί ἡ σημερινή εἰκόνα τῆς κοινωνίας δείχνει πεντακάθαρα ποῦ ἔχουμε φθάσει καί ποιός ξέρει ποῦ θά φθάσουμε ἀκόμη.
Ἀρκεῖ μιά ματιά στά πρωτοσέλιδα τῶν ἐφημερίδων, μιά ματιά στίς «ἐνημερωτικές ἐκπομπές» τῶν καναλιῶν πού ἀνήκουν σέ ποικιλόμορφα ἐπιχειρηματικά συμφέροντα, μιά ματιά στόν τρόπο ἐκφράσεως τῶν δημοσιολόγων, γιά νά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ κατήφορος ἔχει γίνει καθημερινότητα.
Ἔτσι, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν λεκτική βία τῶν πολιτικῶν καί τῶν δημοσιολόγων, φθάσαμε στά «εἰκοσάποντα» μαχαίρια τῶν νεαρῶν δολοφόνων, πού δολοφονοῦν τόν ἐρωτικό ἀντίζηλό τους καί «ποστάρουν» στά «σόσιαλ» τό ματωμένο μαχαίρι τοῦ ἐγκλήματος! Ἔτσι φθάσαμε στήν δεκαεννιάχρονη κοπέλλα πού πεθαίνει πεταμένη σέ ἕνα ἐπαρχιακό ξέφωτο, ἀφοῦ ἔχει κάνει «καριέρα» στίς βρωμερές ἱστοσελίδες τῆς δῆθεν ἐρωτικῆς πλευρᾶς τῆς σελήνης. Ἔτσι φθάσαμε στήν κάθε τόσο βεβήλωση τῆς ἀναμνηστικῆς πλάκας τῶν θυμάτων τῆς «Μαρφίν», τῶν ὁποίων οἱ Ἀρχές γνωρίζουν τούς δολοφόνους, ἀλλά οὐδέποτε ἐπεχείρησαν νά τούς «μπαγλαρώσουν».
Εἴδαμε, λοιπόν, μέ τρόμο, τήν δημοσιολόγο τοῦ καναλιοῦ CBS νά υἱοθετεῖ ἀμέσως τό «μανιφέστο» τοῦ παρ’ ὀλίγον δολοφόνου τοῦ Προέδρου τῶν ΗΠΑ καί –ποιός ξέρει πόσων ἀκόμη– ἄλλων παρισταμένων στό δεῖπνο πρός τιμήν τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Τύπου. Τήν εἴδαμε νά τοῦ διαβάζει τό «μανιφέστο», ὅπως διαβάζαμε κι ἐμεῖς, τυπωμένες στίς ἐφημερίδες, τίς «προκηρύξεις» τῆς «17 Νοέμβρη». Ὅπως καί ἐμεῖς, ἐδῶ, υἱοθετοῦμε ὡς θέσφατο ἐνοχῆς τήν κάθε ἀναφορά ὀνόματος προσώπων σχετικά μέ κάποια ὑπόθεση καί ἀμαυρώνονται ἀμέσως ἄνθρωποι, χωρίς κανέναν ἐνδοιασμό, χωρίς ντροπή, χωρίς πρόβλεψη γιά τό τί μπορεῖ νά ἀκολουθήσει.
Ὅ,τι καί νά λέμε, ὅμως, ὅ,τι καί νά ἐπισημαίνουμε, ὅ,τι καί ἄν πιστεύουμε καί ὑποστηρίζουμε, στό τέλος ἐπικρατεῖ ἐκεῖνο πού εἶχε πεῖ γιά τόν ἑλληνικό λαό ὁ ἀλησμόνητος θυμόσοφος Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος:
«Ὁ Θεός εἶπε σέ κάποιον ἄνθρωπο: “Ζῆτα μου ὅ,τι θές καί θά σ’ τό κάνω πλουσιοπάροχα, μέ τή μόνη διαφορά πώς ὅ,τι δώσω σέ σένα, θά τό δώσω πολλαπλάσιο στόν γείτονά σου”. Ἐκεῖνος, ἐμπαθής στήν καρδιά, κακός στήν διάνοια, τί λέει; “Θεέ μου, δέν θέλω νά μοῦ δώσεις τίποτα. Ἕνα μόνοι σοῦ ζητῶ. Νά κάνεις νά ψοφήσει ἡ κατσίκα τοῦ γείτονα”. Ἔτσι συμπεριφερόμαστε ἐμεῖς σήμερα…».

