ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Στόν Ὑμηττό, στόν Ἰλισσό καί στόν ὑπέροχο Μᾶνο

Κι ἔχει ἀνάψει ἡ κουβέντα περί μουσικῆς κι ἔχουμε φθάσει στό κεφάλαιο «Μᾶνος Χατζιδάκις».

Κανά δυό ἀπό τήν παρέα εἶναι φανατικοί τοῦ Μίκη, ὁ ἄλλος λατρεύει τόν Σπανό, συζητᾶμε, ἀραδιάζουμε τίτλους δίσκων, τραγούδια, στιχουργούς κι ἕνα σωρό ἄλλα, γύρω ἀπό τήν χρυσή ἐποχή. Μ’ ἀρέσει νά τούς μπερδεύω καί ἁπλώνω στό τραπέζι τά δύσκολα, δηλαδή τήν Πορνογραφία, τό Reflections, τούς δίσκους τοῦ Σείριου.

Τούς μιλῶ γιά τόν στιχουργό Χατζιδάκι, ἄλλος θεωρεῖ τόν Γκάτσο κορυφαῖο κι ἄλλος τόν Χριστοδούλου, μέχρι πού ὁ Γιάννης πηγαίνει στό βάθος τοῦ μπάρ, ἀνοίγει τό καπάκι τοῦ παλιοῦ «Bluthner» καί χτυπᾶ μιά συγχορδία…

«Γιά κάτσε ν’ ἀκούσουμε τώρα τί ἔχεις νά μᾶς πεῖς» λέει ὁ Παντελῆς καί στρώνομαι στήν ἄβολη καρέκλα. Τό κατάστημα δέν διαθέτει «σκαμπώ κλειδοκυμβάλου». Ἁπλώνομαι στό κλαβιέ καί σκέφτομαι τί νά παίξω. Περιδιαβαίνω σκόρπιες κλίμακες, καί ἀρχίζει νά λειτουργεῖ τό «τσίρκο ἠλεκτρικό μές στό μυαλό μου», πού λέει κι ὁ Διονύσης.

«Τώρα πού εἶναι ἄνοιξη», ἀρχίζει νά ἄδει ὁ καλλίφωνος Γιάννης Πετρόπουλος, καί τό μοναδικῆς ὀμορφιᾶς «Κάπου ὑπάρχει ἀγάπη μου» γεμίζει τήν καρδιά τοῦ ξεχασμένου ὀργάνου καί τούς χώρους τοῦ μικροῦ μπάρ. «Θά τήν γυρέψω στά χαρτιά, θά τήν γυρέψω στ’ ἄστρα/μά, σάν τήν βρῶ, στ’ ὁρκίζομαι πώς θά ντυθῶ μές στ’ ἄσπρα»…

Ἡ παρέα ἐκστασιάζεται, ἡ βραδυά εἶναι γλυκύτατη καί βρίσκω τήν εὐκαιρία νά τούς θυμίσω ὅτι καί οἱ στίχοι εἶναι τοῦ Μάνου! Καί καθώς ἔρχονται «τά πρῶτα» ἀπό τήν Μαρία, γυρίζω σέ ρέ μείζονα καί πιάνω ἕναν ἀργεντίνικο σκοπό, σέ ὕφος «τανγκό», γιά νά τό γυρίσω ἀμέσως, μόλις ὁ Ἀνδρέας σηκώνει τήν Μαίρη γιά χορό, στήν Μαύρη Φόρντ, ἀπό τήν «ὁδό Ὀνείρων». Τό ζευγαράκι μας, παντρεμένοι πενῆντα χρόνια, στροβιλίζεται καί ἡ συντροφιά ἄδει «Ἄχ, τί κακό, ἄχ τί κακό, μέσα στήν Φόρντ ἕνα βραδύ μαγικό/ ἔχασα κάτι πού τό εἶχα φυλαχτό!». Κι αὐτό τό ἆσμα, σέ μουσική καί στίχους τοῦ τεράστιου δημιουργοῦ κι ἀπό κοντά, σέ ντό μείζονα, «Συνέβη στήν Ἀθήνα», τό τραγούδι σέ μουσική καί στίχους τοῦ Μάνου Χατζιδάκι, τό ὁποῖο ἀκούστηκε γιά πρώτη φορά στά ἀγγλικά τό 1961, ἀπό τήν Hannelore Auer στήν ταινία τοῦ Andrew Marton «Συνέβη στήν Ἀθήνα», πού ἀναφερόταν στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες τοῦ 1896.

Καί πρίν ἡ παρέα ψιθυρίσει κάτι ἄλλο, γυρίζω τόν ρυθμό σέ λάτιν καί παρασύρω ὅλο τό μπαράκι στόν «Ὑμηττό», πού μόλις τό ἀκούσεις δέν μπορεῖς παρά ν’ ἀρχίσεις νά λικνίζεσαι καί νά ἀκολουθεῖς τά βήματα στόν ρυθμό. «Πέτρα πού κύλησε μήν τήνε κρατήσεις/τό ριζικό της εἶν’ κακό καί θά μετανοήσεις» λέει ὁ στίχος τοῦ Χατζιδάκι. Κι ὕστερα, στό ἴδιο τέμπο, περπατᾶμε στόν «Ἰλισσό», πού ἀκουγόταν στήν ταινία τοῦ Νίκου Κούνδουρου «Ὁ Δράκος», τό 1956. Εἶναι ἡ ὥρα νά τούς τήν σκάσω.

«Ὡραῖος ὁ στίχος ἐδῶ τοῦ Μάνου, πρωτοποριακός» λέει ὁ Μιχάλης, πού παίρνει καί ὕφος. «Ἔχασες, φίλε. Ὁ Μᾶνος ἔγραψε τόν “Ὑμηττό”, ἀλλά τόν στίχο στόν “Ἰλισσό” τόν ἔγραψε ὁ Γιῶργος Ἐμιρζᾶς» τοῦ λέω καί συνεχίζω. Ἀρχίσαμε τό τραγούδι στίς ἕντεκα καί φύγαμε στίς τρεῖς. Τραγουδήσαμε μόνο Χατζιδάκι. Καί φύγαμε εὐτυχισμένοι!

Απόψεις

Ἐλέγχεται γιά μαῦρο χρῆμα καί δηλώνει κέρδη στό τζόκερ

Εφημερίς Εστία
Καί κατά δήλωσίν της, παραμένει μέλος τῆς Νέας Δημοκρατίας – Συνεχίζεται πλέον ὁ διασυρμός τῆς παρατάξεως στήν Ἐξεταστική – Μετά τά λαχεῖα Στρατάκη καί τήν ἐπιδεικτική ἀπουσία «Φραπέ»

Τό πραγματικό «πουτιναριό»

Μανώλης Κοττάκης
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ὁ πόλεμος δείχνει νά τελειώνει σιγά-σιγά, καιρός εἶναι νά τοποθετηθοῦν μερικά πράγματα στήν θέση τους.

Φρένο στίς τουρκικές ἐπιδιώξεις ἔθεσαν οἱ συμφωνίες Κύπρου – Λιβάνου

Εφημερίς Εστία
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Κύπρου Νῖκος Χριστοδουλίδης συνυπέγραψε μέ τόν Λιβανέζο ὁμόλογό του Τζοτζέφ Ἀούν κατά τήν διάρκεια τῆς ἐπισκέψεως στήν Βηρυτό, δύο ἱστορικές συμφωνίες: τήν ὁριοθέτηση τῆς ΑΟΖ τῶν δύο κρατῶν καί τήν ἠλεκτρική διασύνδεση μεταξύ των.

Ξεχνᾶμε τό δικά μας ἔθιμα καί κάνουμε εἰσαγωγή ξένων

Δημήτρης Καπράνος
Ἔχεις τόν Παρθενῶνα, ἔχεις τούς συγγραφεῖς καί τούς ποιητές, ἔχεις τήν Λαμπρή πού ὅλη ἡ φύση ἑορτάζει, ἔχεις τήν φέτα καί τό οὖζο, ἔχεις καί τά νησιά μέ τήν καταγάλανη θάλασσα.

Σάββατον, 27 Νοεμβρίου 1965

Πρό 60 ἐτῶν
O ΚΟΣΜΟΣ ΟΥΤΕ… ΟΥΤΕ