ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 17 Μαρτίου 1924

Εἰς τόν τοῖχον κἄποιου λαϊκοῦ ἑστιατορίου –μέτωπον τηλαυγές– ἦτο ἀνηρτημένος ἕνας πελώριος μαυροπίναξ ἀναγράφων τόν κατάλογον τῶν φαγητῶν τῆς ἡμέρας καί τάς μετριόφρονας πράγματι τιμάς του. Ἐσταμάτησα, λοιπόν, κ’ ἐγώ, μαζῆ μέ τούς ἄλλους διαβάτας, διά νά γευθῶ τήν σχετικήν φιλολογίαν.

Ἔξαφνα, ἕνα χέρι μ’ ἐτράβηξεν ἀπό τό σακκάκι καί μία φωνή βαθυφώνου ἀντήχησεν εἰς τό δεξί μου αὐτί.

-Μακρυά, τέκνον μου, μακρυά. «Ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ!»

Ἐνῷ ἐψιθύριζα αὐτομάτως τό συμπληρωματικόν «Ἀμήν», διέκρινα εἰς τό πλευρόν μου ἕνα γηραιόν λευίτην.

-Τί τρέχει, πάτερ μου;

-Ὁ Θεός νά σέ φυλάξῃ, τέκνον μου, ἀπό τάς μαγγανείας τοῦ Διαβόλου. Ἐληστεύθην. Μ’ ἐλήστευσαν αὐτοί οἱ ἄθλιοι ἐδῶ μέσα. Ἄς σωθοῦν, τοὐλάχιστον, οἱ ἄλλοι Χριστιανοί.

Καί ὁ ἀγαθός λευίτης ἐξηκολούθησε νά μέ σύρῃ ἀπό τό μανίκι.

-Καί ὅμως, αἱ τιμαί τῶν φαγητῶν, δέσποτα, εἶνε τιμαί τοῦ Θεοῦ.

-Ἀλλά αἱ μερίδες, τέκνον μου, εἶνε μερίδες τοῦ Σατανᾶ. «Αἱ μέν χεῖρες Ἠσαῦ, ἡ δέ φωνή Ἰακώβ». Ἐπλήρωσα τόν Τρισκατάρατον καί ἔφυγα νηστικός.

Ἐπροσπάθησα νά παραμυθήσω τόν ἀγαθόν λευίτην.

-Ὑπομονή, δέσποτα! «Μακάριος ὁ ἐν τῷ ὀλίγῳ ἀναπαυόμενος», εἶπεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.

Ἦτο ἀπαρηγόρητος.

-Ἀλλά ὄχι, τέκνον μου, ἀνεστέναξε, καί ὁ πληρώνων τό «ὀλίγον» μέ τά «ἐλέη τοῦ Θεοῦ». Ὁ ἄνθρωπος τῆς Παραβολῆς ὁ ὁποῖος «κατείρχετο ἐξ Ἱεριχοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα», δέν εἶχεν ἐμπέσῃ εἰς χεῖρας ἀγριωτέρων ληστῶν. «Διεμερίσαντο τά ἱμάτιά μου οἱ κατάρατοι καί ἐπί τόν ἱματισμόν μου ἔθεντο κλῆρον». Καί, ὡς νά μή ἔφθανεν ἡ συμφορά μου, μέ ἐκόλασαν, ὡς ἐκ περισσοῦ, τά ὄργανα τοῦ Πονηροῦ.

Ἦτο περίεργον νά μάθῃ κανείς κατά ποῖον τρόπον «ἐκολάσθη» ὁ ἀγαθός λεΐτης.

-Σέ ἐκόλασαν, πάτερ μου; Κατά ποῖον τρόπον; Μήπως σέ ἐξώθησαν νά καταλύσῃς κρέας ἤ ἰχθύν ἐν ἡμέραις Τεσσαρακοστῆς;

-Κάτι τρομερώτερον, τέκνον μου!

Ὅταν ἐκάθησα εἰς τήν τράπεζαν, μετά τῶν ἄλλων χριστιανῶν, ὁ καταστηματάρχης μέ ἐπλησίασε, μοῦ ἠσπάσθη τήν δεξιάν καί μοῦ εἶπε: «Μιά φορά καί ἦρθες στό μαγαζί μου, δέσποτα, εὐλόγησον τήν βρῶσιν καί τήν πόσιν». Ἐννοεῖται, ὅτι δέν εἶχε φθάσει ἀκόμη ἡ ἰσχνοτάτη μερίς τοῦ πιλαφιοῦ μέ τά μύδια, οὔτε τό ξυνισμένο κρασί. Ποῦ νά ὑποπτευθῶ ὁ ἁμαρτωλός τί μέ ἀνέμενεν. Ὕψωσα τήν δεξιάν μου, συνέπλεξα τόν μέγαν δάκτυλον μέ τό λιχανόν, ἐν σχήματι Σταυροῦ, καί ηὐλόγησα τήν βρῶσιν καί τήν πόσιν. Ὁ Θεός νά μέ συγχωρέσῃ, τέκνον μου, «ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γιγνώσκω καί ἡ ἁμαρτία ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός». Κύριε ἐλέησον!

Ὁ ἀγαθός λευίτης δέν εἶχεν ἐμπέσει ἁπλῶς, εἰς χεῖρας αἰσχροκερδῶν. Εἶχεν εὐλογήσει ταυτοχρόνως, συνεργείᾳ τοῦ Πονηροῦ, τήν Αἰσχροκέρδειαν. Πῶς νά μή εἶνε ἀπαρηγόρητος;

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

«Παράταξη χωρίς ἀξίες καί ἦθος δέν ἔχει λόγο ὕπαρξης!»

Μανώλης Κοττάκης
Ἡ Μαριάννα Σουφλιᾶ τά «ἔψαλλε» στόν Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη μπροστά στό μισό Ὑπουργικό Συμβούλιο ἀμέσως μετά τό τέλος τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας τοῦ Γιώργου Σουφλιᾶ – «Δέν θέλω νά σοῦ δώσω τό χέρι μου!»

Οἱ «παρενοχλήσεις» καί τό «κλειδί» τῆς Μεσογείου

Εφημερίς Εστία
Δέν εΙναι ἡ πρώτη φορά πού ἡ τουρκική Ἀεροπορία «παρενοχλεῖ» τό ἀεροπλάνο τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης πού ἐπιστρέφει ἀπό τήν Κύπρο.

Βαρειές σκιές γιά τόν παραιτηθέντα γενικό γραμματέα τοῦ ΥΠΕΝ

Εφημερίς Εστία
Ερωτήματα καί σκιές βαραίνουν τήν ὑπόθεση τῆς παραιτήσεως τοῦ γενικοῦ γραμματέως Χωρικοῦ Σχεδιασμοῦ καί Ἀστικοῦ Περιβάλλοντος Εὐθύμιου Μπακογιάννη, τήν ὁποία ἔκανε δεκτή ὁ ὑπουργός Περιβάλλοντος καί Ἐνεργείας Σταῦρος Παπασταύρου.

Τό «προϊόν», τά ὑποπροϊόντα καί ἡ πικρή ἀλήθεια

Δημήτρης Καπράνος
«Τήν ὥρα πού κρίνεται τό μέλλον τοῦ πρωταθλήματος καί τῶν τηλεοπτικῶν του δικαιωμάτων γιά τά ἑπόμενα χρόνια, ἡ Δημόσια Ραδιοτηλεόραση δέν πρόκειται νά συμμετάσχει σέ πρακτικές πού ἀπαξιώνουν τό προϊόν, στοχοποιοῦν ἐργαζόμενους, δημιουργοῦν συνθῆκες ἔντασης καί ὑπονομεύουν τό ἴδιο τό ἑλληνικό μπάσκετ».

Ἑστία, Πέμπτη 9 Ἰουνίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΑ «ΤΟΥΡΙΣΤ-ΜΠΑΙΗΜΠΥΣ»