Ὄσκαρ, «κορεκτίλα» καί τό θέαμα πού χάνεται

Εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ὁ φίλος μου δέν ξενύχτησε γιά νά παρακολουθήσει τήν ἀπονομή τῶν βραβείων «Ὄσκαρ».

Φανατικός κινηματογραφόφιλος, μέ μία βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία γιά τόν κινηματογράφο, μέ τά «Καγιέ ντέ σινεμά» σέ περίοπτη θέση, μέ ἀφίσες ἀπό τόν Μπέλα Λουγκόζι μέχρι τόν Ντάριο Ἀρτζέντο, μᾶς μάζευε κάθε χρόνο καί ξενυχτούσαμε μπροστά στήν γιγαντιαία ὀθόνη, μέσα στό στούντιο-γραφεῖο του καί παρακολουθούσαμε τήν τελετή τῆς ἀπονομῆς.

Ἐφέτος ἦταν ἀπόλυτος: «Τέρμα τά “Ὄσκαρ”, δέν πρόκειται νά παρακολουθήσω οὔτε λεπτό!» Κεραυνός ἐν αἰθρία στήν συντροφιά. Καλά, θά χάσουμε αὐτό τό ὄμορφο ἰντερμέδιο, αὐτό τό εὐχάριστο διάλειμμα τῆς γκρίζας καί μονότονης μνημονιακῆς μας ζωῆς; Θά σταματήσει ὅλη ἐκείνη ἡ ὑπέροχη μουρμούρα, τό εὐγενές «θάψιμο», τά ἐπιφωνήματα γιά τίς ὄμορφες παρουσίες στό κόκκινο χαλί;

«Ναί, θά τά χάσετε, τουλάχιστον σέ ὅ,τι ἀφορᾶ ἐμένα! Δέν θά ξαναδῶ τά “Ὄσκαρ”, διότι πλέον δέν εἶναι παρά τό συμπλήρωμα στήν παρανοϊκή “κορεκτίλα” πού ἔχει καταλάβει τό Ἀμέρικα ἀλλά καί ὅλη τήν δῆθεν προοδευτική βιομηχανία τοῦ σινεμά! Τέλος!».

Βεβαίως, μία φιλία σαράντα καί πλέον ἐτῶν, πού ἄρχισε ἀπό τόν «Λῶρενς τῆς Ἀραβίας» καί τόν «Μπέκετ» (εἴχαμε σκυλιάσει πού ὁ Πῆτερ Ο’Τούλ δέν πῆρε τό ἀγαλματίδιο), τό «Γιά ποιόν χτυπάει ἡ καμπάνα» καί τούς «Ἀθλίους» μέ τόν Ζάν Γκαμπέν, τίς μαυρόασπρες ταινίες τοῦ γαλλικοῦ ἀστυνομικοῦ μέ τόν Ἔντι Κονσταντέν καί τόν Λίνο Βεντούρα, πέρασε ἀπό τόν νεορεαλισμό, βυθίστηκε στόν φανατισμό στό εὐρωπαϊκό σινεμά, λάτρεψε τόν Φελλίνι καί τόν Μπερτολούτσι, θεοποίησε τήν Μπαρντό καί τήν Λόρεν, μαγεύτηκε μέ τόν Σπῆλμπεργκ καί τόν Σκορτσέζε, δυσκολεύτηκε ἀλλά δέχτηκε τό νέο ὕφος, μέ τόν Πατσίνο, τόν Ντέ Νίρο καί τήν Μέρυλ Στρήπ, καί ἀνέχεται τίς σημερινές «ἀμερικανιές», δέν εἶναι ἀστεῖο πρᾶγμα.

Ἔτσι, βρεθήκαμε στό γνωστό μας μπαράκι. Εἴχαμε μάθει τά ἐφετινά βραβεῖα, εἴχαμε διαβάσει τούς κριτικούς (ἕνας-δύο ἔχουν μείνει πιά πού γράφουν τήν ἄποψή τους καί ὄχι ἐκεῖνα πού τοῦ ζητοῦν νά γράψουν) καί ἄρχισα τήν κουβέντα.

– Πῶς τά εἶδες; Πῶς σοῦ φάνηκε ὁ Λάνθιμος; Συμφωνεῖς μέ ὅσους λένε ὅτι ἀδικήθηκε;

– Ὁ Λάνθιμος ξεπέρασε τόν ἑαυτό του. Ἔχει πετύχει ἤδη πάρα πολλά καί θά ἔχει ἀνάλογη συνέχεια. Τό ὅτι εἶχε πολλές ὑποψηφιότητες δέν σημαίνει ὅτι θά σάρωνε. Τά «Ὄσκαρ» ἔγιναν μιά καθαρά πολιτική ἐκδήλωση, πού μυρίζει «κορεκτίλα», πού τρελλαίνεται γιά τίς μειονότητες – καί καλά κάνει, πολιτικά, ἀλλά τό σινεμά εἶναι κυρίως τέχνη καί ὄχι δράση. Φθάσαμε στό σημεῖο πού ἐκτός ἀπό τά μεγάλα γκρούπ πού ἐλέγχουν (καί δέν τό κρύβουν) τήν βιομηχανία τοῦ θεάματος, ὑπάρχουν πολιτικοί παράγοντες πού προκαθορίζουν τό ἀποτέλεσμα. Εἶχα προβλέψει, ὅπως θυμᾶσαι, ὅλα τά βραβεῖα. Δέν εἶχα;…

Ναί, τά εἶχε προβλέψει. Καί μᾶς εἶχε πεῖ γιατί θά πάρει βραβεῖο ἡ κάθε ταινία καί ὁ κάθε ἠθοποιός.

«Πῶς τό ἤξερες; Πῶς τό εἶχες καταλάβει;» ρώτησα. «Τά “Ὄσκαρ” εἶναι πλέον μιά πολιτική φιέστα. Καθαρά πολιτική, σέ μία βιομηχανία πού θά κάνει χρόνια νά συνέλθει» εἶπε καί παραγγείλαμε ἄλλον ἕνα γῦρο…

Απόψεις

Παράθυρο γιά κυβερνήσεις συνεργασίας ἀπό τόν Διοικητή τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
«Χρειαζόμαστε κουλτούρα συναινέσεων» – Δέν ἀνέφερε τό ὄνομα Μητσοτάκης – Ἐπίθεσις κατά Ἀνδρουλάκη γιά τήν 13η σύνταξη, σχόλια κατά Τσίπρα γιά τό 2015

Ἡ «Πύλη τῶν Δακρύων» τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

Εφημερίς Εστία
Τό μεῖζον εἶναι ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἀφοῦ πλέον μετά τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ πλήττεται καί ἡ νοτία πρόσβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, τό Στενό Μπάμπ ἐλ Μαντέμπ, πού, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ βιβλική ἀρχαιολογία, ἑρμηνεύεται ὡς «Πύλη τῶν Δακρύων».

Κοινοβούλιο: Ἀντιπαράθεσις γιά «ἐκτροπή» τήν ἡμέρα τῆς… Δημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν μακρινή Μεταπολίτευση

Δημήτρης Καπράνος
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Παύλος Νιρβάνας
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.