ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Στόν Ὑμηττό, στόν Ἰλισσό καί στόν ὑπέροχο Μᾶνο

Κι ἔχει ἀνάψει ἡ κουβέντα περί μουσικῆς κι ἔχουμε φθάσει στό κεφάλαιο «Μᾶνος Χατζιδάκις».

Κανά δυό ἀπό τήν παρέα εἶναι φανατικοί τοῦ Μίκη, ὁ ἄλλος λατρεύει τόν Σπανό, συζητᾶμε, ἀραδιάζουμε τίτλους δίσκων, τραγούδια, στιχουργούς κι ἕνα σωρό ἄλλα, γύρω ἀπό τήν χρυσή ἐποχή. Μ’ ἀρέσει νά τούς μπερδεύω καί ἁπλώνω στό τραπέζι τά δύσκολα, δηλαδή τήν Πορνογραφία, τό Reflections, τούς δίσκους τοῦ Σείριου.

Τούς μιλῶ γιά τόν στιχουργό Χατζιδάκι, ἄλλος θεωρεῖ τόν Γκάτσο κορυφαῖο κι ἄλλος τόν Χριστοδούλου, μέχρι πού ὁ Γιάννης πηγαίνει στό βάθος τοῦ μπάρ, ἀνοίγει τό καπάκι τοῦ παλιοῦ «Bluthner» καί χτυπᾶ μιά συγχορδία…

«Γιά κάτσε ν’ ἀκούσουμε τώρα τί ἔχεις νά μᾶς πεῖς» λέει ὁ Παντελῆς καί στρώνομαι στήν ἄβολη καρέκλα. Τό κατάστημα δέν διαθέτει «σκαμπώ κλειδοκυμβάλου». Ἁπλώνομαι στό κλαβιέ καί σκέφτομαι τί νά παίξω. Περιδιαβαίνω σκόρπιες κλίμακες, καί ἀρχίζει νά λειτουργεῖ τό «τσίρκο ἠλεκτρικό μές στό μυαλό μου», πού λέει κι ὁ Διονύσης.

«Τώρα πού εἶναι ἄνοιξη», ἀρχίζει νά ἄδει ὁ καλλίφωνος Γιάννης Πετρόπουλος, καί τό μοναδικῆς ὀμορφιᾶς «Κάπου ὑπάρχει ἀγάπη μου» γεμίζει τήν καρδιά τοῦ ξεχασμένου ὀργάνου καί τούς χώρους τοῦ μικροῦ μπάρ. «Θά τήν γυρέψω στά χαρτιά, θά τήν γυρέψω στ’ ἄστρα/μά, σάν τήν βρῶ, στ’ ὁρκίζομαι πώς θά ντυθῶ μές στ’ ἄσπρα»…

Ἡ παρέα ἐκστασιάζεται, ἡ βραδυά εἶναι γλυκύτατη καί βρίσκω τήν εὐκαιρία νά τούς θυμίσω ὅτι καί οἱ στίχοι εἶναι τοῦ Μάνου! Καί καθώς ἔρχονται «τά πρῶτα» ἀπό τήν Μαρία, γυρίζω σέ ρέ μείζονα καί πιάνω ἕναν ἀργεντίνικο σκοπό, σέ ὕφος «τανγκό», γιά νά τό γυρίσω ἀμέσως, μόλις ὁ Ἀνδρέας σηκώνει τήν Μαίρη γιά χορό, στήν Μαύρη Φόρντ, ἀπό τήν «ὁδό Ὀνείρων». Τό ζευγαράκι μας, παντρεμένοι πενῆντα χρόνια, στροβιλίζεται καί ἡ συντροφιά ἄδει «Ἄχ, τί κακό, ἄχ τί κακό, μέσα στήν Φόρντ ἕνα βραδύ μαγικό/ ἔχασα κάτι πού τό εἶχα φυλαχτό!». Κι αὐτό τό ἆσμα, σέ μουσική καί στίχους τοῦ τεράστιου δημιουργοῦ κι ἀπό κοντά, σέ ντό μείζονα, «Συνέβη στήν Ἀθήνα», τό τραγούδι σέ μουσική καί στίχους τοῦ Μάνου Χατζιδάκι, τό ὁποῖο ἀκούστηκε γιά πρώτη φορά στά ἀγγλικά τό 1961, ἀπό τήν Hannelore Auer στήν ταινία τοῦ Andrew Marton «Συνέβη στήν Ἀθήνα», πού ἀναφερόταν στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες τοῦ 1896.

Καί πρίν ἡ παρέα ψιθυρίσει κάτι ἄλλο, γυρίζω τόν ρυθμό σέ λάτιν καί παρασύρω ὅλο τό μπαράκι στόν «Ὑμηττό», πού μόλις τό ἀκούσεις δέν μπορεῖς παρά ν’ ἀρχίσεις νά λικνίζεσαι καί νά ἀκολουθεῖς τά βήματα στόν ρυθμό. «Πέτρα πού κύλησε μήν τήνε κρατήσεις/τό ριζικό της εἶν’ κακό καί θά μετανοήσεις» λέει ὁ στίχος τοῦ Χατζιδάκι. Κι ὕστερα, στό ἴδιο τέμπο, περπατᾶμε στόν «Ἰλισσό», πού ἀκουγόταν στήν ταινία τοῦ Νίκου Κούνδουρου «Ὁ Δράκος», τό 1956. Εἶναι ἡ ὥρα νά τούς τήν σκάσω.

«Ὡραῖος ὁ στίχος ἐδῶ τοῦ Μάνου, πρωτοποριακός» λέει ὁ Μιχάλης, πού παίρνει καί ὕφος. «Ἔχασες, φίλε. Ὁ Μᾶνος ἔγραψε τόν “Ὑμηττό”, ἀλλά τόν στίχο στόν “Ἰλισσό” τόν ἔγραψε ὁ Γιῶργος Ἐμιρζᾶς» τοῦ λέω καί συνεχίζω. Ἀρχίσαμε τό τραγούδι στίς ἕντεκα καί φύγαμε στίς τρεῖς. Τραγουδήσαμε μόνο Χατζιδάκι. Καί φύγαμε εὐτυχισμένοι!

Απόψεις

Στο εικαστικό σύμπαν της Λεώνης Γιαγδζόγλου

Εφημερίς Εστία
Με επίκεντρο την παιδική φαντασία και τη διαρκή αλλαγή, η νέα έκθεση της Λεώνης Γιαγδζόγλου εξερευνά τη σχέση της ύλης με τη μνήμη, μέσα από έργα που αρνούνται να παραμείνουν στατικά ή να ενταχθούν σε μία μόνο κατηγορία.

«Σπάει» τό ἀπόστημα τῆς διαφθορᾶς

Εφημερίς Εστία
Ξηλώνεται τό πουλόβερ τοῦ κυβερνητικοῦ συνδικαλισμοῦ τῆς ΓΣΕΕ πού, ἀντί νά μάχεται γιά τόν κόσμο τῆς ἐργασίας, αὐξάνει τίς τραπεζικές του καταθέσεις μέσῳ ΙΕΚ – Ἀποκαλύπτεται ἡ διάβρωσις στίς Ἔνοπλες Δυνάμεις μέ τήν σύλληψη ἀξιωματικοῦ τῆς ΠΑ γιά κατασκοπεία πρός Ἀνατολάς – «Ξεσκεπάζεται» ἡ διαπλοκή κράτους – ἑταιρειῶν δημοσκοπήσεων – 2,5 ἑκατ. σέ ἑταιρεία ἀπό φορέα τοῦ Δημοσίου

«Οὐαί τοῖς ἡττημένοις!»

Εφημερίς Εστία
Καλές οἱ ΗΠΑ καί ἡ Ρωσσία, ἀλλά ἔχω τό δρᾶμα μου καί ἐγώ 

«Κεραυνοί» Λαβρώφ γιά τήν ἀποξένωση τῆς Ἑλλάδος ἀπό τήν Ρωσσία

Εφημερίς Εστία
Δριμεῖα ἐπίθεση ἐξαπέλυσε ὁ ὑπουργός Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας Σεργκέι Λαβρώφ κατά τῆς Ἀθήνας μέ δηλώσεις του, τονίζοντας ὅτι ἡ Ἑλλάς διέκοψε τήν συνεργασία δεκαετιῶν μέ τήν Μόσχα.

Περί πολιτικῆς, ἰσορροπιῶν καί ἀμφισβητήσεων

Δημήτρης Καπράνος
«Μά, τί γίνεται στήν Νέα Δημοκρατία; Γιατί, ἐνῷ παραμένει σταθερά πρώτη, ἡ ἡγεσία της ἀμφισβητεῖται ἐκ τῶν ἔσω;» μέ ρώτησε φίλος, πού ἀγωνιᾶ γιά τήν παράταξη, τήν ὁποία στηρίζει ἀνελλιπῶς ἀπό τήν ἡμέρα τῆς ἱδρύσεώς της.