Ξαφνικά, χθες, απομεσήμερο, στον Πειραιά

Χθες το μεσημέρι, γύρω στη μιάμιση, η συζυγός μου…

… παρκάρισε το αυτοκίνητο στην οδό Κολοκοτρώνη, κοντά στην διασταύρωση με την Ομηρίδου Σκυλίτση. Το κλείδωσε και πήγε να παραλάβει την εγγονή μας από το παρακείμενο σχολείο, δυο στενά πιο κάτω.

Περίμενε, όπως κάθε ημέρα, περίπου μισή ώρα για να σχολάσει η μικρή. Τα παιδιά βγαίνουν ένα-ένα, για να αποφεύγεται ο συνωστισμός, οι γονείς και οι γιαγιάδες περιμένουν σε κάποια απόσταση, περνάει το ημίωρο χωρίς να το καταλάβεις. Παίρνει την μικρή και πηγαίνει να πάρει το αυτοκίνητο. Το βρίσκει σπασμένο. Κάποιος το χτύπησε και του διέλυσε όλο το δεξιό φτερό και κατέστρεψε το «καπώ».

Όπως ήταν φυσικό, υπέστη το απαραίτητο «σοκ», αλλά μόλις συνήλθε, έβαλε την μικρή στο πίσω κάθισμα και άρχισε να ρωτά τους ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά στο συμβάν. Οι θαμώνες του απέναντι καφενείου «δεν είδαμε, δεν ακούσαμε, δεν γνωρίζουμε»… Σε δέκα λεπτά βρισκόμουν στον τόπο του συμβάντος. Ζημιά μεγάλη, οπωσδήποτε φορτηγό. Υπάρχουν ίχνη λευκού χρώματος.

Κάνω ρεπορτάζ. Η κυρία, που σερβίρει στο καφενείο, με κάπως βαρειά προφορά, δεν είδε τίποτε, δεν άκουσε θόρυβο. «Με τόσους θορύβους που ακούμε, πώς να καταλάβουμε τί γίνεται;» Ο κύριος που πίνει τσικουδιά  στα απλωμένα τραπεζοκαθίσματα του καφενείου, πολύ απλά: «Περνάνε τόσα φορτηγά, που δεν μπορείς να σταθείς! Πώς να καταλάβουμε ότι χτύπησαν το αμάξι σας;»… Ακριβώς απέναντι, το κτίριο που στεγάζει την Φιλαρμονική του Λιμενικού, «κρατικό», με την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι. Είμαι βέβαιος ότι σε ένα κτίριο του Δημοσίου, οπωσδήποτε υπάρχουν κάμερες. «Τώρα θα τον πιάσουμε τον αλητήριο, που δεν άφησε ένα σημείωμα!». Βλέπω στο μπαλκόνι κόσμο. «Γνωρίζετε αν υπάρχουν στο κτίριο κάμερες;». Απάντηση αρνητική, ήτοι ένα κατηγορηματικό «Όχι». Θα μου πεις «Τί να φυλάξουν; Τα όργανα;»! Μάλιστα, τα όργανα! Διότι αποτελούν περιουσία του Δημοσίου!

Λέω να τηλεφωνήσω στην Τροχαία, αλλά σκέπτομαι ότι τα μισά αυτοκίνητα είναι ανασφάλιστα! Και τώρα με τον κορωνοϊό, που οι περισσότερες ασφάλειες λήγουν στις τριάντα του Ιουνίου, ζήτω που καήκαμε! Και τί να κάνει η Τροχαία όταν ο ασυνείδητος έχει εξαφανιστεί; Κι αν ο «ασυνείδητος» είναι σαν εκείνον τον μελαμψό κύριο που είδα το πρωί στην Καστέλλα, να βάζει βενζίνη σε ένα φορτηγάκι στο οποίο έχει φτιάξει υπερκατασκευή και είχε μέσα πέντε(!) παιδιά  τα οποία έτσι και φρενάρει απότομα θα πέσουν στην άσφαλτο, τί θα γίνει; Κι εγώ σας λέω ότι τον βρίσκει η Τροχαία. Τί κάνεις; Μπλέκεις, ασφαλώς, περισσότερο!

Αναπολώ την εποχή που έτσι και ακουμπούσες άλλο όχημα άφηνες την κάρτα σου στο παρ-μπριζ και «τα εύρισκες» με τον άλλον μόνο με ένα τηλεφώνημα! Και πίνατε και μια μπύρα «για την γνωριμία»… Τα μαζεύω και φεύγουμε . Δεν έχουμε «μεικτή» ασφάλεια (δεν μας περισσεύουν) και μας βαρύνει η ζημιά. «Επτακόσια πενήντα» μου λέει ο φαναρτζής. «Πολλά δεν είναι;» με ρωτά η εγγονή. «Να δεις που θα το φτιάξω μόνος μου και δεν θα με πιστεύει κανείς!» της απαντώ…

Απόψεις

Μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ὁ Μπετόβεν

Εφημερίς Εστία
Ὁμοφροσύνη φιλίην ποιεῖ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ

Koίτα ποιός μιλάει!

Μανώλης Κοττάκης
Ἡ σάτιρα, ἡ «δολοφονία χαρακτῆρος» καί οἱ «Ράδιο Ἀρβύλα»

Ἡ Εὐρώπη στέλνει ἐκτός συνόρων τούς μετανάστες

Εφημερίς Εστία
Βρυξέλλες.- Πιό σκληρή μεταναστευτική πολιτική υἱοθετεῖ ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωσις, ἐπιτρέποντας στά κράτη-μέλη νά φτιάχνουν κέντρα ἀπελάσεως (hubs ἐπιστροφῶν) ἐκτός εὐρωπαϊκῶν συνόρων.

Ὁ καφές καί οἱ ἀναμνήσεις στίς ἐθνικές ἑορτές

Δημήτρης Καπράνος
Καθίσαμε, μετά τήν παρέλαση, μέ τόν φίλο καί δυό ἀκόμη τῆς παρέας ἀπό τά παλιά, γιά τόν καθιερωμένο καφέ τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν.

Σάββατον, 26 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ!