Ἡ μουσική γεφυρώνει κάθε εἴδους χάσμα

«Μήν ρωτᾶτε τί εἶναι τό ρόκ-ἔντ-ρόλ, ἁπλῶς ἀπολαῦστέ το!» Πιστοί στίς ἀρχές τῆς δικῆς μας νεότητος, βρεθήκαμε, λίγο πρίν ἀπό τά μεσάνυχτα τῆς Παρασκευῆς στό «Σινεάκ», τόν μοναδικό πλέον κινηματογράφο τοῦ Πειραιῶς!

Ναί, ὅσο καί ἄν ἀκούγεται τρομακτικό, ὁ Πειραιᾶς ἔχει πλέον μόνον ἕναν κινηματογράφο! Τόν δημοτικό «Σινεάκ», στό ὑπόγειο τοῦ Δημαρχείου! Ὁ Πειραιᾶς, ὁ ὁποῖος, στό τετράγωνο μεταξύ Βασιλέως Κωνσταντίνου (σήμερα Ἡρώων Πολυτεχνείου), Βασιλέως Γεωργίου, Β΄ Μεραρχίας καί Βασιλίσσης Σοφίας (σήμερα Γρηγορίου Λαμπράκη), φιλοξενοῦσε τά σινεμά Ἀττικόν, Χάι Λάιφ, Σινεάκ, Ὀλύμπιον, Παλλάς, Σπλέντιτ, Καπιτόλ καί Ἀπόλλων. Ἡ καλλιτεχνική ἐρήμωση τῆς πόλεως ἄφησε πλέον μόνο τό δημοτικό σινεμά, καθώς ὅλα τά ἄλλα ἔγιναν Mall ἤ σοῦπερ μάρκετ μέ τελευταῖο θῦμα τό «Χάι-Λάιφ» πού ἔγινε «Ζάρα» καί τό «Ζέα», στήν Χαριλάου Τρικούπη, πού παρέδωσε τό πνεῦμα πρό ὀλίγων ἡμερῶν…

Μεσάνυχτα, λοιπόν, Παρασκευῆς, στό «Σινεάκ» ὑπῆρχε ἀφιέρωμα στούς Βeatles, ἀπό τήν κινηματογραφική λέσχη «Midnight Express». «Θά πᾶμε ὁπωσδήποτε» εἴπαμε μέ τόν φίλο καί συνάδελφο Παντελῆ Ξανθίδη, μέ μακρά θητεία στό καλλιτεχνικό ρεπορτάζ σέ «Ἀκρόπολι» καί «Ἀπογευματινή» στά «χρυσά χρόνια» τῶν ἐφημερίδων. Καί βρεθήκαμε ἀνάμεσα σέ νέα παιδιά, πού φοροῦσαν μπλουζάκια μέ τό ἀγαπημένο τους (καί μᾶς) συγκρότημα καί αἰσθανθήκαμε τίς δονήσεις ἀπό τά τραγούδια πού μᾶς καθοδήγησαν καί μᾶς συνεπῆραν στήν δεκαετία τοῦ ’60 καί τά ὁποῖα, ὅπως φάνηκε ἀπό τό χειροκρότημα τῶν νέων, πού ἀκολουθοῦσε κάθε τραγούδι, καθώς ἡ προβολή εἶχε ἔντονο διαδραστικό χαρακτῆρα, συναρπάζουν καί τήν σημερινή νέα γενιά!

Κι ἐκεῖ, λοιπόν, στήν ζεστή καί φιλόξενη αἴθουσα τοῦ κινηματογράφου, βρέθηκα μέ πέντε ἐν μουσικῇ «συναδέλφους», τόν Ἀντώνη Γύλλο (ντράμερ ἀπό τούς λίγους), τόν Σωτήρη Καραούλια (μπασίστα τῶν 2002 GR καί καθηγητή), τόν Νῖκο Πολίτη (ἐξαιρετικό μουσικό, μέ θητεία σέ σπουδαῖα σχήματα ρόκ καί σήμερα ἀναπόσπαστο μέλος τῆς ὀρχήστρας πού συνοδεύει τόν Γιάννη Πάριο) καί τόν Χρῆστο Περτσινίδη (κιθαρίστα ἀπό τούς λίγους, μέ θητεία στίς θρυλικές «Πρόκες», μέ τόν ἀλησμόνητο Χρῆστο Κυριαζῆ καί σήμερα περιζήτητο «σέσιον» μουσικό.) Καί καθίσαμε δίπλα-δίπλα καί τραγουδούσαμε –προσπαθῶντας νά κάνουμε καί τά φωνητικά– ὅλα τά τραγούδια πού προβλήθηκαν καί ἀκούστηκαν στήν ὀθόνη. «Can’t buy me love», «A hard day’s night», τό ὑπέροχο στά φωνηtικά «If I fell», τό περίφημο «And I love her», μέ τό μοναδικό «riff» μέ τίς τέσσερεις νότες, πού ἔμελλε νά γράψει ἱστορία, ἀλλά καί τίς διασκευές τους, ὅπως τό «Long tall sally» καί τό «Twist and shout» καί, φυσικά, τό «She loves you», ἀπ’ ὅπου προέκυψε ὁ ὅρος «γιε-γιέδες», ὅπως μᾶς χαρακτήριζαν τότε οἱ «μεγάλοι»…

Καί σχολιάζαμε τό πόσο ἀπαθής ἀλλά τέλειος ἦταν ὁ Ρίνγκο, πῶς ὁ Πώλ τραγουδοῦσε τόσο ψηλά, πῶς κάθε νότα τοῦ Χάρρισον ἦταν τέλεια μελετημένη καί πῶς ὁ Λένον ξεχώρισε ἀπό τότε. Καί χωρίσαμε μέ τήν ὑπόσχεση νά βρεθοῦμε σύντομα στήν «Fontana», τό παλιό μας στέκι στό Πασαλιμάνι καί κάποια στγμή νά τζαμάρουμε, ὅπως τότε, πού ὁ καθένας μας ἔγραφε τήν δική του, μικρή ἤ μεγαλύτερη, ἱστορία στόν χῶρο τῆς ἑλληνικῆς πόπ-ρόκ σκηνῆς. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι δέν «ξανάνιωσα», θά εἶναι ψέματα…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ