ΜΙΑ ΑΤΙΜΙΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 21 Ἰανουαρίου 1924

«Ὅπου φτωχός κ’ ἡ Μοῖρά του»… λέγει ἡ παροιμία. Καί ἡ πικρά εἰρωνεία τῆς παροιμίας εὑρῆκε τόν τόπον της, ἄλλην μίαν φοράν προχθές τήν νύκτα εἰς κἄποιο γειτονικόν προάστειον. Ἄκαρδοι λωποδύται ἐσήκωσαν τό μαγαζάκι ἑνός δυστυχισμένου πρόσφυγος, δηλαδή τό εἶναι του ὁλόκληρον, ὑπό τάς ἑξῆς περιστάσεις:

Ὁ πτωχός ξερριζωμένος ἄνθρωπος εἶχε κατορθώσει πρό ὀλίγων μηνῶν, ὁ Θεός ξέρει μέ πόσα βάσανα, νά ἐνοικιάσῃ ἕνα μικροσκοπικόν περίπτερον, τό ὁποῖον μόλις τόν ἐχωροῦσε, μέ τά ὀλίγα του ἐμπορεύματα. Τί ἐμπορεύματα δηλαδή; Λίγα πακέττα σιγαρέττα, λίγες καραμέλες, λίγα κουλουράκι ἦτο ὅλη ἡ συρμαγιά του. Καί τό μόνον ἔπιπλον τοῦ καταστήματος ἦτο μία καρέκλα, ποῦ μόλις καί μετά βίας εἶχε χωρέσει καί αὐτή εἰς τό μισό τετραγωνικόν μέτρον τοῦ ἐμβαδοῦ του, μιά κουτσή καρέκλα, ἡ ὁποία ἐχρησίμευεν –Ὕψιστε Θεέ!– καί ὡς κρεββάτι τοῦ καταστηματάρχου.

-Κοιμοῦμαι, βλέπετε, ἐδῶ μέσα, κύριε –μοῦ εἶπε κἄποτε ὁ φτωχός ἄνθρωπος– γιά φόβο τῶν λωποδυτῶν.

-Ἐδῶ μέσα; Καί ποῦ κοιμᾶσαι; Ἐδῶ μόλις μπορεῖ νά σταθῇ καθιστός ἕνας ἄνθρωπος…

-Στήν καρέκλα, κύριε. Ὅπως μέ βλέπετε τήν νύκτα. Ἀκουμπάω τό κεφάλι μου στόν μπάγκο καί τόν παίρνω. Τί νά κάνω; Ἄν μοῦ κλέψουνε τά λίγα πραματάκια, ποῦ ἔχω, εἶμαι χαμένος. Καί μήπως εἶνε καί δικά μου; Τά χρωστάω τά περισσότερα. Ἄς εἶνε καλά οἱ ἔμποροι, μοῦ κάνουνε πίστωσι. Πουλάω καί πληρώνω. Τό ψωμάκι νά βγαίνῃ…

Τό μαρτύριον τοῦ ἀνθρώπου, ποῦ περνοῦσε νύκτες ὁλόκληρες, χειμωνιάτικες, ἀτελείωτες νύκτες, ἐπάνω σέ μιά καρέκλα γιά κρεββάτι, μοῦ ἐφάνη ἕνα μάταιον μαρτύριον.

-Ποιός νά σέ κλέψῃ, καϋμένε; τοῦ εἶπα. Ἀμφιβάλλω ἄν ὑπάρχῃ λωποδύτης ἱκανός γιά τόσο μεγάλη ἀτιμία. Ἐπί τέλους, ἄνθρωποι εἶνε κι’ αὐτοί μέ κἄποια καρδιά στό στῆθός τους.

Εἶχα θυμηθῇ, πράγματι, τούς παλαιούς, νεανικούς στίχους φίλου ποιητοῦ, ποῦ περιέγραφε τό δωμάτιον τῆς φίλης του: Ἐδῶ δύο καθίσματα, παρέκει εἷς καθρέπτης. Ἡ μόνη πολυτέλεια…

Καί ὁ ποιητής ἐτελείωνε τήν ἀπογραφήν τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ φτωχικοῦ δωματίου, μέ τήν ἔκφρασιν μιᾶς ἀπολύτου πεποιθήσεως:

Μά τόν θεόν, οὐδέποτε θά ἔμβῃ ἐδῶ κλέπτης.

Ὁ τελευταῖος αὐτός στίχος ἔδινε, μέ μίαν ἐπιγραμματικήν συμπαθητικότητα, τήν εἰκόνα τῆς ταπεινωσύνης καί τῆς λιτότητος τοῦ παρθενικοῦ ἀσύλου. Καί ὁ στίχος αὐτός, ὁ παλαιός λησμονημένος στίχος, μοῦ ἦλθε στά χείλη ἐμπρός στό μικροσκοπικόν, τό πενιχρόν μαγαζάκι τοῦ πρόσφυγος καί ἐμπρός εἰς τάς ἀπαιτητικάς του ἀνησυχίας. «Ἄνθρωπέ μου…», μοῦ ἦλθε νά τοῦ πῶ:

Μά τόν θεόν, οὐδέποτε θά ἔμβῃ ἐδῶ κλέπτης.

Καί ὅμως, εὑρέθηκαν ἄνθρωποι, ποῦ θά ἠμποροῦσαν νά πατήσουν ἕνα ἀδαμαντοπωλεῖον, οἱ ὁποῖοι καταδέχθηκαν νά πατήσουν τό μαγαζάκι τοῦ πτωχοῦ. Ἕνα βράδυ -ἕνα μόνον- ἔτυχε ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀφήσῃ τό μαγαζάκι του. Ἀφοῦ ἐπέρασε νύχτες καί νύχτες ἐπάνω σέ μιά καρέκλα, φρουρῶν τόν μελαγχολικόν θησαυρόν του, ἕνα βράδυ ἔνοιωσε ἴσως τήν ἀνάγκην ν’ ἁπλώσῃ τό κουρασμένο του κορμί σέ μιά σανίδα, νά ξεμουδιάσῃ, νά κοιμηθῇ σάν ἀνθρώπινον πλάσμα.

Καί, τό βράδυ αὐτό τόν παρεφύλαξαν τά τέρατα, ἐμπῆκαν εἰς τό μαγαζάκι του, τοῦ πῆραν τά λίγα του πραματάκια, τοῦ ἅρπαξαν διακόσες ψωροδραχμοῦλες, πού εἶχε στό συρτάρι του, καί τόν ἀφῆκαν στούς δρόμους νά ξαναρχίσῃ ἀπό τό ἄλφα τό στάδιον τῆς βασανισμένης, τῆς ξερριζωμένης του ζωῆς. Ὁ Νόμος, δυστυχῶς, εἶνε πολύ ἀτελής διά νά περιποιηθῇ, ὅπως θέλει ὁ Θεός, τά θηρία αὐτά, ἄν τύχῃ, ἐννοεῖται, καί συλληφθοῦν. Μία μικροδιάρρηξις, μιά μικροκλοπή, ὀλίγων ἡμερῶν φυλάκισις. Καί θά ἐξοφλήσουν. Καί ὅμως, θά ἐχρειάζετο ἔμπνευσις Τουρκοεμάδα διά νά ἐφεύρῃ τήν περιποίησιν, ποῦ ἀξίζουν.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Πέμπτη, 11 Αὐγούστου 1966

Εφημερίς Εστία
Πρό 60 ετων

Πῶς οἱ baby boomers διεμόρφωσαν καί ἐπεβάρυναν τό μέλλον τῶν νέων

Εφημερίς Εστία
Οἱ νέοι Εὐρωπαῖοι ἀντιμετωπίζουν δυσκολώτερη πρόσβαση στήν κατοικία καί ὑψηλότερη φορολογική πίεση, καθώς ἡ γήρανσις τοῦ πληθυσμοῦ αὐξάνει τίς δαπάνες γιά συντάξεις καί κοινωνική πρόνοια

Κώστας Βαρώτσος: «Δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης και να μην κοιτάζεις την ιστορία και τον πολιτισμό»

Εφημερίς Εστία
Ο δημιουργός του «Δρομέα» ξεδιπλώνει μια πορεία που ξεκινά από την αμμουδιά της Κουρούτας και φτάνει σε εμβληματικά έργα σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για την τέχνη που ανήκει στο πλατύ κοινό, για τις εποχές που αλλάζουν και για την ανάγκη να συνεχίζεις - ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν

​ «Παραιτοῦνται» οἱ ἀνακριτές πού χειρίζονται τόν φάκελλο τοῦ παράνομου στοιχηματισμοῦ

Εφημερίς Εστία
«Μαύρη τρῦπα» τοὐλάχιστον 1,5 δισ. εὐρώ γιά τό Ἑλληνικό Δημόσιο

Οι «βολικοί» φιλόσοφοι και η φωτεινή εξαίρεσίς τους

Εφημερίς Εστία
Μόλις ὁ Στέλιος Ράμφος ἐξέφρασε τήν διαφωνία του γιά τόν γάμο τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως