Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 17 Ἀπριλίου 1926
Ἐφαντάσθη κανείς ποτέ σωφέρ κοιμώμενον; Μαινόμενον, μεθυσμένον, οἰστρηλατημένον ὁπωσδήποτε, μάλιστα. Ἀλλά ὁδηγοῦντα τό ἁμάξι του μέ κλειστά μάτια; Εἶναι ἀπό τά ἄγραφα. Ἐν τούτοις καί τοῦτο συνέβη εἰς τάς Ἀθήνας.
Ὁ ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν ἐταξίδευε, προχθές, μέ τόν Μορφέα εἰς τό βολάν, ὅπως ἔγραφεν ὁ συντάκτης τῆς γειτονικῆς στήλης. Ὀνειρῶδες ταξίδι κυριολεκτικῶς. Ἐννοεῖται ὅτι, μέ τέτοιον καπετάνιον, ὁ ταξιδιώτης τοῦ ὀνείρου ἠμποροῦσε ν’ ἀποβιβασθῇ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τάς ὄχθας τοῦ Ἀχέροντος. Εὐτυχῶς, ὁ Θεός προστατεύει τούς κοιμωμένους καί τό αὐτοκίνητον περιωρίσθη ν’ ἀράξη σέ κάποιαν παράγκαν ἀνθοπωλείου, ὅπου σωφέρ καί ἐπιβάτης ἐξύπνησαν ἐν μέσῳ τῶν ρόδων τοῦ Ἀπριλίου.
Ἰδού λοιπόν καί ἕνας ἄλλος κίνδυνος, τόν ὁποῖον δέν ἐσυνηθίσαμεν νά ὑπολογίζωμεν ὅταν ταξιδεύωμεν μέ αὐτοκίνητον. Ἐκεῖνο πού ἐφροντίζαμεν νά ἐξακριβώσωμεν, ἕως τώρα, ἦτο μήπως ὁ σωφέρ εἶχε ρουφήξη περισσότερον τοῦ πρέποντος καμπανίτην, μήπως ἦτο ἀρχάριος εἰς τήν τέχνην του ἤ μήπως εἶχεν ὕφος ἀνθρώπου ἀποφασισμένου ν’ αὐτοκτονήση, ὡς ὁ Σαμψών, μετά τῶν «ἀλλοφύλων» ἤ μετά τῶν «ἄλλων φίλων», ὅπως συνηθίζουν νά λένε μερικοί καί ὅπως συμβαίνει κάποτε μέ τούς ὁδηγούς τῶν αὐτοκινήτων. Τώρα πρέπει νά παρακολουθοῦμεν, ἀπό τήν θέσιν μας, καί τάς ταλαντεύσεις τῆς κεφαλῆς τοῦ σωφέρ, γιά νά βεβαιωθοῦμε ὅτι δέν ἐπῆρε τόν πρῶτον.
– Σωφέρ, ἔ, σωφέρ!
– Τί ἀγαπᾶτε, κύριε;
– Μήπως κοιμᾶσαι;
– Ἀκόμα δέν τόν πῆρα, κύριε… Κοντεύω…
– Καλά! Ὅταν τόν πάρης νά μᾶς εἰδοποιήσης.
Καί καλά ὅταν ἀγρυπνοῦμεν ἐμεῖς ἐπί τῆς τύχης μας. Ἄν τόν πάρωμεν, ὅμως, κι ἐμεῖς, ὡς ἄνθρωποι πού εἴμεθα, τί γίνεται; Διά τοῦτο, ἔργον προνοίας εἶναι νά συνοδεύεται κανείς πάντοτε, εἰς ἕνα ταξίδι αὐτοκινήτου, ἀπό ἐνδιαφέροντα πλάσματα, τά ὁποῖα νά τόν κρατοῦν ἐν ἐγρηγόρσει ἤ νά τόν γαργαλίζουν, ὅταν ἀποκοιμηθῇ, γιά νά ξυπνήση. Διαφορετικά, κινδυνεύει νά πάθη ὅ,τι ἔπαθε καί ὁ ἀγαπητός μου κ. Τανταλίδης, ὁ ὁποῖος ἐταξίδευεν εἰς τόν κόσμον τῶν ὀνείρων τοῦ σωφέρ του, χωρίς νά τό φαντάζεται, καί ἐκινδύνευσε νά εὕρη τόν θάνατον, μέσα εἰς τά ρόδα τοῦ ἀνθοπωλείου, ἕνα θάνατον ἁρμόζοντα περισσότερον εἰς ποιητήν παρά εἰς ὑπουργόν τῶν Οἰκονομικῶν.
Αὐτά μᾶς κάνουν κάποτε οἱ κοιμώμενοι, ἐκτός τῆς κλίνης των. Καί εἶναι τόσον συμπαθητικοί συνήθως. Εἰς τάς διαλέξεις, τάς συναυλίας τά θέατρα, τούς κινηματογράφους καί τά γραφεῖα των, τούς βλέπει κανείς νά ταλαντεύουν ρυθμικῶς τήν κεφαλήν των, νά ἐπιδοκιμάζουν φιλοφρόνως ὅλα τά πράγματα, νά ροχαλίζουν πότε-πότε, νά ἔχουν μικρά ἀθῶα ξαφνίσματα, ἀπό διαστήματος εἰς διάστημα, νά εἶναι τόσον ξένοι πρός τόν μάταιον αὐτόν καί ἄσχημον κόσμον, καί τούς χαίρεται καί τούς ζηλεύει ταυτοχρόνως. Ὑπό τόν ὅρον, ὅμως, νά βρίσκουν τήν εὐτυχίαν των πέραν τοῦ βολάν. Εἰς τό βολάν ἀλλάζουν τά πράγματα. Καί διά κάθε ἐνδεχόμενον, πρίν ξεκινήσωμεν μαζί τους, καλόν εἶναι νά τούς προσκαλοῦμεν εἰς τό πλησιέστερον καφενεῖον καί νά παραγέλλωμεν εἰς τό γκαρσόνι:
– Παιδί μου, ἕνα καφέ, σέ παρακαλῶ, πολύ βαρύν καί χωρίς ζάχαρη, στόν κύριον σωφέρ!

