ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Κατασκηνώσεως ἀναμνήσεις καί σκέψεις…

Βράζει ὁ κορωνοϊός μέ τίς νέες του μεταλλακτικές μορφές!

Διάβασα κάπου ὅτι στό πάρτυ πού ὀργάνωσε εὔπορον ζεῦγος στήν Βενετία ἐπί τῇ βαπτίσει τῆς θυγατρός του, ὑπῆρξε ἐπέλασις τοῦ ἰοῦ καί τώρα ὅλοι οἱ συνδαιτημόνες τρέχουν γιά τέστ. Χθές πήγαμε τήν ἐγγονή μας σέ κατασκήνωση, στήν Πούντα Ζέζα τοῦ Λαυρίου. Πολλά τά παιδιά, χωρίς μάσκες. Ἀνησυχῶ τά μέγιστα, ἄν καί τά παιδιά περνοῦν τήν ἴωση τοῦ covid πολύ πιό ἐλαφρά, σχεδόν δίχως νά τό καταλάβουν.

Κι ὕστερα σκέφτηκα τόν καιρό πού πήγαινα ἐγώ κατασκήνωση, στήν Φανερωμένη, στήν Σαλαμῖνα, μέ τίς κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς. Ἐκεῖ, λοιπόν, πρωτομάθαμε τήν ὁμαδική ζωή. Μέναμε πέντε-πέντε σέ ἀντίσκηνα (προφανῶς δοσμένα ἀπό τόν Στρατό) καί κοιμόμασταν σέ ράντζα, χωρίς στρῶμα, φυσικά, μέ ἕνα κατωσέντονο κι ἕνα πανωσέντονο.

Ξυπνούσαμε μέ τόν ἦχο τῆς σάλπιγγας στίς ἕξι καί μισή τό πρωί, στηνόμασταν στήν οὐρά γιά νά πλυθοῦμε καί νά πλύνουμε τά δόντια μας (τότε εἶχαν ἀρχίσει νά διαφημίζονται καί οἱ ὀδοντόκρεμες «Κολυνός») στήν βρύση μέ τήν μαρμάρινη γούρνα. Ὕστερα στήν σειρά μέ τό τσίγκινο κυπελάκι μας γιά τό πρωινό γάλα, μέ ἕνα μεγάλο παξιμάδι κι ὕστερα ὅλοι γύρω ἀπό τήν σημαία, γιά τήν ἔπαρση καί τήν κραυγή τῆς ὁμάδας μας. «Κάτι βουίζει καί μουγκρίζει, μέσ’ στίς λαγκαδιές/καί τά ζῶα φοβερίζει μ’ ἄγριες φωνές!/Τ’ εἴμαστε παιδιά; Λ-έ-ο-ντες!».

Κι ἀμέσως ἀπαντοῦσε ἡ ἄλλη ὁμάδα: «Κάτι πετᾶ, κάτι πετᾶ, κάτι πετᾶ ἐκεῖ ψηλά. Ἄ, τίιιι; Ἀ-ε-τ-ο-ί!».

Δίπλα, ἀκριβῶς, ἦταν ἡ κατασκήνωση τῶν κοριτσιῶν. Μᾶς χώριζε ἕνα συρματόπλεγμα, ἀλλά πηγαίναμε ὅλοι μαζί γιά μπάνιο, καθόμασταν μαζί γιά νά παρακολουθήσουμε τήν παράσταση τοῦ Καραγκιόζη ἤ μιά ταινία, πού θά προβαλλόταν στόν πρόχειρα στημένο κινηματογράφο, μέ μιά φορητή κινηματογραφική μηχανή τῶν ὀκτώ μιλιμέτρ, πού εἶχε δωρίσει στήν κατασκήνωση ὁ πατέρας μου, πού ἐρχόταν κάθε Παρασκευή γιά νά ἐξετάσει –ὡς παιδίατρος– τά παιδιά πού παρουσίαζαν κάποιο πρόβλημα, συνήθως κρύωμα ἀπό τά μπάνια ἤ τά παγωτά!

Ἀργότερα, πῆγα κατασκήνωση μέ τούς Προσκόπους, ὡς λυκόπουλο. Ἐντελῶς διαφορετική ἀτμόσφαιρα! Κατ’ ἀρχάς εἴχαμε ὅλοι ἀπό ἕναν σουγιᾶ. Μ’ αὐτόν χαράζαμε τό ὄνομά μας (καί τῆς καλῆς μας) στά δέντρα, μ’ αὐτόν καθαρίζαμε τά ψάρια πού πιάναμε στήν παραλία, μέ κιούρτους πού φτιάχναμε μόνοι μας. Μέ μιά τσίγκινη λεκάνη, σκεπασμένη μέ καλά τεντωμένο λευκό πανί καί μιά τρῦπα στήν μέση. Ἀρκοῦσε λίγο τυρί φέτα γιά νά τό μυρίζονται τά ψάρια καί τά κεφαλόπουλα καί οἱ γόπες παγιδεύονταν μιά χαρά. Καί τό βράδυ, ἀνάβαμε φωτιά (προσεκτικά, μέσα στήν ψησταριά) καί ψήναμε τά ψάρια. Εἴχαμε καί τώρα κραυγή, ἀλλά διαφορετική.

«Ἀλαμπαλού-ἀλαμπαλού, ἀλαμπαλού καί ναί καί οὐ!/Ἀγιού, ἀγιού, Ἀκαρακατζίκι-τζίκι-τζίκι, εἴμαστε τῆς Ἕκτης Λύκοι!»…

Καί περνούσαμε ὡραῖα, καί τά βράδια παίζαμε τραγούδια μέ τίς φυσαρμόνικες ἤ παίζαμε ὁμαδικά παιγνίδια μέ ἔπαθλο τούς μπακλαβᾶδες ἤ τά καταΐφια…

Τώρα τά πράγματα ἔχουν ἀλλάξει. Ὅλα τά παιδιά ἔχουν μαζί τους τό «κινητό» ἤ τό «λάπτοπ», ἔχουν «γουάι-φάι» καί φορτιστές καί ζοῦν μιά εἰκονική πραγματικότητα. Δύσκολα θά κοιμᾶμαι τά βράδυα μέχρι νά ἐπιστρέψει ἡ μικρή μας…

Απόψεις

Παίγνια καί ὀφθαλμαπάτες

Εφημερίς Εστία
Στήν θεωρία παιγνίων «ὀρθολογικός» δέν σημαίνει ἐγκρατής, δίκαιος ἤ σώφρων

«Δέν ἔπρεπε νά ἐκλεγεῖ ἡ Ἑλλάς μέλος τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας»

Εφημερίς Εστία
Πρωτοφανής γκάφα τοῦ Γιώργου Γεραπετρίτη στό Πανεπιστήμιο τοῦ Τορόντο: «Ἄν γνώριζα ὅτι θά βρισκόμασταν σέ μία τόσο ταραχώδη περίοδο, προφανῶς δέν θά εἴχαμε θέσει ὑποψηφιότητα»

ΝΙΚΉΤΑΣ ΤΣΑΚΊΡΟΓΛΟΥ: «Ἡ πίστη μᾶς στηρίζει στίς δύσκολες στιγμές»

Εφημερίς Εστία
Πῶς νά χωρέσουν σέ μία σελίδα ἡ ζωή καί ἡ ἑπτά δεκαετιῶν καρριέρα τοῦ 88 ἐτῶν Ἕλληνος ἠθοποιοῦ, σκηνοθέτου καί διδασκάλου, Νικήτα Τσακίρογλου, ἐκ τῶν κορυφαίων τοῦ μεταπολεμικοῦ μας θεάτρου;

Πληθωρισμός καί ἀκρίβεια ἐξανεμίζουν τίς παροχές

Εφημερίς Εστία
Στό ναδίρ ἡ ἀγοραστική δύναμις τῶν νοικοκυριῶν Δραματική συρρίκνωσις ὄσων ἐξηγγέλθησαν στήν Θεσσαλονίκη

Γυμναστική στήν ματαιότητα ἀπό τούς «πλησιόσαυρους» τῆς ἐξουσίας

Εφημερίς Εστία
Ὁ κύριος Τσίπρας δέν ἐπισημοποίησε μόνο τό δικό του ἀδιέξοδο ὁρίζοντας ὡς ἀντίπαλό του τόν «κανένα», ἐπισημοποίησε καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ