Ἄς κρατήσουν οἱ χοροί, λοιπόν…

«Ἐγώ, παπποῦ, γιά μιά στιγμή, νόμισα ὅτι εἶχε περάσει καί τό 2024 καί μπήκαμε στό 2025» μοῦ εἶπε ἡ ἐγγονή μου.

Τί σημασία ἔχει, γιά μιά κοπελίτσα δεκατεσσάρων ἐτῶν, ἕνας χρόνος περισσότερο ἤ ἕνας λιγώτερο!

Εἶναι βέβαιο ὅτι τά κορίτσια –καί τά ἀγόρια– σ’ αὐτές τίς ἡλικίες βιάζονται νά μεγαλώσουν…

«Τί λές, βρέ Σταματίνα! Κι ἐγώ νόμιζα ὅτι μόνο μετά τά πενῆντα εἶναι σάν νά περνοῦν τά χρόνια δυό-δυό» τῆς λέω καί συνέχισα νά κόβω τήν Βασιλόπιττα.

«Ἔχει δύο χρόνια νά μοῦ πέσει τό φλουρί» εἶπε ἡ μικρή, πού εἶχε καλομάθει, καθώς πρίν κόψουμε τήν Βασιλόπιττα εἴχαμε ξύσει ἕνα ἀμύγδαλο καί ξέραμε σέ ποιό κομμάτι ἔπρεπε νά τύχει τό νόμισμα! Ἀλλά ἀφ’ ὅτου πῆγε ἡ μικρή στό Γυμνάσιο, τά στημένα κόπηκαν μέ τό μαχαίρι! Κυριολεκτικῶς!

«Νά το, παπποῦ, νά το!» φώναξε ἡ μικρή γεμάτη χαρά. «Να εἶσαι πάντα τυχερή μικρή μου!» τῆς εἶπα, βέβαιος ὤν ὅτι τήν τύχη θά τήν χρειασθεῖ ὁπωσδήποτε στόν κόσμο ὁ ὁποῖος διαμορφώνεται ὑπό πολύ πιό δύσκολες συνθῆκες ἀπ’ ὅ,τι ὁ δικός μας…

Κι ἐμεῖς; Ἐμεῖς, πού ἔχουμε περάσει τά πρῶτα «-ήντα» καί βλέπουμε τά χρόνια νά περνοῦν ὅπως τά βαγόνια τοῦ συρμοῦ στό μετρό; Ἐμεῖς, θυμόμαστε τό πόσο τυχεροί σταθήκαμε! Θυμόμαστε ὅτι ζήσαμε τήν τελευταία Ἑλλάδα, χωρίς ἐντοπισμό καί διάσωση προσφύγω-μεταναστῶν, χωρίς πόλεμο, χωρίς βομβαρδισμούς, χωρίς ἀδελφοκτόνο σφαγή.

Τυχεροί, πού ζήσαμε τήν Ἑλλάδα τῶν Ἑλλήνων, τήν Ἑλλάδα πού ὁ Μᾶνος Χατζιδάκις ὕμνησε μέ τήν μουσική του ὑπό τόν γενικό τίτλο «Ἑλλάς, ἡ χώρα τῶν ὀνείρων».

Τυχεροί, πού ζήσαμε τόν Πειραιᾶ καί τήν Ἀθήνα πολύ πιό καθαρές, μέ λιγώτερο κόσμο καί χωρίς τίς στρατιές τῶν ἀλλοδαπῶν καί τῶν ἀστέγων, πού ἔχουν ἀλλάξει τόν χαρακτῆρα τῶν πόλεών μας.

Τυχεροί, πού ζήσαμε τούς μεγάλους ἠθοποιούς, τά γεμᾶτα μέ καλοντυμένο κόσμο θέατρα, τά κέντρα διασκεδάσεως μέ τήν μουσική σέ φυσιολογική ἔνταση, τά καταστήματα μέ λογικές τιμές.

Τυχεροί πού ζήσαμε τά βράδυα τῶν ἑορτῶν ντυμένοι μέ τά καλά μας, μέσα στό σπίτι, πού ἔλαμπε ἀπό πάστρα καί νοικοκυριό. Χωρίς τηλεόραση, μέ τό ραδιόφωνο στό σαλόνι καί τό τραπέζι στρωμένο, μετά τό φαγητό, μέ τήν πράσινη τσόχα γιά νά ἀρχίσει τό «πάρτα ὅλα», ἡ «τριανταμία» ἀλλά καί ἀργότερα, τό πόκερ καί ἡ περίφημη «πόκα», μέ τούς «κούκους» καί τά «ἄ βολοντέ» της.

Πάει καί ἡ πρωτοχρονιάτικη χαρτοπαιξία! Γιατί νά παίξεις χαρτιά τήν πρωτοχρονιά ὅταν παίζεις ὅλο τόν χρόνο λαχεῖα, πρό-πό, τζόκερ, λόττο, στοίχημα καί ἕνα σωρό ἄλλα –ἐλεύθερα πλέον– τυχερά παιγνίδια;

Τυχεροί, πού ζήσαμε τίς γυναῖκες μέ τρουά-κάρ, μέ ντέ πιές, μέ μαντώ, μέ ταγιέρ, ἀλλά καί ἐμᾶς, μέ κοστούμια θερινά, χειμερινά, ντεμί-σαιζόν, μέ γιλέκο, μέ καμπάνες, μέ κουφόπιετες, μέ γραβάτες πολύχρωμες, μέ ἐκεῖνα τά ὑποκάμισα μέ τούς τεράστιους γιακᾶδες!

Τυχεροί πού χορέψαμε! Ἀπό τσάμικα καί συρτά μέχρι ντίσκο! Χορέψαμε χάλι-γκάλι, μάντισον, τουίστ, σουίνγκ, ρόκ ἔντ ρόλλ, μπόσα νόβα, σέικ, τσά-τσά, μάμπο, σάμπα, σάλσα, τανγκό, βάλς.

Καί τί δέν χορέψαμε, ἀλήθεια! Καί χορεύουμε ἀκόμη, μόλις μᾶς δοθεῖ εὐκαιρία καί μᾶς κοιτάζουν οἱ νεώτεροι καί ἀποροῦν, ἄν δέν ζηλεύουν!

Ἄς κρατήσουν οἱ χοροί, λοιπόν, ὅπως ἐκήρυξε ὁ Διονύσης! Γεροί νά εἴμαστε, καί ὅλα τά ἄλλα γίνονται!

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ