Ἀπό τά Καρδάμυλα τῶν μεγάλων καραβοκυραίων

Σᾶς γράφω ἀπό τήν ὡραία Χίο

«Ἡ Ὡραία Χίος» ἦταν ἕνα μικρό ζαχαροπλαστεῖο-γαλακτοπωλεῖο στήν παλιά μου γειτονιά. Μικρό μέν, γεμᾶτο εὐωδίες δέ, ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτήτης, Χιώτης, φυσικά, ἔφερνε προϊόντα τοῦ νησιοῦ του, μέ κυριότερο ὅλων τήν μαστίχα, τήν ὁποία, πιτσιρικάδες, λατρεύαμε. Θά πρέπει νά τονίσουμε ὅτι ἐμεῖς «μαστίχα» λέγαμε καί τίς «τσίκλες», πού μᾶς ἦρθαν ἀργότερα ἀπό τήν Ἀμερική. Ἀργότερα, υἱοθετήσαμε τόν ὅρο «τσίκλα». Ἡ χιώτικη μαστίχα ἦταν τό πλέον εὐωδιαστό εἶδος στά ντουλάπια τοῦ σπιτιοῦ. Κι ἐμεῖς, ὀφείλω νά ὁμολογήσω, ὑπήρξαμε λίαν τυχεροί, ἀφοῦ ὁ πατέρας μας, ὡς παιδίατρος στόν Οἶκο τοῦ Ναύτου, εἶχε πολλές πελάτισσες ἐκ Χίου, οἱ ὁποῖες, ὅταν ἔφερναν τά παιδιά τους γιά «νά τά δεῖ ὁ γιατρός», προσκόμιζαν καί τά σχετικά εὐωδιαστά πεσκέσια τους.

Θυμᾶμαι ἀμέτρητες «ἐπιδρομές» μέ τά ἀδέλφια μου, στά ντουλάπια καί στόν μπουφέ τοῦ σπιτιοῦ, προκειμένου νά ἀπολαύσουμε τά περίφημα χιώτικα γλυκά κουταλιοῦ καί, κυρίως, τό «ὑποβρύχιο», τήν βανίλια, μέ τό ἔντονο ἄρωμα τῆς μαστίχας…

Τά σκέπτομαι ὅλα αὐτά, καθώς τό αὐτοκίνητο ἔχει ἐκκινήσει ἀπό τό ἀεροδρόμιο «Ὅμηρος», τῆς Χίου, γιά τά Καρδάμυλα, τήν κώμη τῶν Δωριέων μετοίκων τοῦ νησιοῦ καί γενέτειρα μεγάλων καί θαυματουργῶν Ἑλλήνων ναυτίλων.

Καί δέν μπορῶ νά μήν ἀναφέρω τό ὅτι τό ἀεροδρόμιο αὐτοῦ τοῦ πανέμορφου νησιοῦ ἔχει τά κακά του χάλια! Ἀπορῶ μέ τό πῶς οἱ ἐντόπιοι, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἀρκετοί ἐπιφανεῖς ἐπιχειρηματίες, ἀνέχονται αὐτή τήν πρώτη εἰκόνα γιά τόν ἐπισκέπτη. Ἔρχομαι στήν Χίο ἐδῶ καί σαράντα χρόνια, ἀπό τότε πού πρωτοκάναμε διακοπές στήν Ἁγία Φωτιά καί τό ἀεροδρόμιο παραμένει τό ἴδιο. Μᾶλλον πρός τό χειρότερο… Στά Καρδάμυλα, λοιπόν, τήν πόλη τῶν καπεταναίων καί τῶν καραβοκυραίων, πού γιορτάζει κάθε 14 Σεπτεμβρίου, τήν ἡμέρα «τοῦ Σταυροῦ». Πού γιορτάζει «μέ δόξα καί τιμή», μέ τόν Μητροπολίτη –μιά φορά ἦλθε καί ὁ πατριάρχης– πάντοτε νά χοροστατεῖ καί μέ τούς κατοίκους τῶν Καρδάμυλων ἀλλά καί πολλούς ἀπό τά ἄλλα μέρη τοῦ νησιοῦ νά προσέρχονται κατανυκτικά καί νά ἀπολαμβάνουν εὐλαβικά τήν δοξολογία. Κάθομαι τώρα σέ ἕνα γραφεῖο στό «Σπίτι τῆς Μαρίας», τό φυτώριο ναυτίλων πού ἵδρυσε ὁ καπετάν Παναγιώτης Τσάκος καί ἡ κόρη του, ἡ ἀλησμόνητη φίλη Μαρία, πού ἔφυγε ξαφνικά καί πρόωρα καί χρησιμοποιῶ ἕναν ἀπό τούς ὑπολογιστές τῶν μαθητῶν. Στά Καρδάμυλα, λοιπόν, τό φυτώριο καί στήν πόλη τῆς Χίου τό ναυτικό Λύκειο, ἐκεῖ πού σφυρηλατεῖται τό ναυτικό ἐπάγγελμα μέ βάση τήν ναυτοσύνη καί τήν παράδοση, γιά νά ἐφοδιάσει τήν ἑλληνική ναυτιλία μέ νέο, καθαρό καί ὑγιές, αἷμα, πού τόσο χρειάζεται τό ἑλληνικό πλοῖο, ὥστε νά μήν ἐξαφανισθεῖ –ὅπως ἀπειλεῖται– τό ἑλληνικό στοιχεῖο ἀπό τά ἑλληνικά καί τά ἑλληνικῆς πλοιοκτησίας πλοῖα. Ἄς προσέξει λίγο καλύτερα ἡ πολιτική ἡγεσία τῆς χώρας αὐτῆς τήν προσπάθεια καί ἄς δώσει στά Ναυτικά Λύκεια τήν δέουσα προσοχή. Αὔριο, ἐλπίζω νά σᾶς γράψω ἀπό τά ἡρωικά Ψαρρά, ὅπου θά πλεύσει ἐπιβλητική ἡ πλωτή ἔκθεση γιά τά 200 χρόνια ἀπό τό 1821, τήν ὁποία ὀργανώνει τό Ἵδρυμα «Μαρίας Τσάκου» σέ συνεργασία μέ τό Ἐθνικό ἱστορικό Μουσεῖο. Ἡ Ναυτιλία, παροῦσα!

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!