Ἡ Ἄννα, ὁ Ἀντώνης, ὁ Γιῶργος, μία ὁλόκληρη ἐποχή…

Τήν Ἄννα Παναγιωτοπούλου τήν θαύμασα στό «Ἐλεύθερο Θέατρο».

Ἐκεῖνα τά μαγικά βράδυα, στό Ἄλσος Παγκρατίου, μέ μία μοναδική, μεγάλη καί ἐκλεκτή παρέα, μέ ἠθοποιούς πού ὁ καθένας ἔγραψε τήν δική του ἱστορία καί τίς ὑπέροχες στιγμές τοῦ Λουκιανοῦ Κηλαηδόνη. Ἀργότερα, τήν συνάντησα σέ παραστάσεις σέ θέατρα χειμερινά, πάλι μέ τό «Ἐλεύθερο» καί, ὡς δημοσιογράφος, εἶχα τήν εὐκαιρία νά μιλήσω κάποιες φορές μαζί της.

Μέ γοήτευε ἐκεῖνο τό «γρέζι» (ἔτσι ἀποκαλεῖται καλλιτεχνικῶς ἡ ἐλαφρά βραχνάδα) στήν φωνή της, τό ἐντελῶς «ἀντί-στάρ» ὕφος της καί, κυρίως, ὁ τρόπος πού ἐξέφραζε τά κείμενα πού τῆς ἐμπιστεύονταν οἱ συγγραφεῖς.

Τήν θεωρῶ ὡς «σκαπανέα» ἑνός νέου, διαφορετικοῦ, ὕφους στό θέατρο. Ὕφος, τό ὁποῖο μετέφερε στήν τηλεόραση, σέ μερικές πολύ ἐπιτυχημένες σειρές, πού ἔγραψαν ἱστορία, ἀλλά καί στήν μυθική πλέον Λιλιπούπολη.

Στό σινεμά, ὡς ἀλκοολική καί παράξενη ντίβα τοῦ …μοντάζ στό «Αὐστηρῶς Κατάλληλο», ἐκπληκτική…

Μοῦ ἄρεσε ἐπίσης τό –ἐπιτηδευμένα– ἀφελές ὕφος, τό ὕφος τῆς –δῆθεν– ἀφηρημένης ντίβας, τό ὁποῖο οὐδέποτε υἱοθέτησε στήν καθημερινή της ζωή.

Τήν ἀποχαιρετοῦμε μέ ἀγάπη καί θαυμασμό, καί τήν εὐχαριστοῦμε γιά τίς θαυμάσιες ἑρμηνεῖες τίς ὁποῖες μᾶς χάρισε.

Ὁ Ἀντώνης Τουρκογιώργης, φίλος καλός ἀπό τά μαθητικά χρόνια, εἶναι μία ἀκόμη σημαντική ἀπώλεια.

Καθηλωμένος ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια ἀπό ἕνα ὀξύτατο ἐπεισόδιο, ἄφησε πίσω του σπουδαία σταδιοδρομία στόν χῶρο τοῦ «ἑλληνικοῦ ρόκ».

Τό 1967, μέ τό συγκρότημά μας, τούς «Clouds», ἐπρόκειτο νά ἐμφανισθοῦμε, Κυριακή πρωί, νά παίξουμε στόν κινηματογράφο «Κρυστάλ» τῆς Καλλιθέας, σέ κάποια «Μουσικά πρωινά». Νύχτα Σαββάτου, μοῦ τηλεφώνησε ὁ κιθαρίστας μας, Γιάννης Μπερμπεριάν καί μέ πληροφόρησε ὅτι ἡ δεύτερη κιθάρα μας, Γιῶργος Κουτελόπουλος, δέν πῆρε ἄδεια ἀπό τόν Στρατό καί «ἔμεινε μέσα». Ἔσπευσε, ὅμως, νά μέ καθησυχάσει. «Βρῆκα ἕναν πολύ καλό κιθαρίστα καί χθές κάναμε πρόβα τά κομμάτια (τέσσερα θά παίζαμε ὅλα κι ὅλα). Πήγαμε στό σινεμά νωρίς καί μοῦ σύστησε ἕνα ψηλόλιγνο νεαρό, μέ “σταυρωτό” κουστούμι καί γραβάτα καί μιά ἰταλική κιθάρα. “Ἀντώνης Τουρκογιώργης” μοῦ λέει. Θυμᾶμαι ὅτι εἶπε ἕνα ἀπό τά κομμάτια, τό “I’m coming back” τῶν “Charms”. Ὅταν τελειώσαμε, τοῦ εἶπα “ξέφυγες λιγάκι, εἶχες κάποια φάλτσα”. Μέ κοίταξε στά μάτια. “Ἐγώ εἶμαι ρόκ. Καί ρόκ χωρίς λίγη ἀγριάδα, δέν εἶναι ρόκ”. Γίναμε καλοί φίλοι, ἀργότερα τόν ἔχασα, ὅταν πῆγε στούς “Socrates drunk the connium”, μέ τόν Σπάθα, τόν Μπουκουβάλα καί Γιῶργο Τρανταλίδη. Τόν ξαναβρῆκα ὅταν ἔπαιξε μαζί τους τύμπανα ὁ παλιός μου φίλος (ἀπό τό On The Rocks) Νῖκος Ἀντύπας, μέ τόν ὁποῖο συνυπήρξαμε ἐπί διετία στήν Βάρκιζα. Ὁ Ἀντώνης ἦταν ἀπό τίς “κολῶνες” τῆς ἑλληνικῆς ρόκ σκηνῆς καί θά μᾶς λείπει πάντα. “Βάλε ἕνα γιά τόν δρόμο”, φίλε…»

Εἴχαμε, ὅμως μία ἀκόμη ἀπώλεια. Τόν Γιῶργο Πετρίδη, πού μᾶς ἔφυγε παραμονή τῆς γιορτῆς του. Ἀπό τίς πιό γλυκιές φωνές τῆς ἑλληνικῆς πόπ σκηνῆς. Τραγούδησε τήν μεγάλη ἐπιτυχία «Julie» μέ τούς «Bluebirds» καί ἀργότερα ἦταν ἡ φωνή τῶν «Idols», μέ τραγούδια ὅπως «Ξαφνικά μ’ ἀγαπᾶς» καί «Τρικυμία στήν καρδιά μου».

Τελευταῖα βλεπόμασταν στίς συναντήσεις τῶν «παλαιῶν τῆς πόπ» στήν «Φοντάνα», στό Πασαλιμάνι. Πάντα γλυκός, σχεδόν ἀμίλητος, ἀλλά μέ γνώσεις καί ἀγάπη γιά τήν πόπ-ρόκ μουσική. Θά σοῦ κρατᾶμε τήν πολυθρόνα ἄδεια, Γιῶργο…

Απόψεις

Το Σάββατο 29.08 με την Εστία: Μικρά Ασία 1919 – 1922

Εφημερίς Εστία
Το Σάββατο 29.08 με την Εστία: Μικρά Ασία 1919 - 1922

Την Κυριακή 30.08 με την Εστία της Κυριακής: Διπλή προσφορά!

Εφημερίς Εστία
Την Κυριακή 30.08 με την Εστία της Κυριακής: Διπλή προσφορά!

Τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ «ἔσβησε» τό ἐμβληματικό θρησκευτικό τοπόσημο τῆς Λέσβου

Εφημερίς Εστία
Ἐρωτήματα γιά τόν τρόπο καί τίς διαδικασίες ἀνακατασκευῆς τοῦ ἱστορικοῦ τρούλου τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Θεράποντα

Ὅταν ὁ πολιτισμός γίνεται ἡ πιό ἰσχυρή γλῶσσα τῶν λαῶν

Εφημερίς Εστία
Σέ ἕναν κόσμο ὅπου οἱ ἰσορροπίες μεταβάλλονται διαρκῶς καί οἱ διεθνεῖς σχέσεις δοκιμάζονται ἀπό κρίσεις, συγκρούσεις καί ἀνταγωνισμούς, ἡ ἰσχύς μιᾶς χώρας δέν μετριέται μόνον ἀπό τήν οἰκονομία ἤ τήν στρατιωτική της δύναμη.

Ἡ ἐπιστροφή τῆς λογικῆς

Μύρνα Νικολαΐδου
Ἐπί χρόνια παρακολουθοῦμε, σχεδόν ναρκωμένοι, τήν ἐπικράτηση μιᾶς ἰδιοτύπου ψηφιακῆς φεουδαρχίας