Η ΦΡΕΝΙΤΙΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 27 Δεκέμβριος 1919

Ἐρώτησα ἕνα ἔμπορον τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ:

– Πόσα;

Καί ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος ἦτο φίλος μου καί ἤθελε νά εἶνε εἰλικρινής ἐπέναντί μου, μοῦ εἶπεν:

– Ἄχ! φίλε μου! Μ’ ἐρωτᾷς πόσα. Νομίζεις πῶς εἶνε εὔκολον νά σοῦ ἀπαντήσω; Πρέπει νά ἐμπνευσθῶ πρῶτα. Καί εἶμαι τόσο κουρασμένος, ποῦ καί ἡ ἔμπνευσις ἀκόμη μοῦ λείπει.

– Νά ἐμπνευσθῇς;

– Φυσικά, νά ἐμπνευσθῶ. Αὐτές τῇς ἡμέρες, φίλε μου, οὔτ’ ἐμεῖς δέν ξέρομε τί ζητοῦμε. Τό πᾶν εἶνε ἔμπνευσις τῆς στιγμῆς. Ἐκεῖνο ποῦ ξέρω εἶνε, πῶς ὅ,τι καί ἄν ζητήσουμε μᾶς τό δίνουν.

Καί μοῦ ἔκαμε καί ἄλλην μίαν φιλικήν ἐξομολόγησιν:

– Φθάνει νά σοῦ πῶ ὅτι αὐτές τῇς ἡμέρες εἰσέπραξα 90,000 δραχμές περίπου. Ἀπ’ αὐτές πόσες νομίζεις ὅτι εἶνε τό καθαρόν μου κέρδος;

– Αἱ 20,000;

– Αἱ 60,000, φίλε μου.

– Μέ τῆς ὑγεῖές σου!

Ἐμπῆκα κατόπιν εἰς ἕνα κατάστημα, ἐπουλοῦσε παιγνίδια.

– Δεῖχτέ μου, σᾶς παρακαλῶ, τίποτε παιγνίδια.

Τό σοφώτατον μάτι τοῦ ὑπαλλήλου δέν μ’ ἔπιασε.

– Τί τιμῶν παιγνίδια θέλετε, κύριε; Ἐκοκκίνισα, ὡς δειλή παρθένος, καί τοῦ ἀπήντησα:

– Μά… εἴκοσι, εἰκοσιπέντε δραχμῶν τό πολύ.

Μοῦ ἔρριψεν ἕνα βλέμμα οἴκτου καί μοῦ εἶπε:

– Δυστυχῶς, δέν ἔχουμε, κύριε, αὐτῶν τῶν τιμῶν.

Ὅπως εἶνε εὐνόητον, δέν ἐτόλμησα νά ἐρωτήσω ἀπό ποῦ ἤρχιζαν αἱ τιμαί τῶν παιγνιδιῶν του καί ποῦ ἐτελείωναν, ἄν ἐτελείωναν.

Ἐμπῆκα εἰς ἕνα χρυσοχοεῖον, διά νά… χαιρετίσω γνωστήν μου κυρίαν καί νά τῆς προσφέρω… τάς εὐχάς μου διά τά Χριστούγεννα. Ἡ γνωστή μου κυρία ἐπαζάρευεν ἀνάποδα τήν στιγμήν ἐκείνην μίαν χρυσῆν μπούρσαν.

– Πόσο αὐτή ἡ μπούρσα, παρακαλῶ;

– Τρεῖς χιλιάδες, κυρία.

– Δέν ἔχετε καλλίτερες;

Ὁ καταστηματάρχης ἐσκέφθη στιγμιαίως, ὅσον σκέπτεται δηλαδή κανείς καί διά μίαν ρελάνς εἰς τό πόκερ, καί ἀπήντησεν:

– Ἔχομεν, κυρία μου, ἀλλ’ εἶνε λιγάκι ἀκριβότερες.

Καί παρουσίασεν ἀμέσως τήν ἀκριβοτέραν μπούρσαν, ἡ ὁποία ἦτο ἐντελῶς ἡ ἴδια μέ τήν πρώτην.

– Πόσο;

– Τέσσερες χιλιάδες.

– Πληρωθῆτε!

Ὅταν ἀπεσύρθη ἡ κυρία, εἶπα εἰς τόν καταστηματάρχην:

– Παρατηρῶ ὅτι δέν ἔχετε ὡρισμένας τιμάς.

Καί ὁ καταστηματάρχης, ξεκαρδιζόμενος ἀπό τά γέλια:

– Μᾶς ἀφίνουν, κύριε, νά ἔχωμεν ὡρισμένας τιμάς; Ἄλλοτε, βλέπετε, ὁ κόσμος ἐπαζάρευε πρός τά κάτω. Τώρα παζαρεύει πρός τά ἄνω.

Ἐρώτησα ἕνα γνωστόν μου σωφέρ:

– Γιατί, βρέ Χριστιανέ μου, δέν κατεβάζετε κ’ ἐσεῖς τῇς τιμές σας; Ἡ βενζίνα φτήνηνε, τά λάστιχα φτήνηναν, ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου φτήνηνε…

Καί ὁ σωφέρ μου ἀπήντησε:

– Γιατί νά ξεπέσουμε τῇς τιμές, κύριε; Ὅσα γυρέψουμε, μᾶς δίνουνε. Καί διπλά νά γυρέψουμε, θά μᾶς τά δώσουν. Ὁ πελάτης βλέπετε, ἔρχεται, μπαίνει μέσα, χωρίς νά ρωτήσῃ τίποτε, καί προστάζει: «Τράβα!». Ἐγώ τραβάω. Κουτός εἶμαι νά μή τραβήξω! Ἅμα τελειώσῃ τή δουλειά του, μέ ρωτάει: «Πόσα;» «Τρακόσες, κύριε.» Τρακόσες; Τρακόσες! Ἀνοίγει τήν πορτοφόλα, μοῦ πασάρει τρία ἑκατοστάρικα καί μοῦ βάζει στό χέρι καί τέσσερα τάλληρα γιά πουρμποάρ. Γιατί λοιπόν, κύριε, νά ξεπέσουμε τῇς τιμές;

Καί ὁ ἀγαθός σωφέρ, ἀφοῦ μοῦ ἔδωκε τάς εἰλικρινεῖς αὐτάς καί διαφωτιστικάς πληροφορίας, μοῦ προσέφερε τάς ὑπηρεσίας του.

– Θέλετε νά σᾶς πάω πουθενά, κύριε;

– Νά μέ πᾷς ὄχι, παιδί μου, τοῦ εἶπα. Πηγαίνω μέ τά πόδια μου. Πόσο θέλεις νά μέ κόψῃς νά ἡσυχάσω;

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ἀπόρρητη σύσκεψις στήν Κατεχάκη: 230.000 μετανάστες μᾶς «ἐπιστρέφει» ἡ Γερμανία

Εφημερίς Εστία
Ὡς πρώτη δόσις ζητεῖται ἡ «ἐπαναπροώθησις» 8.000 «προσφύγων» πού θεωροῦνται δευτερογενεῖς ροές ἀπό τήν ἐποχή πού «λιάζονταν», ἀλλά καί τήν περίοδο τῆς ΝΔ – Δέν τούς ἀντέχει ὁ γερμανικός προϋπολογισμός «Δέλεαρ» ἡ ἐπιδότησις τῆς παραμονῆς

«Μέ ὁρίζει ἡ δικαιοσύνη!»

Μανώλης Κοττάκης
Αὐτό πού ἔπραξε χθές ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, νά ἀπονείμει τό ἀριστεῖο της στόν συνθέτη Σταῦρο Ξαρχάκο (τρεῖς μέρες μετά τά 87α γενέθλιά του, πού ἑόρτασε στήν οἰκία τοῦ πρέσβεως Κριεκούκη), ἔπρεπε νά εἶχε γίνει πολύ καιρό τώρα.

Δεύτερo πλῆγμα στόν σκληρό πυρῆνα τοῦ Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Οὐάσιγκτων.- Ἀπανωτά εἶναι τά πλήγματα πού δέχεται τά τελευταῖα 24ωρα ὁ Ἀμερικανός Πρόεδρος, καθώς πρόσωπα ἀπό τόν στενό κύκλο συνεργατῶν του, πού ἡγοῦνται σημαντικῶν θέσεων, ἀποδομοῦν τά ἐπιχειρήματα πού παρουσίασε προκειμένου νά ἐξαπολύσει τήν ἐπίθεση κατά τοῦ Ἰράν.

Ἀπό τήν «σινιέ» στήν «θεοσεβούμενη» τυραννία

Δημήτρης Καπράνος
Φυσικά καί εἶναι δύσκολο νά συμφωνεῖ κανείς –πόσῳ μᾶλλον νά ἐπιχαίρει– μέ ἕναν πόλεμο, μέ βομβαρδισμούς ἐναντίον ἀμάχων καί τουριστῶν, μέ δολοφονίες πολιτικῶν, μέ ὅλα, τέλος πάντων, πού συμβαίνουν αὐτό τόν καιρό στήν περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Σάββατον, 19 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΖΗ!