Οἱ «Μπήτλς», ὁ Μίκης, ὁ Μᾶνος καί ὁ Πλέσσας

Ἄν εἶναι κάτι τό ὁποῖο ἐπικαλοῦμαι ὅταν…

… σκέπτομαι τά –ὅποια καί ἀρκετά– λάθη μου προκειμένου νά ἐπιτύχω μιᾶς μορφῆς ἰσορροπία, εἶναι ἡ μουσική παιδεία πού προσπάθησα νά δώσω στό παιδί μου. Εὐτυχῶς, μοῦ τό πιστώνει καί ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξελίχθηκε σέ σπουδαῖο κριτικό κινηματογράφου καί σέ ἕναν ἰδιαίτερα καλό καί ποιοτικό μουσικό.

Προχθές, λοιπόν, ὁ υἱός μέ κάλεσε γιά νά δοῦμε μαζί κάποια σημεῖα ἀπό τήν ἐκπληκτική σειρά πού ἑτοίμασε ὁ ἐξαίρετος Πῆτερ Τζάκσον μέ θέμα τίς ἠχογραφήσεις τῶν «Μπήτλς», διαρκείας περίπου ἕξι ὡρῶν! Ἐκ τῶν φανατικῶν θαυμαστῶν τοῦ συγκροτήματος, ἔσπευσα ἀμέσως. Μιά διευκρίνιση: Κακῶς οἱ Ἕλληνες ἀποκαλοῦμε τούς Beatles «σκαθάρια». Τό σκαθάρι στά ἀγγλικά εἶναι «Beetle» καί στήν ἀρχή αὐτή ἦταν ἡ ὀνομασία τοῦ συγκροτήματος. Ἀργότερα, ὅμως, τό ὄνομα ἔγινε «Beatles». Μιά παραφθορά τοῦ «Beetle», μέ χρήση τῆς λέξεως «Beat» πού σημαίνει «ρυθμός». «Beatles», λοιπόν, εἶναι κάτι τό ἀπροσδιόριστο, κάτι …πού δέν ὑπάρχει!

Ὁμολογῶ ὅτι τό ντοκυμανταίρ εἶναι ὑπέροχο. Κι ἐκεῖνο πού θαύμασα περισσότερο, εἶναι ὅτι στό στούντιο, οἱ τεράστιοι αὐτοί καλλιτέχνες, ὁ Πώλ Μακάρτνεϋ, ὁ Τζών Λένον, ὁ Τζώρτζ Χάρρισον καί ὁ Ρίνγκο Στάρ, συμπεριφέρονταν στό στούντιο ἀλλά καί σέ ἄλλες στιγμές τῆς καθημερινότητάς τους, ὅπως συμπεριφέρεται κάθε μουσική συντροφιά. Μέ ἀστεῖα, μέ καυγαδάκια, μέ ἀλληλοϋποδείξεις, μέ «καρφάκια» καί μέ παράπονα.
«Εἶναι σάν νά βλέπω μιά ἀπό τίς πρόβες πού κάνουμε μέ τό δικό μας συγκρότημα. Κι ἐμεῖς ἔτσι τσακωνόμαστε καί διαφωνοῦμε!» εἶπα στόν υἱό.
«Ναί, ἀλλά αὐτοί εἶναι οἱ Μπήτλς!» μοῦ ἀπάντησε.

Καί στά μάτια του, στά μάτια ἑνός ἀνθρώπου κατά 26 χρόνια νεότερου ἀπό ἐμένα, διέκρινα τόν θαυμασμό καί τό δέος γιά τό θρυλικό αὐτό μουσικό σύνολο, πού ἄλλαξε τελείως τήν μουσική μας αἰσθητική καί χάραξε νέους δρόμους, σέ ἐκείνη τήν χρυσή ἐποχή τοῦ ’60-’70. Καί εἶπα μέσα μου «κάτι καλό ἔκανες κι ἐσύ»… Κι ἀφοῦ ἀναφερόμεθα στό πῶς φέρονται στήν καθημερινότητά τους οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες, ἰδού: Ὁ Μίκης Θεοδωράκης θυμᾶται τή φιλία του μέ τόν Μᾶνο Χατζιδάκι, στά 1945: «Συχνά γυρίζαμε μαζί στήν Ἀθήνα. Τό λεωφορεῖο, αὐτή τήν ὥρα, ἦταν ἄδειο. Καθόμαστε στό πίσω κάθισμα καί διηγόταν ὁ ἕνας στόν ἄλλον τήν τελευταία του μουσική σύνθεση.

Μέ τή φαντασία μας μεταχειριζόμασταν μεγάλες ὀρχῆστρες. “Τό θέμα τό παίρνουν ἕξι τρομπόνια”, ἔλεγε αἴφνης γιά κάποια φανταστική σύνθεση πού ὀνειρευόταν ἐκεῖνο τόν καιρό. “Καί ξαφνικά ἐπεμβαίνουν τρεῖς ἅρπες…” καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Μετά τό “Καλοκαίρι θά θερίσουμε”, ἄρχισε νά δουλεύει στό θέατρο. Τοῦ ἄρεσε τόσο πολύ, πού μιά φορά, στό Περοκέ, τόν εἶδα νά παίζει σάν κομπάρσος καί νά τρέχει στή σκηνή. Ἀκολούθησε τούς “Ἑνωμένους Καλλιτέχνες” στήν τουρνέ τους στήν ἐπαρχία. Στή Λάρισα, ἕνα μεσημέρι, μπῆκαν οἱ “σούρληδες” στό θέατρο γιά νά δείρουν τούς κομμουνιστές καλλιτέχνες. Δέ βρῆκαν ὅμως παρά μόνο τόν Μᾶνο, πού ἔπαιζε μόνος τό πιάνο του. Ἔφαγε καί τό μερίδιο τῶν ἄλλων καί τοῦ σπάσανε καί τά δόντια! Κι ὅπως μοῦ ἔχει πεῖ ὁ Μίμης Πλέσσας, τήν ἐποχή πού τόν εἶχα “μαέστρο” κατά τήν θητεία μου στήν ἐπαγγελματική μουσική, “οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες πρέπει νά εἶναι μέσα τους μικρά παιδιά!”»…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ