Τήν θερινή ὥρα… «δαγκωτό»!

Ἔ, ὄχι καί νά μᾶς ἐρωτοῦν ἐμᾶς, τούς Ἕλληνες, ἄν προτιμοῦμε τήν θερινή ἤ τήν χειμερινή ὥρα!

Τήν θερινή φυσικά, τήν ὥρα πού ταιριάζει στήν χώρα μας, τήν ὥρα πού ταιριάζει στήν ψυχοσύνθεσή μας, στήν θάλασσά μας, στήν ζωή μας. Δέν μπορεῖς νά βλέπεις νά βραδυάζει ἀπό τίς πέντε τό ἀπόγευμα! Πῶς νά τό κάνουμε; Προσπάθησαν, ὅσο μποροῦσαν, οἱ ἑταῖροι μας νά μᾶς φέρουν κοντά τους.

Τό πέτυχαν, ὡς πρός τόν τρόπο ζωῆς. «Ἔλλειψη χρημάτων-στάσις ἐμπορίου» ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Καί καθώς μᾶς ἀφαίρεσαν τήν δυνατότητα νά ἔχουμε χρήματα, ἀρχίσαμε νά ζοῦμε σάν Εὐρωπαῖοι.

Κλεινόμαστε μέσα ἀπό νωρίς, καθόμαστε στόν καναπέ, βλέπουμε τηλεπαιγνίδια, βλέπουμε «Τό σόι σου» (παραλείπεται μία λέξη), βλέπουμε μέχρι καί ἐκεῖνες τίς ἐκπομπές μαγειρικῆς, πού μᾶς διδάσκουν πῶς νά μαγειρεύουμε χοιρινό μέ φραγκοστάφυλα ἤ κοτόπουλο μέ γκότζι-μπέρι καί λάδι τρούφας ἤ λαβράκι μέ λάδι καρύδας καί σπόρους τομάτας ἀπό τά Ἱμαλάια!

Δέν βγαίνουμε πιά τά βράδια, τά «μαγαζιά» δουλεύουν πλέον μιά-δυό ἡμέρες τήν ἑβδομάδα, ἀγοράζουμε ροῦχα ἀπό τά «στοκάδικα» καί τίς «ὀκαζιόν», ξεχάσαμε τό «ἀμπιγιέ» ντύσιμο καί φορᾶμε ὅ,τι βροῦμε μπροστά μας, ἀφήνουμε τό αὐτοκίνητο σπίτι καί κυκλοφοροῦμε μέ τό λεωφορεῖο ἤ τό μετρό.

Ἀλλά ὅταν σκάσει μύτη ὁ Ἀπρίλιος, κατεβαίνουμε στίς παραλίες, φορᾶμε κοντομάνικα καί πέδιλα, βουτᾶμε στή θάλασσα πού ἔχει ἀρχίσει νά ἀλλάζει θερμοκρασία, περιμένουμε τίς φράουλες καί τά κεράσια…

Ἄλλες εἶναι οἱ συνθῆκες ἐδῶ, στήν χώρα τοῦ ἥλιου καί ἄλλες ἐκεῖ, ὅπου μέ δεκαπέντε βαθμούς τό καλοκαίρι ἱδρώνετε ἀπό τήν ζέστη!

Τήν θερινή ὥρα θέλουμε, φυσικά, γιά νά ἔχουμε περισσότερο φῶς, περισσότερες ὧρες γιά νά μᾶς δεῖ ἡ ἡμέρα. Νά πηγαίνει ἑπτάμιση τό ἀπόγευμα καί νά μήν ἔχει πέσει ὁ ἥλιος, νά κοντεύει ὀκτώ καί –ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν ἐργασία– νά πηγαίνεις γιά μπάνιο!

Νά πηγαίνεις μέ τήν παρέα σου γιά καφεδάκι καί νά βλέπεις, κοντά στίς ἐννιά, τόν οὐρανό νά κοκκινίζει καί τόν ἥλιο νά βυθίζεται στά νερά τοῦ Σαρωνικοῦ.

Τί νά κάνουμε, παιδιά; Εἶναι κάποια πράγματα τά ὁποῖα μποροῦμε νά ἀπολαύσουμε καί μέ τά λίγα πού μᾶς ἔχουν ἀπομείνει. Γιά σκέψου, δηλαδή, νά εἶσαι τυχερός καί νά μένεις σέ παραθαλάσσια ἑλληνική πόλη! Νά γυρίζεις τό μεσημέρι ἀπό τό γραφεῖο, νά πετᾶς τά ροῦχα, νά φορᾶς τό μαγιό καί νά τρέχεις στήν θάλασσα!

Ποῦ νά τά βρεῖς αὐτά σέ ἄλλες –πλήν τῶν νοτίων– χῶρες τῆς Εὐρώπης; Τί νά τά κάνω ἐγώ τά ἀκριβά ἑστιατόρια, τά «γκουρμέ» στέκια καί ἄλλες ἀπολαύσεις, ὅταν μπορῶ νά χαρῶ τήν θάλασσα καί ἕνα πιάτο μέ ὁλόφρεσκο τηγανισμένο γαῦρο καί μιά σαλάτα;

Γι’ αὐτό σᾶς λέω, ἀγαπητοί ἑταῖροι, μήν μᾶς ρωτᾶτε ἐμᾶς, τούς χρεοκοπημένους Ἕλληνες «ποιά ὥρα προτιμᾶμε». Ὅσο καί ἄν μᾶς ἔχετε κατηγορήσει γιά «Ἀδιαφάνεια», εἴμαστε ἡ χώρα πού λατρεύει τό φῶς καί ζητεῖ πάντα περισσότερο!

Εἶναι τό μοναδικό δημοψήφισμα, στό ὁποῖο οἱ Ἕλληνες θά ψηφίσουν μέ ποσοστά συντριπτικά. Τήν θερινή ὥρα θέλουμε, τόν ἥλιο νά χαιρόμαστε, ὅσο μποροῦμε περισσότερο…

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!