Κότερο, σκάφος, θαλαμηγός, δέν εἶναι τό ἴδιο…

Ἡ σωστή λέξη εἶναι «Θαλαμηγός». Ἐπεκράτησε, ὅμως, ἡ ἔκφραση «Κότερο», προερχόμενη ἀπό τήν ἀγγλική λέξη «cutter», μέ τήν ὁποία ὁρίζουμε τό μικρό ἱστιοφόρο, μέ ἕνα κατάρτι, πού «κόβει» τά κύματα…

Τό «cutter» ἦταν τύπος ἐλαφροῦ πολεμικοῦ πλοίου, τό ὁποῖο ἀργότερα πέρασε στήν κατηγορία τῶν «σκαφῶν ἀναψυχῆς» (cutter yacht). Στήν Ἑλλάδα τήν ὀνομασία «κότερο» τήν ἔφεραν οἱ Ἄγγλοι. Ἐξ ἄλλου τά περισσότερα ἀπό τά πρῶτα «κότερα» τῶν Ἑλλήνων ἐφοπλιστῶν ἦταν παλαιά μικρά, εὔδρομα, πολεμικά, μετασκευασμένα…

Ἀργότερα, εἴχαμε τίς «θαλαμηγούς». Ἔτσι ἀποκαλούσαμε τήν «Χριστίνα», τοῦ Ἀριστοτέλη Ὠνάση, τήν «Κρεολή» τοῦ Σταύρου Νιάρχου.

Μέ τόν καιρό περάσαμε στήν προσφώνηση «γιώτ». Ἔγραφαν οἱ ἐφημερίδες: «Ἡ νεαρά ἐνζενύ Ζωή Λάσκαρη ἐθεάθη νά ἐπιβιβάζεται εἰς τό γιώτ τοῦ ἐφοπλιστοῦ κυρίου “τάδε”, ὁμοῦ μετά δύο ἄλλων δεσποινίδων, ἀγνώστου εἰσέτι ταυτότητος»… Παροιμιῶδες τό ἐπιθεωρησιακό νούμερο τῆς ἐποχῆς: «Ρέ σύ Μῆτρο τά ’μαθες; Ἡ Μαρία τοῦ ψαρᾶ πῆγε μέ τό γιώτ τοῦ ἐφοπλιστῆ» ἔλεγε ὁ ἕνας «βλάχος» στόν ἄλλο. «Μέ τό γιό’τ; Κι ἐγώ νόμιζα ὅτι τά ’χε μέ τόν πατέρα του!»…

Κι ἀργότερα, πέσαμε στήν γενικότητα τῆς ἀπρόσωπης λέξεως «σκάφος». Καί ἀποκτήσαμε καί παράγωγα. «Οἱ σκαφάτοι» (οἱ ἔχοντες σκάφος), ἑνικός «ὁ σκαφάτος» καί οἱ «σκαφάτες», οἱ κυρίες ἤ δεσποινίδες πού ἀρέσκονται νά ταξιδεύουν μέ «σκάφος».

Ὁ Κηλαηδόνης τίς τραγούδησε: «Κι ὅλα τά κορίτσια, πού εἶχα γκόμενες, τώρα εἶναι ὅλο βίτσια καί πίνουν μόνο νές./ Κι ἄν δέν κάνω λάθος, ἔχουν ὅλες “γιώτα-χί”, θέλουνε καί σκάφος καί πᾶνε κι ἐξοχή!»… Τό «κότερο» πέρασε στό παρελθόν, μέ χαρακτηριστική (σχεδόν …ἱστορική) τήν «ἀτάκα» τοῦ Κώστα Βουτσᾶ σέ ἑλληνικό «μιούζικαλ», ὅπου προσποιούμενος τόν γυιό ἐφοπλιστοῦ καλεῖ τήν Ρένα Βλαχοπούλου καί τήν Ζωή Λάσκαρη μέ τήν φράση: «Ἔχω καί κότερο. Πᾶμε μιά βόλτα;»… Τό «κότερο» τραγούδησε καί ὁ Μπιθικώτσης, σέ μουσική τοῦ Μίκη Θεοδωράκη καί στίχο τοῦ ἀνεπανάληπτου Μέντη Μποσταντζόγλου (Μπόστ), στήν «Νῆσο τῶν Ἀζορῶν». Ἐκεῖ, λοιπόν, σέ μιά στροφή, καί ἐνῶ τό τραγικό νεαρό ζεῦγος ἔχει βρεθεῖ σέ ἐρημικό νησί, ὁ ἀοιδός ἀναφέρει: «Ἀργότερα, ἀργότερα, ἐφάνηκαν δυό κότερα»!… Καί γιά νά εἴμεθα εἰλικρινεῖς, τό «κότερο» χάθηκε ἀπό τήν καθομιλουμένη. Ἐπεκράτησε ἡ «θαλαμηγός». Ὅταν, ὅμως, ἀνέκυπτε θαλαμηγός ἐμπλεκομένη μέ πολιτικούς, νάτο τό «κότερο» νά ξεπετιέται σάν τήν «Ρωμιοσύνη» τοῦ Ρίτσου! Σέ «κότερο» ἐντοπίστηκε ὁ Ἀνδρέας μέ «πονηρή» συντροφιά, ἐνῶ ἡ Καλαμάτα θρηνοῦσε τούς νεκρούς τοῦ μεγάλου σεισμοῦ! Σέ «κότερο» συνελήφθη ὁ «στρατηγός» (οὔτε κἄν ναύαρχος) Τσουκᾶτος, καί ἔγινε «βούκινο» (καί ὄχι viral, ὅπως λένε οἱ ξενομανεῖς.) Σέ «κότερο» ἐντοπίστηκε καί ἔγινε ἀντικείμενο σφοδρῶν ἐπικρίσεων ὁ τότες ὑπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος!

«Κότερο», λοιπόν, καί ὄχι «θαλαμηγός» ἤ «σκάφος» ὅταν ἔχουμε μπλεγμένο στά ξάρτια του πολιτικό! Ἴσως ἐπειδή ἡ λέξη εἶναι πιό «καμπάνα», ἴσως ἐπειδή ἡ ἐν λόγω ἔκφραση «κόβει» (ὡς προερχόμενη ἐκ τοῦ «cutter».) «Κότερο», λοιπόν, καί γιά τόν πρωθυπουργό μας, στά πρωτοσέλιδα τῶν ἐφημερίδων. Οὔτε «θαλαμηγός» (πιό «σίκ») οὔτε «σκάφος» (λιγότερο ὀδυνηρό). Οἱ λέξεις ἔχουν πάντα τήν δική τους δυναμική…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ