Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 22 Αὐγούστου 1926
Ἐδέχθην πρό ἡμερῶν τήν ἐπίσκεψιν τοῦ ἐφευρέτου πού μᾶς ἔλειπε.
Ἁπλούστατα, ὁ ἐπισκέπτης μου ἀνεκάλυψεν ἕνα ἁπλούστατον μέσον –ὅλας τάς μεγάλας ἐφευρέσεις, ὡς γνωστόν, τάς διακρίνει ἡ ἁπλότης– πρός ἀποφυγήν τῶν τροχαίων δυστυχημάτων.
– Τόσα δυστυχήματα, κύριε, συμβαίνουν καθημερινῶς μέ τούς τροχούς… ἄρχισεν εἰσηγούμενος. Οἱ ἐφημερίδες δέν βρίσκουν πλέον τίτλους γιά νά ποικίλουν κάπως τήν τραγικήν μονοτονίαν τῆς σχετικῆς των στήλης. Αἱ κινούμεναι λαιμητόμοι, ἡ λύσσα τῶν τροχῶν, οἱ τυχεροί τῆς ἡμέρας καί οὕτω καθ’ ἑξῆς εἶναι τίτλοι καλύπτοντες τήν ἀναγγελίαν τῶν καθημερινῶν τροχαίων δυστυχημάτων. Καί ὅμως, κανείς δέν ἐσκέφθη νά θέση τέρμα εἰς τήν φρικτήν αὐτήν τραγωδίαν.
– Θέλετε νά καταλήξετε –τοῦ εἶπα– εἰς τήν ἀνεπάρκειαν ἤ τήν ἀτελῆ ἐφαρμογήν τῶν σχετικῶν ἀστυνομικῶν μέτρων;
– Ὄχι, κύριε! Τί νά κάμη καί ἡ Ἀστυνομία; Τί νά μᾶς κάμουν τά διάφορα μέτρα πού λαμβάνουν; Ὅλα εἶναι μάταια. Τά τροχαῖα δυστυχήματα δέν θά λείψουν ποτέ, ἄν δέν χτυπηθῇ τό κακό στή ρίζα του.
Ὁ ἄγνωστος ἄφηνε νά ἐννοηθῇ ὅτι κατεῖχε τό μέγα μυστικόν. Καί, ἐπειδή μοῦ ἔτυχε, κατά τήν δημοσιογραφικήν μου ζωήν, νά ἔλθω εἰς ἐπαφήν μέ πολλούς ἐφευρέτας, διέκρινα εἰς τόν συνομιλητήν μου ὅλα τά χαρακτηριστικά στίγματα τῆς σχετικῆς μεγαλοφυΐας.
– Μήπως πρόκειται περί ἐφευρέσεως; ἐρώτησα.
– Ἀκριβῶς, κύριε. Περί ἐφευρέσεως ἡ ὁποία θά θέση ἅπαξ διά παντός τέρμα εἰς τήν τραγικήν αὐτήν αἱματοχυσίαν. Τά αὐτοκίνητα θά μποροῦν νά τρέχουν μέ ὅσην ταχύτητα θέλουν. Οἱ διαβάται θά μποροῦν νά κυκλοφοροῦν μέ ὅσην ἀπροσεξίαν ἐπιθυμοῦν. Οἱ σωφέρ θά μποροῦν νά πίνουν ὅσο τούς ἀρέσει, πρίν καθίσουν ἐμπρός εἰς τό βολάν. Δυστυχήματα δέν θά συμβαίνουν. Οὔτε συγκρούσεις, οὔτε παρασυρμοί διαβατῶν, οὔτε διαμελισμοί, οὔτε τίποτε ἀπευκταῖον. Τά αὐτοκίνητα θά γίνουν ἡ ἀθωοτέρα καί ἀκινδυνωτέρα μηχανή τοῦ κόσμου.
Ὡμιλοῦσε μέ μίαν πεποίθησιν, ἡ ὁποία δέν ἐπέτρεπε τήν παραμικροτέραν ἀμφιβολίαν περί τῆς ἐφευρέσεώς του.
– Σᾶς συγχαίρω ὁλοψύχως, φίλε μου, τοῦ εἶπα. Εἶσθε ὁ σωτήρ τῆς ἀνθρωπότητος.
– Τά συγχαρητήρια δέν ἀρκοῦν, κύριε! μοῦ εἶπεν αὐστηρῶς.
– Χρειάζεται καί τίποτε ἄλλο;
– Χρειάζονται νά μοῦ δοθοῦν τά μέσα διά τά σχετικά πειράματα.
– Εἰς τί μπορῶ νά σᾶς φανῶ χρήσιμος προσωπικῶς;
– Ἁπλούστατα, θά μπῆτε ἐσεῖς σ’ ἕνα αὐτοκίνητο. Ἐγώ σ’ ἕνα ἄλλο. Στά δύο αὐτοκίνητα θά προσαρμόσω τό μηχάνημά μου, ἕνα σύστημα ἠλεκτρομαγνητῶν τῆς ἐπινοήσεώς μου. Κατόπιν θά τοποθετήσωμεν ἀντιμέτωπα, εἰς ὡρισμένην ἀπόστασιν, τά αὐτοκίνητα καί θά διατάξωμεν τούς σωφέρ νά ξεκινήσουν ὁλοταχῶς ἐναντίον ἀλλήλων. Μήν τρομάζετε, παρακαλῶ. Μόλις τά αὐτοκίνητα βρεθοῦν εἰς ἀπόστασιν δέκα μέτρων ἀπ’ ἀλλήλων, θά λοξοδρομήσουν αὐτομάτως. Ἐσεῖς τότε θά πᾶτε νά γράψετε ὅσα εἴδατε. Ἐγώ… δέν θέλω ἄλλο τίποτε. Δέχεσθε;
Ἡ πρότασις ἦτο τόσον ἑλκυστική, ὥστε μοῦ ἐστάθη ἀδύνατον νά τήν ἀποκρούσω. Τά πειράματα, κατόπιν κοινῆς συνεννοήσεως, θά γίνουν αὔριον τό ἀπόγευμα εἰς τήν λεωφόρον Συγγροῦ. Ἐν τῷ μεταξύ ἐλπίζω ὅτι ὁ ἐφευρέτης πού μᾶς ἔλειπε καί εὑρέθη θά διαμελισθῇ ἀπό κανένα αὐτοκίνητον.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

