Ὅπως κι ἄν ἔχει, τό ρόκ εἶναι πάντα ἐδῶ

Συνεχίζουμε σήμερα τήν ἀναφορά στά πόπ-ρόκ ἑλληνικά συγκροτήματα τῆς ἐποχῆς τοῦ ἑξήντα καί τοῦ ἑβδομήντα, μέ ἀφορμή τήν ὄμορφη βραδυά πού ἀπολαύσαμε στό θρυλικό «Κύτταρο» τῆς ὁδοῦ Ἠπείρου μέ τούς 2002 GR.

Oι ἐρασιτεχνικοί (πειρατικοί-παράνομοι) σταθμοί ἦταν τό κύριο μέσο διαφημίσεως τῶν συγκροτημάτων, ὅπως καί τά περίφημα μουσικά πρωινά πού διοργάνωναν ὁ Νῖκος Μαστοράκης (στόν Ὀρφέα καί τό Μίνωα), ὁ Ἠλίας Καραμανέας (στό Ρέξ), ὁ Γιῶργος Καρατζαφέρης (στό Νεράιδα καί τό Κρυστάλ τῆς Καλλιθέας) καί ὁ Κίμων Ἀρέτας (στήν Τερψιθέα στόν Πειραιᾶ). Τά πρωινά τοῦ Ἀρέτα ἦταν ἐκεῖνα πού συγκέντρωναν τόν περισσότερο κόσμο. Μιά ἐμφάνιση στόν κινηματογράφο «Τερψιθέα» καταξίωνε τό συγκρότημα στήν νεολαία. Ἦταν κάτι σάν τό «Olympia» τῶν Παρισίων! Ὑπῆρχαν βέβαια καί κάποιες περιφερειακές ἐκδηλώσεις, ἀλλά οἱ ἐφημερίδες (Βραδυνή, Μεσημβρινή, Ἀπογευματινή) ἀσχολοῦνταν μόνο μέ τά κεντρικά.

Στήν «Βραδυνή» π.χ. κάθε Δευτέρα ὑπῆρχε ὁλόκληρη σελίδα μέ τό τί εἶχε γίνει χθές στό μουσικό πρωινό τοῦ Καραμανέα. Ἐκεῖ ἔπαιζαν τοὐλάχιστον δέκα συγκροτήματα καί ὁ κόσμος ψήφιζε τό «σοῦπερ σπέσιαλ».

Στά μουσικά πρωινά στόν «Ὀρφέα» τά «σοῦπερ σπέσιαλ» συγκροτήματα, τό ἴδιο καλοκαίρι, συναντήθηκαν στό στάδιο Καραϊσκάκη στήν μεγάλη συναυλία, μέ τά καλύτερα συγκροτήματα τῆς χώρας, κατά τήν ἄποψη τοῦ διοργανωτοῦ, φυσικά.

Θυμᾶμαι, πού ὁ Γιάννης, ὁ κιθαρίστας μας, ἔκλεισε μιά ἐμφάνιση στήν Κόρινθο. Ἀστειευόμενοι λέγαμε μεταξύ μας «ποῦ πᾶμε νά παίξουμε ρόκ στούς βλάχους;». Ἔ, λοιπόν, οἱ Κορίνθιοι ὄχι μόνο ἤξεραν τούς στίχους ὅλων τῶν τραγουδιῶν, ἀλλά ἀποδείχθηκαν πιό ροκᾶδες καί ἀπό τούς Ἀθηναίους. Ὅταν δέ, τό 1971, παίζαμε, γιά ἕνα μῆνα κάθε βράδυ, ρόκ μουσική στό πάρκο τοῦ Ἀγρινίου, εἴχαμε πάντα περισσότερους ἀπό χίλιους θεατές!

Τότε εἴχαμε φτιάξει τούς «Baronetti», ἕνα πολύ δυνατό σχῆμα, μέ τόν ἀξέχαστο Νῖκο Μπέλο (Σέτρα) στό ὄργανο, τόν Μάκη Φαναριώτη στά τύμπανα, τόν Λάκη Λαζούρα στό μπάσο, τόν Γιάννη Μπερμπεριάν στήν κιθάρα καί τόν γράφοντα σέ ρόλο σόλο τραγουδιστοῦ, καθώς πίστευα ὅτι ἤμουν τοὐλάχιστον ἐφάμιλλος τοῦ Ἔλβις Πρίσλεϋ.

Πληρωνόμασταν 400 δραχμές ἕκαστος τήν βραδυά, ὅταν ἕνας ἰατρός ἔπαιρνε μισθό 4.000 δρχ. Καταλαβαίνετε πόσο καλά ἦταν τά χρήματα γιά μιά καλή ὀρχήστρα. Ὁ κόσμος τότε διασκέδαζε μέ τά ρόκ συγκροτήματα καί τοῦ ἀρκοῦσε νά πιεῖ μιά πορτοκαλάδα ἤ ἕνα βερμούτ.

Μέ τήν Μεταπολίτευση, εἴχαμε τήν ἐμφάνιση τοῦ «πολιτικοῦ τραγουδιοῦ», τό ὁποῖο εἰσέβαλε ὡς ὁδοστρωτῆρας. Παράλληλα ἄνθισε καί τό λεγόμενο ἐλαφρολαϊκό, μέ τίς «μεγάλες πίστες» (πολιτιστικά κέντρα κατά Εὐάγγελο Γιαννόπουλο) καί οἱ ἐπιχειρηματίες ἄλλαξαν ρότα. Στά κέντρα ἔπαιζαν πλέον πλήρεις ὀρχῆστρες, μέ μαέστρους (Πλέσσας, Κατσαρός, κ.ἄ.) καί ἐπαγγελματίες μουσικούς, οἱ ὁποῖοι ἀμείβονταν πολύ καλά.

Ἔτσι, πολλοί μουσικοί ἀπό τίς ρόκ μπάντες πέρασαν στά «μπουζούκια» καί στίς ἠχογραφήσεις, ἀλλάζοντας ἐμφανῶς πρός τό καλύτερο καί τό πιό σύγχρονο τό ὕφος τῆς ἐλαφρᾶς λαϊκῆς μουσικῆς. Τά περισσότερο πόπ-ρόκ γκρούπ διαλύθηκαν καί οἱ πιστοί στό συγκεκριμένο ὕφος μουσικοί λιγόστεψαν. Τά τελευταῖα χρόνια παρατηρεῖται ἐπαναφορά τῆς ρόκ-πόπ σκηνῆς, σημειώνουν πωλήσεις οἱ δίσκοι βινυλίου καί γεμίζουν τά στάδια μέ ἀστέρες παλαιοτέρων ἐποχῶν.

Ὅπως καί νά ἔχει, τό ρόκ θά εἶναι πάντα ἐδῶ!

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ