Προχθές, τήν εἶδα γιά μιά ἀκόμη φορά, ἀργά τό βράδυ, στήν περιοχή τοῦ Σταδίου Εἰρήνης καί Φιλίας, ὅπου κάνω τόν περίπατό μου
Στάθηκε ἀπέναντί μου, σέ ἀπόσταση ἀσφαλείας, καί μέ κοίταζε ἐπίμονα.
Ἕνα ὑπέροχο πλάσμα, μέ τήν κλασσική φουντωτή οὐρά, μέ μάτια πού ἔλαμπαν, ἕτοιμο νά «λακίσει» στήν πρώτη ὕποπτη κίνησή μου.
Κι ἐγώ, πού σάν νά κατάλαβα τί σκεπτόταν, στάθηκα ἀκίνητος καί τήν κάρφωσα μέ τό βλέμμα μου. Ἀφοῦ μέ κοιτάζει ἐπίμονα ἐκείνη, γιατί ὄχι κι ἐγώ; Κι ἔτσι, καθώς κοιτάζαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γύρισα πάλι πίσω.
«Κυρά-πονήρω» τήν ὀνόμαζαν ὅλοι. Ἀπό τόν πατέρα μου, πού καμμιά φορά χαρακτήριζε τήν ἀδελφή μας «πονηρή ἀλεποῦ», ὅταν τοῦ ἔλεγε ὅτι «θά πάει σέ μιά φίλη της» ἀλλά ἐκεῖνος ὑποψιαζόταν ὅτι «κάτι ἄλλο ἔτρεχε», μέχρι τήν γιαγιά μου, πού τό βράδυ (στό κέντρο τῆς πόλεως μέναμε) κατέβαινε καί διπλοκλείδωνε τήν ἁλυσίδα στό κοτέτσι, πολλά σπίτια εἴχαμε κοτέτσι στίς ἀρχές τοῦ ’60 στίς πόλεις (θυμηθεῖτε τόν Λογοθετίδη στό «Ἕνα βότσαλο στή λίμνη» νά κρύβεται στό κοτέτσι ὅταν ἐνεφανίσθη ἡ ἐξαδέλφη ἀπό τήν Ἀμερική) καί ἡ γιαγιά φοβόταν… μήν πέσουν τήν νύχτα στήν αὐλή οἱ ἀλεποῦδες!
«Πονηρή ἀλεποῦ» λέγαμε καί τόν καλό ποδοσφαιριστή, πού εὕρισκε «κόλπα» γιά νά ξεγελάσει τούς ἀντιπάλους.
Γενικῶς, ἀπό παιδί εἶχα μέσα μου ἔντονο προβληματισμό γύρω ἀπό τίς ἀλεποῦδες. Ἁρπακτικά σαρκοβόρα τίς ἀποκαλοῦσε ὁ πατέρας μου, δίνοντας ἰδιαίτερο βάρος στό ὅτι πολλές φορές ἔπνιγαν καί κότες τίς ὁποῖες δέν μποροῦσαν νά πάρουν μαζί, στήν φωλιά τους. Ἡ μητέρα μου εἶχε δυό γοῦνες-γιακᾶδες, πού ἦταν… ὁλόκληρες ἀλεποῦδες (γδαρμένες, ἐννοεῖται), πού τίς ἔβλεπα καί αἰσθανόμουν οἶκτο. Ἄκουγα ἐπίσης ὅτι πολλές φορές τίς ἔπιαναν σέ ἀλεποπαγίδες (δόκανα), πού ἔστηναν σέ διάφορα σημεῖα τοῦ δάσους. Εἶχα ἐπίσης δεῖ κάνα-δυό μικρές ἀλεπουδίτσες, βαλσαμωμένες, σέ σπίτια κυνηγῶν, φίλων τῶν γονιῶν μου.
Ποτέ μου, ὅμως, δέν δεχόμουν ὅτι ἕνα τόσο ὄμορφο ζῶο ἔπρεπε νά τό σκοτώνουν.
Τά σκεπτόμουν ὅλα αὐτά, ἐνῷ ἡ ἀλεπουδίτσα, στό σχεδόν πράσινο γρασίδι, γύριζε τό κεφάλι πέρα-δῶθε καί μέ κοιτοῦσε, ὅπως τήν κοιτοῦσα κι ἐγώ. «Τί νά σκέπτεται, ἄραγε, γιά ἐμένα;» εἶπα μέσα μου, θαυμάζοντας τό ὄμορφο ἀγρίμι, πού, ἀποκαμωμένο ἀπό τήν περιπλάνηση πρός ἀναζήτηση τροφῆς, εἶχε φθάσει παρά θῖν’ ἁλός, ἀφοῦ τῆς κάψαμε τήν Πάρνηθα, τόν Κιθαιρώνα, τά Βίλλια, τό Πόρτο-Γερμενό, δηλαδή τούς τόπους ὅπου θά μποροῦσε νά φωλιάσει, νά ἀναζητήσει τροφή, νά προχωρήσει σέ ἀναπαραγωγή.
Καί τώρα, «ἀτιμασμένη κι ἐγκαταλελειμμένη», σάν ἐκεῖνο τό κορίτσι στήν ταινία τοῦ Πιέτρο Τζέρμι, βρίσκεται στήν πόλη, ψάχνει γιά τροφή στούς κάδους ἀπορριμμάτων, ἀναπολεῖ τήν φωλιά της, ἴσως καί τούς χαμένους δικούς της καί κοιτάζει ἐμένα, πού, γεμᾶτος τύψεις, ἀναλογίζομαι τό κακό πού ἔχουμε κάνει, τά τελευταῖα χρόνια, στήν ἄγρια πανίδα, καίγοντας τά δάση της καί φυτεύοντας παντοῦ βίλες, αὐθαίρετα ἤ ἀνεμογεννήτριες.
Ἔκανα νά κινηθῶ πρός τό μέρος της, κι ἀμέσως ἔκανε μερικά βήματα πίσω. Ἀποφάσισα νά μείνω ἀκίνητος, μέχρι νά κάνει ἐκείνη τό πρῶτο βῆμα. Σάν νά τό κατάλαβε, κούνησε τό κεφάλι, σάν νά χαιρετοῦσε, καί χάθηκε τρέχοντας, πρός τό ἀχανές τσιμεντένιο πρᾶγμα πού ἀποκαλοῦμε «πόλη».
Μακάρι νά ἐπιζήσει, μακάρι νά βρεῖ πάλι τό σπιτικό της…

