Μάρτιο ἔχουμε ἤ Δεκαπενταύγουστο;

Χθές, λοιπόν, εἶχα δυό σημαντικά ραντεβού

Ἕνα στίς 10.30 τό πρωί κι ἕνα στίς 12 τό μεσημέρι. Ἔκανα ἕνα καυτό μπάνιο νωρίς, ἤπια κι ἕνα ἐπίσης καυτό τσάι, ἐπακολούθησε τό ἀντισηπτικό γιά τά χέρια καί βγῆκα στόν δρόμο. Δεκαπενταύγουστος! Ἄδειοι οἱ δρόμοι, ψυχή ζῶσα δέν ἔβλεπα! Ἡ μόνη διαφορά ἀπό τό καλοκαίρι ἦταν τά παρκαρισμένα αὐτοκίνητα. Ὁ κόσμος εἶχε μείνει μέσα! Περίμενα τό τρόλλεϋ ὁλομόναχος καί ὅταν ἐπιβιβάσθηκα, εἶδα μέσα μόνο δύο κυρίες!

Χτύπησα τήν κάρτα μου στό μηχάνημα καί κάθισα μέ ἄνεση. Πρώτη φορά, στά τόσα χρόνια, πού δέκα τό πρωί βρῆκα θέση «παράθυρο» στό τρόλλεϋ τῆς γειτονιᾶς μου!

Στήν στάση ἔξω ἀπό τό σοῦπερ-μάρκετ, ἔριξα μιά ματιά. Περίμενα νά δῶ πανικό καί τόν κόσμο νά ἀδειάζει τά ράφια. Καμμία κίνηση, σχεδόν ἄδειος ὁ «Βασιλόπουλος»… Σκέφθηκα μέ εὐχαρίστηση ὅτι «ἀρχίζουμε νά βάζουμε μυαλό». Καί κατέβηκα μέ εὐχάριστη διάθεση, βλέποντας ἐμπρός τήν καταγάλανη θάλασσα, κάτω ἀπό ἕναν λαμπερό ἀνοιξιάτικο ἥλιο.

Τό πρῶτο μου ραντεβού ἦταν στόν Ὀργανισμό Πολιτισμοῦ τοῦ Δήμου Πειραιῶς, γιά νά δῶ ἕναν παλιό φίλο. Μερικοί χειμερινοί κολυμβητές ἀπολάμβαναν τήν ὄμορφη μέρα. Ἕνας, μάλιστα, εἶχε φέρει καί τό κανό του καί τραβοῦσε κουπί! «Τό μεσημέρι μέ βλέπω νά βουτάω» εἶπα μέσα μου καί μπῆκα στά γραφεῖα. Ὁ ὑπάλληλος πού μέ ὑποδέχθηκε εἶχε μπροστά του μία μεγάλη φιάλη μέ ἀντισηπτικό. Νέα ἐμβάπτιση τῶν χειρῶν στό ὑγρό, καλό τρίψιμο καί ἀποφυγή ὁποιασδήποτε χειραψίας. Ὁ φίλος παρήγγειλε καφέ, «σέ ποτηράκι μιᾶς χρήσεως παρακαλῶ» εἶπε, καί κάθε λίγο περιέλουε τά χέρια του μέ οἰνόπνευμα. «Πάρε, εἶναι πεντακάθαρο! Σκοτώνει τά πάντα!» μοῦ εἶπε χαμογελῶντας. Σέ λίγο μπῆκε ἡ γραμματέας του καί τοῦ ἔφερε ἕνα ἀκόμη φιαλίδιο μέ οἰνόπνευμα. «Ἔχω φέρει ἀπό τό σπίτι» τῆς λέει, χαμογελῶντας. «Ἔχουν σπάσει τά τηλέφωνα οἱ γονεῖς τῶν παιδιῶν τῶν Ἀκαδημιῶν καί διαμαρτύρονται πού κλείνουμε τό κολυμβητήριο!» τοῦ λέει… Εἶναι δυνατόν; Σέ μιά τέτοια ἔκτακτη κατάσταση νά μήν καταλαβαίνουμε τήν κρισιμότητα καί τήν εὐθύνη τῶν πράξεών μας; «Δέν πειράζει. Καλύτερα νά σπάσουν τά τηλέφωνα παρά νά σπάσουν κεφάλια στόν τοῖχο ἀργότερα» λέω, καί φαίνεται νά ἀρέσει ἡ ἄποψή μου…

Ἔφυγα ἀπό τό ραντεβού προβληματισμένος. Φαίνεται ὅτι μερικοί δέν ἔχουν καταλάβει τί συμβαίνει. Γι’ αὐτό, νά τό ἐπαναλάβουμε: Δέν εἶναι «μία ἁπλή γρίππη» αὐτός ὁ ἰός. Εἶναι κάτι πολύ πιό σοβαρό, κάτι πού δέν ἔχει ἀκόμη ἐλεγχθεῖ καί πού ἄν «ξεφύγει», οἱ συνέπειες θά εἶναι βαρύτατες.

Περπάτησα ὅλη τήν παραλία, ἀπό τά «βοτσαλάκια» μέχρι τήν πλατεῖα Κανάρη. Ἐλάχιστος κόσμος στόν δρόμο, λίγα ἄτομα στά τραπεζάκια τῶν καφετεριῶν. Συνάντησα κάποιους γνωστούς, μέ ρωτοῦσαν «Τί θά γίνει;», κάποιοι θεωροῦσαν «ὑπερβολικά τά μέτρα», ἕνας ἄλλος διαμαρτυρήθηκε «γιατί δέν κλείνουν καί τά Δικαστήρια, πού ἐκεῖ μαζεύεται κάθε καρυδιᾶς καρύδι». Ὁ καθείς μέ τόν πόνο του, πού λέει ὁ λαός. Ἐπέστρεψα στό σπίτι, πῆρα τά σύνεργα τῆς πλάζ καί κολύμπησα σέ μιά ζεστή –γιά τήν ἐποχή– θάλασσα. Καλοκαίρι μύρισε, κορωνοϊέ, καί θά δεῖς τί ἔχεις νά πάθεις!

Απόψεις

Η φιλότιμη Ελλάς μάχεται

Εφημερίς Εστία
Συναίνεση για να μην μπούμε σε μνημόνια – δικαιώνονται οι επισημάνσεις της «Εστίας»

Η τραγωδία του «Ελευθέριος Βενιζέλος»

Εφημερίς Εστία
Σε καραντίνα το πλοίο και η δομή μεταναστών στην Ριτσώνα

Τα πάνω-κάτω έρχονται ,μέχρι και G20

Δημήτρης Καπράνος
«Τα πάνω κάτω ήρθανε, παιδάκι μου!» αναφώνησε η γρια Μπαμπατζάναινα…

Εις το υπόγειον της Ομονοίας;

Πρό 60 ἐτῶν
Σάββατον, 2 Απριλίου 1960

Όταν Χρουστσόφ και Γλέζος μιλούσαν για την ΕΣΤΙΑ

Εφημερίς Εστία
Ο Μανώλης Γλέζος και η εφημερίδα <<Εστία>> διατηρούσαν μια αμοιβαία σχέση αποδοχής και αναγνωρίσεως…