Τά …σχεδόν τριήμερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Παλαιότερα, ἡ ἑορτή τῆς «Ἀναλήψεως» ἦταν σχολική ἀργία

Θυμᾶμαι ὅτι κάθε χρόνο, ἡ μητέρα μου μᾶς πήγαινε στήν θάλασσα, στήν περιοχή Σκαραμαγκᾶ (τότε δέν ὑπῆρχαν ἐκεῖ διυλιστήρια καί ὑψικάμινοι, ὅπως ἔγραψε ὁ Γκάτσος ἀργότερα), γιά «νά πιάσουμε τήν μαλλιαρή».

Ἡ «μαλλιαρή» ἦταν μία πέτρα μέ «μαλλιά», δηλαδή μία πέτρα πού ἔπρεπε νά ἔχει ἐπάνω της φύκια ἤ θαλάσσια βρύα καί θαλάσσιες λειχῆνες.

Ἐμεῖς, τά μικρά, κάναμε «μακροβούτια» μέχρι νά βροῦμε τήν πολυπόθητη πέτρα, τήν ὁποία προσκομίζαμε στήν μαμά ὡς «λάφυρο» καί ἐκείνη τήν ἔβαζε σέ μιά τσάντα γιά νά τήν πᾶμε στό σπίτι, «γιά γούρι»…
Ἀργότερα, ἔμαθα ἀπό πρόσφυγες τῆς γειτονιᾶς μας ὅτι τό ἔθιμο τῆς «μαλλιαρῆς» προερχόταν ἀπό τό Ἀϊβαλί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ, ἄνδρες καί γυναῖκες συνήθιζαν νά μπαίνουν ὥς τά γόνατα στή θάλασσα καί ἔπαιρναν ἀπό 40 κύματα νερό σέ ἕνα μπουκάλι. Σταυροκοπιόνταν καί ἀγναντεύοντας τόν ἀνοιχτό ὁρίζοντα κατευόδωναν τόν Χριστό λέγοντας «Ἄντε, Χριστέλλη μου, στό καλό!». Κι ἔψαχναν στόν πρόχειρο βυθό τῆς θάλασσας, ἐκεῖ στά ρηχά, συνήθεια πού γίνεται καί στίς ἀκτές τῆς Ἀττικῆς, φερμένη ἀπό τούς πρόσφυγες, νά βροῦν μιά πέτρα μέ βρύα, τήν περίφημη «πέτρα μαλλιαρή». Ὅποιος τήν εὕρισκε τήν ἔπαιρνε στό σπίτι του, ὡς φορέα εὐτυχίας!

Ἡ πέτρα αὐτή μέ τό ρίζωμα καί τή βλάστησή της μέσα στή θάλασσα, συμβολίζει ὅλη τή δύναμη καί τήν οὐσία τοῦ θαλασσινοῦ στοιχείου πού, κατά τόν Εὐριπίδη, (Ἰφιγένεια, ἡ ἐν Ταύροις, 1193) «κλύζει πάντα τ’ ἀνθρώπων κακά!». Εἶναι δηλαδή ἡ θάλασσα καθαρτική καί ἀνανεωτική, ἰδιαίτερα τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως, ὅταν μέ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στούς αἰθέρες, οὐρανός καί θάλασσα ἔχουν ἁγιασθεῖ…

Ἡ Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως ἦταν ὁ προάγγελος τοῦ τριημέρου ἀργίας. Τό σχολεῖο τῆς μητέρας μας ὀνομαζόταν «Ἡ ἁγία Τριάς» (ἕνεκα τοῦ ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός μου καί ἐγώ γεννηθήκαμε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς λίγο πρίν γυρίσει ἡ μέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), ὁ πατέρας μας ἐργαζόταν ὡς ἰατρός στόν Οἶκο τοῦ Ναύτου καί τό ΙΚΑ (ἄρα εἶχαν ἀργία) κι ἔτσι πάντα, ὀργανωνόταν ἕνα …σχεδόν τριήμερο (τότε τό Σάββατο δέν ἦταν ἀργία) μέ συνήθη προορισμό τό Ἀμπελάκι στήν Σαλαμῖνα ὅπου ἡ παραθεριστική οἰκία τοῦ παπποῦ καί τό παμνηγύριο τῆς «Ἁγίας Τριάδας», ἤ τό Τολό, στήν Ἀργολίδα, ὅπου εἴχαμε φίλους καί κουμπάρους!

Θυμᾶμαι μέ νοσταλγία ἐκεῖνα τά λιγοστά, σχεδόν τριήμερα, στό Τολό. Μέ τόν πατέρα μας νά ὁδηγεῖ προσεκτικά τό «Simca Etoile», ἕνα αὐτοκίνητο μέ τίς ταχύτητες «στό χέρι» καί τή μητέρα μου συνεχῶς νά γκρινιάζει ἐπειδή ὁ μπαμπᾶς «περνοῦσε τά ἑξήντα χιλιόμετρα καί ἔτρεχε!». Ἔχει μείνει ἱστορική μιά «ἀτάκα» τοῦ πατέρα μας, καθώς περνούσαμε τήν «Κακιά Σκάλα». «Ἄν συνεχίσεις νά τρέχεις, θά ἀνοίξω τήν πόρτα καί θά πηδήσω ἔξω!» ἀπείλησε ἡ μαμά. Καί ὁ γιατρός, ψύχραιμος: «Ὅλο ὑποσχέσεις τίς ὁποῖες δέν τηρεῖς εἶσαι, Σοφία μου!». Πάντα ἔβαζε τό «μοῦ» στό τέλος, ὅ,τι καί ἄν εἶχε προηγηθεῖ…

Τό τριήμερο, πλέον, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχασε τό νόημά του. Περνᾶ κι αὐτό μέσα σέ συνωστισμό στίς ἐθνικές ἀρτηρίες καί «στριμωξίδι» στίς παραλίες. Μέ τόσα φῶτα, πῶς νά φωτίσει καί τό Ἅγιο Πνεῦμα;

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!