Ὁ σπουδαῖος Ἀλέκος Σακελλάριος

Εἶχα τήν εὐτυχία νά συναντήσω στήν ζωή μου σπουδαίους ἀνθρώπους.

Ὁ πατέρας μας εἶχε σχέσεις μέ ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος καί ἔτσι, σέ νεαρή ἡλικία, γνώρισα κάποια ἀπό τά «τέρατα» τοῦ γραπτοῦ λόγου. Τόν Δημήτρη Γιανουκάκη, τόν Νῖκο Τσιφόρο καί τόν Ἀλέκο Σακελλάριο, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε σάν χθές! Ὁ Τσιφόρος ἦταν ὀλιγόλογος, ὁ Γανουκάκης ἀφηγηματικός, ἀλλά ὁ Σακελλάριος ἦταν «περιβόλι». Στίς συντροφιές ὅλοι περίμεναν ἀπό τόν Σακελλάριο νά ἀρχίσει τά ἀνέκδοτα, νά ἀφηγεῖται στιγμιότυπα ἀπό τήν ζωή του στό θέατρο καί τό σινεμά, νά μιλήσει γιά τό πῶς ἔγινε ἡ «Ἀλίκη στό Ναυτικό», νά κάνει τίς συγκρίσεις τοῦ ἑλληνικοῦ μέ τόν ξένο κινηματογράφο, νά ἐξυμνήσει τόν Φίνο καί νά ἀφήσει τά γνωστά –ἀλλά πάντα μέ τρόπο διακριτικό– ὑπονοούμενά του γιά τήν ζωή τῶν καλλιτεχνῶν… Ἀπό τόν Σακελλάριο ἄκουσα τήν φράση «Τά λεφτά καί τά ψάρια πρέπει νά τρώγονται φρέσκα», φράση τήν ὁποία ἀντέκρουε ὁ «σφιχτός» πατέρας μου, λέγοντας ὅτι «μιά χαρά εἶναι καί τά κατεψυγμένα»! Καλά πού δέν τόν ἄκουσε καί βρήκαμε κάτι κι ἐμεῖς! Ὁ Γιανουκάκης μέ εἶχε κατακεραυνώσει, ὅταν ἐγώ ἐπέμεινα ὅτι τά ἐπιρρήματα πρέπει νά γράφονται μέ κατάληξη «α» καί ὄχι μέ «ως». Δηλαδή «καλά», «κακά», «πιθανά» κ.λπ.

«Εὐτυχά πού μοῦ τό εἶπες!» ἦταν ἡ ἀπάντησή του μέ τήν ὁποία μέ ἔστειλε …ἀδιάβαστο!

Ὁ Ἀλέκος Σακελλάριος ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πολυτάλαντος. Μποροῦσε νά γράφει θεατρικά ἔργα, νά φτιάχνει κινηματογραφικά σενάρια, νά σκηνοθετεῖ. Μποροῦσε ἀκόμη καί νά μιμεῖται τόν …Χίτσκοκ, καθώς ἐμφανιζόταν σέ κάποιες ταινίες του μέ ρόλους «περαστικούς»… Μποροῦσε νά γράφει σέ ἐφημερίδες, νά γράφει στίχους τούς ὁποίους μελοποίησαν ὁ Χατζιδάκις ἀλλά καί ὁ Γιῶργος Ζαμπέτας. Μποροῦσε νά δίνει στίς ταινίες του καί τόνο πολιτικό («Ἡ κόρη μου ἡ σοσιαλίστρια») ἀλλά πάντα μέ χιοῦμορ. Μποροῦσε νά παίζει ἐξαιρετικά φυσαρμόνικα μέ …τήν μύτη ἐνῶ ἦταν καί σωστός ὅταν τραγουδοῦσε. Μεγαλώνοντας τόν ἔχασα, καθώς οἱ δρόμοι μας ἦταν διαφορετικοί. Τό 1988 ἡ παραγωγός μιᾶς νυχτερινῆς ἐκπομπῆς μου στό δημοτικό ραδιόφωνο τοῦ Πειραιῶς, ἡ ἐξαιρετική συνάδελφος Ρένα Ψαλίδα, κάλεσε γιά συνέντευξη τόν Σακελλάριο.

«Τοῦ γιατροῦ εἶσαι;» μέ ρώτησε καί ὅταν ἀπάντησα καταφατικά εἶπε «Βρέ, πῶς μεγάλωσα!». Ἀρχίσαμε τήν συζήτηση καί ἀφοῦ ἀφηγήθηκε ὅλες του τίς περιπέτειες καί δραστηριότητες τόν ρώτησα: «Ραδιόφωνο δέν ἔχετε κάνει;». «Ὄχι, δέν μοῦ τό ζήτησε κανείς!» μοῦ ἀπαντᾶ.

Ἐκεῖ, λοιπόν, στόν ραδιοθάλαμο, στό Κανάλι Ἕνα, τοῦ πρότεινα «στόν ἀέρα» νά ἀναλάβει ἐκπομπή στό ραδιόφωνο. «Καλά, ἔτσι γίνονται ἐδῶ οἱ ἀναθέσεις; Στόν ἀέρα;» εἶπε γελώντας καί ἀνέλαβε νά παρουσιάζει κάθε Κυριακή μεσημέρι «Δυό ὧρες μέ τόν Ἀλέκο Σακελλάριο»… Περιττό νά σᾶς πῶ ὅτι ἡ ἐκπομπή ἦταν μακράν ἡ πρώτη σέ ἀκροαματικότητα, καθώς πέρασαν ἀπό ἐκεῖ ὅλα τά ὀνόματα τοῦ κινηματογράφου καί τοῦ θεάτρου! Περιττό νά σᾶς πῶ ὅτι ὅταν κατέβαινε στό ἰσόγειο τοῦ δημοτικοῦ μεγάρου τόν περίμεναν πολλοί ἀκροατές γιά νά τοῦ σφίγξουν τό χέρι. «Ξέρεις γιατί ἔχω ἐπιτυχία στό ραδιόφωνο; Ἐπειδή …δέν μέ βλέπουν!» μοῦ εἶπε γελώντας…

Απόψεις

Παράθυρο γιά κυβερνήσεις συνεργασίας ἀπό τόν Διοικητή τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
«Χρειαζόμαστε κουλτούρα συναινέσεων» – Δέν ἀνέφερε τό ὄνομα Μητσοτάκης – Ἐπίθεσις κατά Ἀνδρουλάκη γιά τήν 13η σύνταξη, σχόλια κατά Τσίπρα γιά τό 2015

Ἡ «Πύλη τῶν Δακρύων» τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

Εφημερίς Εστία
Τό μεῖζον εἶναι ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἀφοῦ πλέον μετά τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ πλήττεται καί ἡ νοτία πρόσβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, τό Στενό Μπάμπ ἐλ Μαντέμπ, πού, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ βιβλική ἀρχαιολογία, ἑρμηνεύεται ὡς «Πύλη τῶν Δακρύων».

Κοινοβούλιο: Ἀντιπαράθεσις γιά «ἐκτροπή» τήν ἡμέρα τῆς… Δημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν μακρινή Μεταπολίτευση

Δημήτρης Καπράνος
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Παύλος Νιρβάνας
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.