Κι αύριο θα είναι μια ίδια μέρα…

Πέφτω στο κρεβάτι και δεν μπορώ να καταλάβω αν θα κοιμηθώ για μεσημέρι η για βράδυ

Κοιμάμαι τρεις-τεσερεις ώρες και ξυπνώ. Έχει τρελαθεί το βιολογικό μου ρολόι. Σηκώνομαι, κάνω το μπάνιο μου, ξυρίζομαι, ντύνομαι, δένω την γραβάτα, φορώ το σακάκι και κατεβαίνω μέχρι την πόρτα. Προσπαθώ να κάνω ό,τι έκανα μέχρι την επίσκεψη του «αόρατου εχθρού»… Αλλά η ώρα είναι πέντε το πρωί! Κανονικά έπρεπε να είναι απόγευμα και να ξεκινήσω για την εφημερίδα. Κανονικά… Στην πόρτα υπάρχει ένα σημείωμα, κολλημένο με σελοτέϊπ. Ψάχνω τα γυαλιά μου. Ως συνήθως τα έχω ξεχάσει στο γραφείο. Ανεβαίνω την σκάλα και τα βρίσκω στο λουτρό. Το σημείωμα είναι γραμμένο με κόκκινο στυλό. «Παππού, καλημέρα. Έμαθα ότι ο Εθνικός πήρε το πρωτάθλημα! Χα-χα-χα, είναι Πρωταπριλιά!»… Οι γυναίκες πονηρεύουν πολύ νωρίς… Πλησιάζει εξι. Πετάγομαι στον απέναντι φούρνο. Τα κορίτσια έχουν ήδη ζεστάνει την μηχανή. Ένας εσπρέσο α-λα ιταλικά (ορθίων) είναι ό,τι πρέπει… Κοιτάζω τον έρημο δρόμο και σκέφτομαι την Γένοβα. Εκεί, στη «Boccad’ ase», στον μικρό γραφικό ορμίσκο με τους ψαράδες. «Ξέρεις, η Γένοβα έχει τις περισσότερες RollsRoyce στον κόσμο!» μου έλεγε ο ταβερνιάρης. «Και πώς δεν έχω δει καμμία;» αναρωτηθηκα. «Α, οι Γενοβέζοι είναι πλούσιοι και ματαιόδοξοι. Αγοράζουν την Rolls και την έχουν στο γκαράζ για να την δείχνουν στους καλεσμένους!»… Για σκέψου! Να έχεις την Rolls στο γκαράζ! Ελπίζω να τις βγάλουν όταν περάσει το κακό που τους βρήκε. Να τις χαρούν…

«Πώς τα βλέπετε; Μέχρι πότε θα κρατήσει αυτό το δράμα;» ερωτά ο φούρναρης. «Έ, δράμα για όλους τους άλλους. Εσείς, όμως, πουλάτε!» του λέω και περιμένω αντίδραση.

«Ναι, πουλάμε ψωμί και καφέδες, δεν λέω. Αλλά τί να το κάνεις όταν πουλάς σε μια άδεια πόλη; Να έρχεται ο πελάτης μασκοφόρος, να φοράει γάντια, να σε κοιτάζει περίεργα, να παίρνει το ψωμί με «μωρομάντηλο» και να φεύγει λες και τον κυνηγάνε; Δεν είναι ζωή αυτή, δεν είναι κόσμος!»… Κορόιδευα τους τύπους που βολτάριζαν με τον καφέ στο χέρι, αλλά τώρα είμαι εγώ εκείνος που κατεβαίνει προς το Μικρολίμανο με το πλαστικό ποτήρι ανα χείρας (με το γάντι, παρακαλώ)… Ανάμεσα στις καφετέριες και τα εστιατόρια, υπάρχει μια μικρή ανάσα, το στέκι των ψαράδων, που απλώνουν τα δίχτυα και την ψαριά τους κάθε πρωί. Μόλις έχουν αρχίσει να τακτοποιούν τις «ψαροκασέλες». Σκουμπριά, γόπες, πετρόψαρα, μπαρμπούνια, λυθρινάκια, ολόφρεσκα, σχεδόν ζωντανά. Κατά τις επτά, θα κατέβουν (λίγοι πλέον) οι πελάτες για να ψωνίσουν.

«Πώς πήγε σήμερα;» ρωτώ τον φίλο μου, με τον οποίο βρισκόμαστε συχνά-πυκνά στο πρακτορείο του ΟΠΑΠ, όπου όλη η γειτονιά βλέπει τα ματς του ποδοσφαίρου.  «Πώς να πάει; Τα μαγαζιά κλειστά, ο κόσμος κλειδωμένος, πουλάμε φτηνά και ξεπουλάμε σπάνια»….Χαιρετώ και γυρίζω να φύγω. «Ρε, ποιός είναι αυτός με τη γραβάτα πρωινιάτικα;» ακούω να ρωτά τον φίλο μου ένας συνάδελφός του. «Α, κύριος! Δημοσιογράφος! Έρχεται και κάθεται μαζί μας γιατί, λέει, θέλει να έχει επαφή με τον κόσμο! Τη δουλειά του κάνει»…

Απόψεις

Νόμους ἔχουμε, τάξη δέν ἔχουμε

Εφημερίς Εστία
Ἀποσπασματικά καί ἄκαμπτα μέτρα πού ἀφήνουν κενά – Ὑπερβολές καί ἔλλειψις ἐνημερώσεως πού ταλαιπωροῦν τούς πολῖτες – Ἐλλείπει ἡ «κουλτούρα ἀσφαλείας»

Ἐπιτελικό καθεστώς

Μανώλης Κοττάκης
ΟI λέξεις εἶναι σφαῖρες καί γι’ αὐτό θά πρέπει νά προσέχει πάρα πολύ κανείς πῶς τίς χρησιμοποιεῖ στόν δημόσιο λόγο.

Ἅλμα τοῦ πετρελαίου στά 118 δολλάρια τό βαρέλι

Εφημερίς Εστία
Νέα κοῦρσα στίς τιμές τοῦ πετρελαίου Brent, καθώς οἱ ἀγορές βλέπουν παρατεταμένη κρίση στήν ροή τοῦ πετρελαίου μέσῳ τῶν Στενῶν τοῦ Ὁρμούζ.

Πιό κοντά στήν πόλη τό λιμάνι τοῦ Πειραιῶς

Δημήτρης Καπράνος
Ἕνα νέο σημεῖο ἀναφορᾶς, πού ἐνισχύει τήν σύνδεση τοῦ λιμανιοῦ μέ τήν πόλη καί τούς πολῖτες, δημιουργεῖται στόν Πειραιᾶ.

Σάββατον 30 Ἀπριλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΜΠΙΦΤΕΚΙ