Ἐμεῖς καί οἱ πρόσφυγες τοῦ Ναγκόρνο-Καραμπάχ

«Σκέφθηκα νά βάλω φωτιά νά κάψω τό σπίτι μου, δέν μοῦ πῆγε ἡ καρδιά, ἔπλυνα τά πιάτα, τά τακτοποίησα στά ράφια, σάν νά περίμενα μουσαφιριά…

Φέτος εἶναι πολύ καλή ἡ σοδειά ἀπό χουρμᾶδες. Θά τούς φᾶνε οἱ Τοῦρκοι. Τούς ἄφησα ἕνα γράμμα, τούς ἔγραψα πώς σέ αὐτό τό σπίτι ζοῦσαν ἔντιμοι ἄνθρωποι πού τά ἔφερναν πέρα μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου τους, νά τό κρατᾶνε καθαρό. Τούς παρακάλεσα νά ποτίζουν τά λουλούδια.» Σκέψεις καί λόγια ἀπό μιά γυναῖκα-πρόσφυγα ἀπό τό Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Δέν γνωρίζουμε ἄν κάτι τέτοιο εἶναι δυνατόν, ἀλλά ἀφοῦ ἡ χώρα μας χρειάζεται ἐργατικά χέρια, δέν θά ἦταν καλύτερα νά σπεύσει νά ἀγκαλιάσει τούς ἀνθρώπους αὐτούς, πού εἶναι Χριστιανοί, πού εἶναι δουλευταράδες, ἄνθρωποι τῆς προκοπῆς καί τῆς ἐργασίας, ὅπως ἔχουν ἀποδείξει οἱ Ἀρμένιοι συνέλληνες; «Δέν γίνονται αὐτά» θά σπεύσουν πολλοί νά μᾶς ποῦν, καθώς εἶναι σχεδόν ἕτοιμα τά «χρειαζούμενα» γιά τήν νομιμοποίηση τριακοσίων χιλιάδων μεταναστῶν ἀπό τήν Ἀσία καί τήν Ἀφρική, μουσουλμάνων ὡς ἐπί τό πλεῖστον (εἴμεθα βέβαιοι), τούς ὁποίους τό ἑλληνικό κράτος θεωρεῖ ἀπαραίτητους λόγῳ τῆς ἐλλείψεως «ἐργατικῶν χεριῶν» στήν ἀσθμαίνουσα οἰκονομία μας.

Ὅμως, γιά σκεφθεῖτε πόσο πιό εὔκολα θά μποροῦσαν νά προσαρμοσθοῦν στήν ἑλληνική κοινωνία οἱ πραγματικοί πρόσφυγες πολέμου ἀπό τό Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Καί γιά νά μήν «μασᾶμε τά λόγια μας», ἐκεῖ, πράγματι, ἔχουμε πόλεμο, ἔχουμε ξερριζωμό, ἔχουμε ἐθνοκάθαρση. Πρᾶγμα πού δέν συμβαίνει σέ ὅλες σχεδόν τίς χῶρες ἀπό τίς ὁποῖες προέρχονται οἱ μεταναστευτικές ροές, πού συνεχίζουν νά φθάνουν στήν προβληματική μας ἐπικράτεια.

Ἀρκεῖ μιά μικρή, ξεκούραστη, ἀναδρομή, γιά νά δοῦμε πῶς καί κατά πόσον ἀφομοιώθηκαν οἱ Ἀρμένιοι στήν χώρα μας, πῶς δημιούργησαν τίς δικές τους, ἀξιοζήλευτες καί ἄριστα ὀργανωμένες κοινότητες, πῶς στελέχωσαν τόν Ἑλληνικό Στρατό, πῶς ἀναδείχθηκαν στίς Ἐπιστῆμες καί τίς Τέχνες, ἀλλά καί ὡς ἐπιχειρηματίες καί τεχνικοί.

Θά πεῖτε «μά, εἶναι πολύ δύσκολο νά γίνει τώρα αὐτό πού ζητᾶτε.» Ἴσως νά εἶναι κι ἔτσι, ἴσως ἡ Ἀρμενία νά εἶναι ἕτοιμη νά τούς δεχθεῖ στήν δική της ἐπικράτεια. Ὡστόσο, ἔχοντας ἐμπρός μας αὐτά πού συμβαίνουν σέ ἄλλες χῶρες τῆς Εὐρώπης, πού πίστεψαν ὅτι ἡ μουσουλμανική (ἰσλαμική κατ’ ἄλλους) κουλτούρα μπορεῖ νά συγκερασθεῖ εὔκολα μέ τήν εὐρωπαϊκή, καί μόνο ἡ σκέψη ὅτι θά μπορούσαμε νά προσφύγουμε στούς πρόσφυγες ἀπό τό Καραμπάχ, ἀνοίγει ἕνα παράθυρο αἰσιοδοξίας.

Νά δεχθοῦμε, δηλαδή, πρόσφυγες μέ κουλτούρα συγγενῆ πρός τήν δική μας, νά δεχθοῦμε πρόσφυγες, πρόγονοι τῶν ὁποίων ἔφθασαν καί στέριωσαν στήν πατρίδα μας, κυνηγημένοι καί κατακρεουργημένοι ἀπό τά ἴδια στίφη πού ἔπληξαν καί τούς δικούς μας προγόνους.

Βέβαια, σέ μιά ἐποχή καταιγιστικῆς «κορεκτίλας» (ἀδόκιμη, ἀλλά εὔγλωττη ἀπεικόνιση τῆς πραγματικότητος), πού φθάνει μέχρι τῆς ἐπιβολῆς «ἔξωθεν» ἀκόμη καί ἀρχηγῶν στήν ἀριστερά, ὅλα ὅσα ἐκτίθενται ἀνωτέρω, μοιάζουν οὐτοπικά. Ἄς καταγραφοῦν, ὅμως, ὄχι ὡς «νίπτω τάς χεῖρας μου» ἀλλά ὡς «στερνή μου γνώση νά σέ εἶχα πρῶτα»…

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!