Η ΕΝΤΑΤΙΚΗ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 29 Νοεμβρίου 1919

Διαρκοῦντος τοῦ Πολέμου, εἶχα παρατύχει εἰς μίαν συζήτησιν, τήν ὁποίαν ἐπέπρωτο νά ἐνθυμηθῶ ἕνα ἔτος μετά τήν εἰρήνευσιν τοῦ Κόσμου. Οἱ συζητοῦντες εἶχαν ὡς θέμα τήν ἐπιστροφήν τῆς ζωῆς εἰς τά φυσιολογικά της ὅρια, ἄν ὄχι τά προπολεμικά, τοὐλάχιστον κάποια ὅρια ὁπωσδήποτε φυσιολογικά.

– Λοιπόν, ἀπεφάνθη ἕνας, ὁ ὁποῖος συνέπιπτε μάλιστα νά εἶνε καί ἔμπορος, δηλαδή εἰδικός. Μόλις κλείσῃ ἡ ἀνακωχή, ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς θ’ ἀρχίσῃ νά κατρακυλᾷ ραγδαίως.

– Ὑποθέτεις, τόν ἠρώτησαν, ὅτι θά φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τάς προπολεμικάς τιμάς;

– Ἄν ὄχι ἀμέσως, […] θά τάς πλησιάσωμεν ὅμως σημαντικά. Αὐτό εἶνε ἀπολύτως βέβαιον. […]

– Τί εἶνε, κύριοι, ἐκεῖνο ποῦ φέρνει τήν τρομακτικήν ὑπερτίμησιν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης; Πρῶτον οἱ τρομακτικοί ναῦλοι καί δεύτερον τά τρομακτικώτερα ἀσφάλιστρα. Ἔπειτα ἔρχονται ὅλα τ’ ἄλλα, δηλαδή ἡ ἔλλειψις τῶν ἐργατικῶν χειρῶν, ἡ ὑπερτίμησις τῆς ἐργασίας καί ἡ αἰσχροκέρδεια, ἡ ὁποία ἐπωφελεῖται ὅλων αὐτῶν διά νά ὀργιάζῃ εἰς βάρος μας. Ὅταν ὅμως οἱ κυριώτεροι συντελεσταί τῆς ἀκρίβειας, ἐπανέλθουν εἰς τά φυσιολογικά των ὅρια, ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς θά ὑποστῇ τό καιριώτερον κτύπημα. Αἱ τιμαί θ’ ἀρχίσουν νά κατρακυλοῦν. […]

Ἔκτοτε δέν ἠξεύρω πῶς, μοῦ εἶχεν ἐντυπωθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ὅλη ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ ἦσαν τά δύο αὐτά τρομερά θηρία, οἱ ναῦλοι καί τά ἀσφάλιστρα. […] Ἡ Εἰρήνη ἔφθασε τρίς χειρότερη ἀπό τόν Πόλεμον. Τά ραπανάκια, τά κουνουπίδια, ᾑ πατάτες καί τό λάδι, μέ τό ὁποῖον μαγειρεύονται ὅλα αὐτά τά εἴδη, τά ὁποῖα, ὡς γνωστόν, μᾶς φθάνουν ἀπό τόν Καναδᾶν, τάς Καναρίους νήσους καί τό ἀκρωτήριον τῆς Καλῆς Ἐλπίδος, δέν ἐπηρεάσθησαν καθόλου ἀπό τόν ἐκπεσμόν τῶν ναύλων καί τῶν ἀσφαλίστρων. Ἀφοῦ ἀνέμεινα ἐπί μῆνας καρτερικῶς κἄποιαν μεταβολήν καταστάσεως, ἀπεφάσισα, ἐπί τέλους, νά ἐξακριβώσω τήν αἰτίαν τοῦ κακοῦ. Κἄποιος μανάβης μέ τό καρροτσάκι του εἶχε σταματήσει εἰς τήν συνοικίαν μου καί εἶχε τό ὕφος ἀνθρώπου εἰλικρινοῦς. Αὐτός, εἶπα μέσα μου, θά μοῦ λύσῃ τό αἴνιγμα. Καί προέβην εἰς πρόχειρον ἀνάκρισιν:

– Διατί τά ραπανάκια σου, σέ παρακαλῶ, τοῦ εἶπα, κοστίζουν ὅσον καί τά φοντάν;

– Ἡ τέχνη, ἀφεντικό! μοῦ εἶπεν. Ἡ τέχνη πρέπει νά πληρώνεται;

-Ποία τέχνη;

– Δέν τό ξέρεις; Ἔχει τέχνη τό ραπάνι. Τραβᾷς τά φύλλα καί βγαίνει τό κοτσάνι.

– Λαμπρά! Ἀλλά τά λάχανα, τά κουνουπίδια, τά σέσκουλα, τά σπανάκια, τά πράσσα. Ἔχουν τέχνην κ’ αὐτά;

– Αὐτά δέν ἔχουν τέχνη. Ἀλλά, βλέπεις, ἀφεντικό, οἱ ναῦλοι, τά ἀσφάλιστρα… Τόν ἐκύτταξα ἔκθαμβος.

– Τί μέ κυττᾷς; μοῦ εἶπε. Δέν βλέπεις τό καρροτσάκι; Ἕνα καρροτσάκι γιά ναρθῇ ἀπ’ τά περιβόλια ὥς ἐδῶ, δέν θέλει ναῦλο; Δέν θέλει ἀσφάλιστρα; Πλεούμενο εἶνε κι’ αὐτό! Καί μοῦ ἔδωκε νά ἐννοήσω ὅτι ἄν τά ὑποβρύχια ἔλειψαν ἀπό τούς ὠκεανούς, παραμονεύουν ὅμως τούς γαϊδάρους καί τά καρροτσάκια μέ τά λαχανικά εἰς τούς δρόμους καί ὑψώνουν τά ἀσφάλιστρα τῆς ξηρᾶς. Ἐπῆρα, ὁπωσδήποτε, τά λαχανικά μου κ’ ἐπῆγα νά πάρω καί τό λάδι μου διά νά τά μαγειρέψω. Ἐστράγγισα τό πορτοφόλι μου εἰς τόν μπεζαχτᾶν τοῦ μπακάλη καί αὐτός μοῦ ἐστράγγιεσεν ὀλίγας σταγόνας ἐλαίου εἰς τό μπουκάλι μου.

– Πάρε ὅ,τι θά πάρῃς, μοῦ εἶπεν ὁ εὐγενής ἄνθρωπος γιατί αὔριο θά τό πληρώσῃς δέκα δραχμές τήν ὀκά! Κι’ ἄν βρίσκεται…

– Μά ἔλειψε τό λάδι ἀπ’ τήν Ἑλλάδα; τοῦ εἶπα.

– Ἔλειψε, κύριε! Τό ἤπιαν ὅλο οἱ Ἅγιοι μέ τά καντήλια τους. Τί νά τούς κάνῃς; Ἅγιοι εἶνε! Ἀφοῦ ἐπῆρα καί τό λάδι μου, ἀπεφάσισα ν’ ἀγοράσω κι’ ἕνα πορτοκάλι, διά νά τό μοιρασθῶ μέ τήν οἰκογένειάν μου.

– Πόσο, σέ παρακαλῶ;

– Εἰκοσιπέντε λεφτά, κύριε.

– Τί λές, ἀδελφέ μου; Εἰς τόν τόπον, ὅπου ἀνθεῖ ἡ πορτοκαλέα;

– Μάλιστα, κύριε! Εἰς τόν τόπον, ὅπου ἀνθεῖ ἡ πορτοκαλέα καί ἡ αἰσχροκέρδεια. Τί νά κάμω; Ἐπλήρωσα τό γεῦμά μου μέ ὅσα θά ἠμποροῦσα ν’ ἀποκαταστήσω ἄλλοτε λαμπρῶς τήν θυγατέρα μου. […]

– Νά εὐλογῇς τόν Θεόν, μοῦ εἶπεν, ὅτι τό ρύζι, ἡ ζάχαρη, ὁ καφές, τά παστά ψάρια καί ἀρκετά ἄλλα εἴδη δέν βγαίνουν εἰς τόν τόπον. Ἄν ἔβγαιναν ἐδῶ, τό ρύζι θά εἶχε δεκαπέντε δραχμές ἡ ὀκά, ἡ ζάχαρη εἰκοσιπέντε, ὁ καφές σαρανταοκτώ καί ὁ μπακαλιάρος ἑξῆντα. Δέν εἶχεν ἄδικον. Κι’ ἐσκέφθηκα ὅτι ὁ μόνος τρόπος νά φθηνήνῃ κἄπως ἡ ζωή εἶνε ν’ ἀρχίσωμεν νά φέρνωμεν τά κουνουπίδια μας ἀπό τάς Ἰνδίας καί τά ραπανάκια μας ἀπό τάς Ἀζόρας νήσους, καταργοῦντες ἐντελῶς τήν ἐγχώριον καλλιέργειαν, τήν ὁποίαν οἱ σοφοί μας ἠθέλησαν νά τήν κάμουν καί ἐντατικήν. Ἡ ἐντατικότης, βλέπετε, τῆς εἶχε λείψῃ!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

8 χρόνια από το Μάτι: Η αλήθεια για την τραγωδία της 23ης Ιουλίου 2018 (βίντεο)

Εφημερίς Εστία
Με αφορμή τη συμπλήρωση 8 ετών από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, στις 23 Ιουλίου 2018, ο δημοσιογράφος Νάσος Χατζητσάκος συζητά με την Κάλλι Αναγνώστου, Πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική.

Τί παριστάνουμε ὅτι εἴμαστε;

Εφημερίς Εστία
Στήν σύγχρονη Ἑλλάδα φαίνεται πώς ἡ «σταθερότης», τήν ὁποία ἐπικαλεῖται κατά κόρον τό πολιτικό μας σύστημα, εἶναι, στήν πραγματικότητα, στασιμότης.

Τά στατιστικά τοῦ κυρίου ἀντιπροέδρου

Μανώλης Κοττάκης
Εἶναι φοβερό!

Λιώνουν οἱ πέτρες, ὄχι οἱ Εὔζωνοι

Εφημερίς Εστία
Παρά τόν Iσχυρό καύσωνα πού πλήττει τήν Ἀττική καί τίς θερμοκρασίες πού ἀγγίζουν τούς 43 βαθμούς Κελσίου, οἱ Εὔζωνοι τῆς Προεδρικῆς Φρουρᾶς ἐξακολουθοῦν νά ἐκτελοῦν ἀπαρεγκλίτως τήν ἀποστολή τους στό Μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτου, παραμένοντες ἀκίνητοι στίς θέσεις τους.

Δικαιωματισμός, ἀνεξαρτησία καί… τήν πατήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Τί συνέβη στήν Ἀκρόπολη;» μέ ρωτοῦσε στό What’s up ἡ σύζυγος τοῦ ἀδελφοῦ μου, πού κατοικεῖ σέ ἕνα γραφικό χωριό, ἔξω ἀπο τό Σέφιλντ!