Οἱ ψυχές στόν οὐρανό τῆς ἀθηναϊκῆς Ριβιέρας

Ὅταν ἄναψαν τά φῶτα, δέν μποροῦσα νά σηκωθῶ ἀπό τήν θέση μου

Κάποια δύναμη μέ κρατοῦσε καρφωμένο στήν ἀναπαυτική πολυθρόνα τοῦ σκηνοθέτη, στό θερινό σινεμά. Προσπαθοῦσα νά ἰσορροπήσω ἀνάμεσα στήν πραγματικότητα καί τήν ταινία πού μόλις εἶχε τελειώσει. Δέν θυμᾶμαι νά ἔχω νοιώσει τόσα συναισθήματα μέ ἄλλο φίλμ. Ἤθελα νά σηκωθῶ καί νά φωνάξω «Αὐτό εἶναι τό σινεμά! Ἡ τέχνη τῆς ψυχῆς, ἡ διέγερση τῶν συναισθημάτων!»… Ἤθελα νά φωνάξω «Σηκωθεῖτε ἀπό τί ὀθόνες καί τά διάφορα καταθλιπτικά “flix” καί γεμίστε τίς αίθουσες!». Κι ἀπ’ τήν ἄλλη, ἤθελα νά ἀνέβω στήν ὀθόνη καί νά φιλήσω τά χέρια τῆς Ὀλίβια Κόλμαν, τῆς πραγματικῆς ἡρωίδας τῆς τανίας «Ὁ πατέρας», τήν ὁποία μόλις εἴχαμε παρακολουθήσει.

Προσπαθοῦσα νά σηκωθῶ, ἀλλά μέ βάραιναν τόσα! Κατ’ ἀρχάς ἡ συγκλονιστική ἑρμηνεία ἐκείνου τοῦ μοναδικοῦ ἄρχοντα τῆς Οὐαλλίας, τοῦ μοναδικοῦ ἐπιζῶντος «τέρατος» τοῦ κινηματογράφου, τοῦ Ἄντονυ Χόπκινς, στόν ρόλο τοῦ πατέρα, πού βυθίζεται ἀργά, σάν νά βουτάει στόν βυθό, σέ βάθη ἀμέτρητα, ἐκεῖ πού δέν ἀκοῦς, δέν καταλαβαίνεις, μόνο βλέπεις! Ἤθελα νά σηκωθῶ, ἀλλά δέν μέ ἄφηνε ὁ ἦχος ἀπό τήν ἄρια ««je crois entendre encore» (νομίζω ὅτι μπορῶ ἀκόμη νά ἀκούσω…) ἀπό τούς «Ἁλιεῖς Μαργαριταριῶν» τοῦ Μπιζέ (ἦταν ἡ ἀγαπημένη μελωδία τοῦ πατέρα μου), ἦχος πού σέ βυθίζει καί σέ παρασύρει στόν ὅποιο βυθό… Ἐκεῖνος, ὁ πατέρας, πού ἔχει φθάσει στό δύσκολο στάδιο τῆς νόσου τῆς ἐποχῆς καί χάνει ὁλοταχῶς τήν ἐπαφή μέ τό περιβάλλον. Χάνει διαρκῶς πράγματα, ἰσχυρίζεται ὅτι τοῦ τά κλέβουν οἱ κυρίες πού τόν φροντίζουν, ψάχνει διαρκῶς τό ρολόι του, συγχέει τά πρόσωπα καί τά ταυτίζει μέ ἄλλα, τά ὁποῖα ἀνασύρει κατά βούληση ἡ καλπάζουσα πρός τά πίσω μνήμη. Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς θεατές ἔχουμε ζήσει τέτοιες καταστάσεις. Ἄλλος μέ τόν πατέρα του, ἄλλος μέ τήν μητέρα, ἄλλος μέ τά πεθερικά του, μέ τόν ἤ τήν σύντροφό του. Καί τόν σταυρό, τόν ὁποῖο καί ὁ πάσχων μεταφέρει, χωρίς ἐπίγνωση, ὅμως, τῆς καταστάσεως, ἐπωμίζεται ἡ θυγατέρα, τό μεγάλο θῦμα τῆς ὕπουλης ἀσθένειας, πού ταλαιπωρεῖ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους.

Κι ἐδῶ, σέ μιά ὀθόνη στήν ἀθηναϊκή Ριβιέρα, ὁ Γιῶργος Λαμπρινός μέ ἕνα χειρουργικῆς ἀκριβείας ἀλλά καί ἀσύλληπτης φαντασίας μοντάζ, «δένει» ἕνα δίωρο ἀφήγημα πηγαίνοντας ἀπό τό χώλ στήν κουζίνα κι ἀπό τό σαλόνι στήν τραπεζαρία! Δέν προλαβαίνεις νά ἀμυνθεῖς, τά χτυπήματα ἔρχονται τό ἕνα μετά τό ἄλλο, καθώς κυλάει ἡ ταινία. Χιλιάδες σκέψεις, συνεχῶς ἐναλλασσόμενα συναισθήματα. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἄν ὑπῆρχε δυνατότητα νά ἀνάψει ἕνας προβολέας καί νά δεῖ κανείς τά πάντα στόν οὐρανό, θά εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπό τούς κινηματογφράφους πού προβάλλουν τήν ταινία ἑκατομμύρια ψυχές πού ἔφυγαν χωρίς νά μπορέσουν νά μᾶς μιλήσουν, χωρίς νά μποροῦμε ἐμεῖς νά καταλάβουμε ἄν μᾶς ἄκουγαν καί ἄν ἐλάμβαναν τά μηνύματά μας, ὅταν εἶχαν βυθιστεῖ στά βάθη τοῦ ὠκεανοῦ τῆς μνήμης.

Δέν θά σηκωθεῖτε ἀμέσως ἀπό τή θέση σας.

Δέν θά φύγετε μέ τήν καρδιά πιό ἐλαφριά.

Δέν θά κοιμηθεῖτε ἀμέσως ὅταν γυρίσετε σπίτι.

Εἶναι, ὅμως, βέβαιο ὅτι ἡ ταινία θά ὠφελήσει πολλούς καί θά λυτρώσει ἀκόμη περισσότερους. Σᾶς παρακαλῶ νά τήν δεῖτε.

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!