H προστασία τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ζήτημα θρησκευτικῆς καί πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς
Ἀποτελεῖ δοκιμασία γιά τήν ἀξιοπιστία τῆς διμεροῦς συνεργασίας καί τήν ἱκανότητα τῆς διπλωματίας νά συνδυάζει τά στρατηγικά συμφέροντα μέ τόν σεβασμό τῆς ἱστορικῆς συνέχειας καί τῆς ἔννομης τάξης.
- Tοῦ Γιώργου Κωνσταντινίδη
Ἡ ἑλληνοαιγυπτιακή συνεργασία ἀποτελεῖ σταθερό πυλῶνα τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς στήν Ἀνατολική Μεσόγειο. Ἡ γεωγραφική θέση τῶν δύο χωρῶν, ἡ ἐνεργειακή συνεργασία, ἡ θαλάσσια ἀσφάλεια καί ἡ διαχείριση τῶν περιφερειακῶν κρίσεων συγκροτοῦν ἕνα πλέγμα κοινῶν συμφερόντων. Ὡστόσο, ἡ ἀνθεκτικότητα μιᾶς στρατηγικῆς σχέσης δέν κρίνεται μόνο ἀπό τίς συμφωνίες πού ὑπογράφονται, ἀλλά καί ἀπό τήν ἱκανότητα τῶν δύο πλευρῶν νά ἀντιμετωπίζουν εὐαίσθητες διαφορές χωρίς νά ὑπονομεύουν τήν ἐμπιστοσύνη τους.
Ἡ ὑπόθεση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ ἀναδεικνύει ἀκριβῶς αὐτή τή διάσταση. Τό ζητούμενο δέν εἶναι νά ἀντιπαρατεθοῦν ἡ ἑλληνική πολιτιστική κληρονομιά καί ἡ αἰγυπτιακή κυριαρχία, ἀλλά νά διαμορφωθεῖ ἕνα σταθερό νομικό πλαίσιο πού θά ἐγγυᾶται τή συνέχεια τῆς μοναστικῆς ζωῆς, τόν ἱστορικό χαρακτῆρα τῆς Μονῆς καί τήν ἀσφάλεια τῶν περιουσιακῶν της δικαιωμάτων.
Ἡ Μονή, πού ἀνάγεται στήν ἐποχή τοῦ Ἰουστινιανοῦ, τόν 6ο αἰῶνα, συγκαταλέγεται στά ἀρχαιότερα ἐν λειτουργίᾳ χριστιανικά μοναστικά κέντρα. Ἡ σημασία της ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς Ὀρθοδοξίας: τά χειρόγραφα, τά ἔργα τέχνης, ἡ ἑλληνόγλωσση λατρευτική παράδοση καί ἡ ἱστορική της διαδρομή ἀποτελοῦν μέρος μιᾶς πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς διεθνοῦς ἐμβέλειας. Παράλληλα, ἡ ἱστορική συνύπαρξη μέ τόν μουσουλμανικό κόσμο προσδίδει στή Μονή ἰδιαίτερη διαθρησκευτική σημασία.
Ἡ οἰκουμενικότητα αὐτή, ὡστόσο, δέν ἀναιρεῖ τή νομική πραγματικότητα: ἡ Μονή βρίσκεται σέ αἰγυπτιακό ἔδαφος καί ἡ προστασία της προϋποθέτει συνεργασία μέ τίς αἰγυπτιακές Ἀρχές. Ἡ ἑλληνική διπλωματία ὀφείλει, συνεπῶς, νά ἐπιδιώξει ἐγγυήσεις πού νά ἀπορρέουν ἀπό σαφεῖς καί ἐφαρμόσιμους κανόνες, ὄχι ἀποκλειστικά ἀπό πολιτικές διαβεβαιώσεις. Ἐδῶ βρίσκεται καί ἡ οὐσία τῆς ὑπόθεσης. Ἡ ἀναγνώριση τῆς αἰγυπτιακῆς κυριαρχίας δέν ἀποκλείει τήν προστασία τῆς ἱστορικῆς φυσιογνωμίας τῆς Μονῆς καί τῶν δικαιωμάτων πού συνδέονται μέ τή μακραίωνη παρουσία της. Ἀντιστρόφως, ἡ ἱστορικότητα ἑνός θρησκευτικοῦ ἱδρύματος δέν τό ἐξαιρεῖ αὐτομάτως ἀπό τήν ἔννομη τάξη τοῦ κράτους στό ὁποῖο βρίσκεται. Ἡ πρόκληση εἶναι νά συνδυαστοῦν οἱ δύο ἀρχές μέ τρόπο θεσμικά σαφῆ καί ἀμοιβαῖα ἀποδεκτό.
Ἡ κρίση πού κορυφώθηκε τό 2025 ἀφοροῦσε τό ἰδιοκτησιακό καθεστώς τῆς Μονῆς καί τῶν γειτονικῶν ἐκτάσεων πού χρησιμοποιοῦνται ἐπί αἰῶνες. Οἱ δικαστικές ἐξελίξεις στήν Αἴγυπτο προκάλεσαν ἀνησυχίες γιά τήν ἀναγνώριση τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων, τή χρήση κήπων καί ἀμπελώνων καί, εὐρύτερα, τή δυνατότητα ἀπρόσκοπτης συνέχισης τῆς μοναστικῆς δραστηριότητας.
Ἡ Ἀθήνα ἐπιδίωξε διπλωματική λύση, μέ χαρακτηριστικό σταθμό τήν ἐπικοινωνία τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη μέ τόν Πρόεδρο Ἀμπντέλ Φατάχ ἀλ Σίσι στίς 30 Μαΐου 2025. Ἀπό τήν πλευρά της, ἡ αἰγυπτιακή κυβέρνηση ὑποστήριξε ὅτι οἱ δικαστικές ἀποφάσεις δέν συνεπάγονται κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ χαρακτῆρα τῆς Μονῆς οὔτε διακοπή τῆς λειτουργίας της. Ἡ διαφορά, ἑπομένως, δέν ἀφοροῦσε μόνο τή θρησκευτική ἐλευθερία, ἀλλά καί τό εὗρος τῆς νομικῆς προστασίας τῆς περιουσίας.
Σύμφωνα μέ τίς ἀνακοινώσεις τῆς 24ης Ὀκτωβρίου 2026, ἡ συμφωνημένη διευθέτηση μεταξύ τῆς Μονῆς καί τοῦ αἰγυπτιακοῦ κράτους ἀποσκοπεῖ στή διασφάλιση τοῦ θρησκευτικοῦ χαρακτῆρα της, στή συνέχιση τῆς μοναστικῆς ζωῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτονομίας, στή χορήγηση ἀδειῶν μακρᾶς διάρκειας παραμονῆς στούς μοναχούς καθώς καί στήν ἐπίλυση τῆς μακροχρόνιας νομικῆς ἀβεβαιότητας μέσα ἀπό συμφωνημένη διευθέτηση μέ τό αἰγυπτιακό κράτος.
Ἔχει ἐπίσης ἀνακοινωθεῖ ὅτι ἡ ὑπογραφή θά πραγματοποιηθεῖ σέ χρόνο πού θά συμφωνηθεῖ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψη τῆς κατάστασης τῆς ὑγείας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σινᾶ Συμεών. Ἡ διάκριση μεταξύ συμφωνημένης διευθέτησης καί ὁλοκληρωμένης νομικῆς κατοχύρωσης εἶναι κρίσιμη. Ἡ πολιτική ἀνακοίνωση δημιουργεῖ προσδοκίες· τό δεσμευτικό κείμενο καί ἡ ἐφαρμογή του καθορίζουν τά πραγματικά ἀποτελέσματα. Ἡ ἐπιτυχία τῆς διπλωματίας θά κριθεῖ, ἑπομένως, ὄχι μόνο ἀπό τήν ἐπίτευξη συμβιβασμοῦ, ἀλλά καί ἀπό τό ἄν αὐτός θά ἐξασφαλίζει διαρκῆ καί προβλέψιμη προστασία.
Τό οὐσιαστικό ἐρώτημα ἀφορᾶ τή φύση τῶν δικαιωμάτων πού θά διατηρήσει ἡ Μονή στίς ἱστορικές ἐκτάσεις της. Ἡ κυριότητα, ἡ ἀναγνωρισμένη κατοχή, ἡ μακροχρόνια χρήση καί ἡ μίσθωση δέν προσφέρουν τό ἴδιο ἐπίπεδο προστασίας. Ἐάν ἡ διευθέτηση στηρίζεται σέ παραχωρήσεις χρήσης, θά πρέπει νά ἐξεταστεῖ κατά πόσον αὐτές εἶναι ἐπαρκῶς σαφεῖς, μακρόχρονες καί προστατευμένες ἀπό μελλοντικές ἀμφισβητήσεις.
Ἐξ ἴσου σημαντική εἶναι ἡ διοικητική καί ἐκκλησιαστική αὐτονομία. Ἡ δυνατότητα τῆς Μονῆς νά ὀργανώνει τή ζωή της, νά διατηρεῖ τήν παράδοσή της καί νά ἐκλέγει τόν Ἀρχιεπίσκοπό της πρέπει νά ἀποτυπωθεῖ μέ τρόπο πού νά μήν ἀφήνει περιθώρια διαφορετικῶν ἑρμηνειῶν. Ἡ θρησκευτική ἐλευθερία δέν ἐξαντλεῖται στήν τέλεση τῆς λατρείας· συνδέεται καί μέ τή δυνατότητα ἑνός ἱστορικοῦ μοναστικοῦ ἱδρύματος νά διατηρεῖ τή διοικητική του συνέχεια.
Ἡ ἐσωτερική συνοχή τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητας ἀποτελεῖ ἐπίσης παράγοντα πού δέν μπορεῖ νά παραβλεφθεῖ. Οἱ διαφωνίες ὡς πρός τήν ἡγεσία καί τή διαχείριση τῆς ὑπόθεσης καθιστοῦν ἀναγκαία τήν ἀποσαφήνιση τῆς ἐκπροσώπησης καί τῆς νομιμοποίησης τῶν ἀποφάσεων. Ἡ ἐξωτερική συμφωνία χρειάζεται θεσμική ἀποδοχή καί ἐσωτερική σταθερότητα, ὥστε νά ἀποδώσει σέ βάθος χρόνου.
Παράλληλα, ἡ προστασία τῆς Μονῆς δέν πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται ὡς ἀποκλειστικά διμερής ὑπόθεση. Ἡ διεθνής πολιτιστική σημασία της καί ἡ ἔνταξή της στό πλαίσιο τῆς Παγκόσμιας Κληρονομιᾶς τῆς UNESCO ἐνισχύουν τήν ἀνάγκη διαφύλαξης τῆς ἱστορικῆς της φυσιογνωμίας. Ἡ διεθνής διάσταση, βεβαίως, δέν ὑποκαθιστᾶ τή διμερῆ συνεννόηση οὔτε ἐπιλύει αὐτομάτως τίς περιουσιακές διαφορές. Μπορεῖ, ὅμως, νά ἐνισχύσει τήν κοινή ἀντίληψη ὅτι ἡ διατήρηση τῆς Μονῆς ἀποτελεῖ εὐρύτερο πολιτιστικό ἀγαθό.
Ἡ ὑπόθεση τῆς Μονῆς ἐξελίσσεται παράλληλα μέ κρίσιμες διεργασίες στήν Ἀνατολική Μεσόγειο. Ἡ ἀντιπαράθεση γύρω ἀπό τό τουρκολιβυκό μνημόνιο καί οἱ συζητήσεις γιά τίς θαλάσσιες ζῶνες καί τήν ὁριοθέτηση τῆς ΑΟΖ προσδίδουν ἰδιαίτερη σημασία στίς σχέσεις Ἀθήνας καί Καΐρου.
Δέν ὑπάρχουν, ὡστόσο, τεκμηριωμένα στοιχεῖα ὅτι ἡ προστασία τῆς Μονῆς ἔχει συνδεθεῖ ἐπισήμως μέ τήν αἰγυπτιακή στάση ἀπέναντι στό τουρκολιβυκό μνημόνιο. Τά δύο ζητήματα ἀνήκουν σέ διαφορετικά νομικά καί διπλωματικά πεδία. Ἡ συνάφειά τους εἶναι στρατηγική: ἀμφότερα δοκιμάζουν τήν ἱκανότητα τῶν δύο χωρῶν νά διαχειρίζονται διαφορές καί νά συνεργάζονται στή βάση σαφῶν συμφερόντων.
Ἡ Ἑλλάδα δέν ἔχει λόγο νά μετατρέψει τή Μονή σέ διαπραγματευτικό ἀντάλλαγμα γιά τή θαλάσσια πολιτική της. Οὔτε, ὅμως, μπορεῖ νά θεωρεῖ δεδομένη τή σύμπτωση τῶν ἑλληνικῶν καί αἰγυπτιακῶν ἐπιδιώξεων σέ ὅλα τά ζητήματα. Ἡ ἀποτελεσματική διπλωματία προϋποθέτει αὐτοτελῆ διαχείριση κάθε διαφορᾶς, χωρίς νά ἀγνοεῖ τό εὐρύτερο πλαίσιο τῶν διμερῶν σχέσεων.
Ἡ διάκριση αὐτή ἔχει πρακτική σημασία. Ἡ συνεργασία μέ τήν Αἴγυπτο γιά τήν προστασία τῆς Μονῆς δέν συνεπάγεται ὑποχώρηση ἀπό τίς ἑλληνικές θέσεις στό Δίκαιο τῆς Θάλασσας. Ἀντίστοιχα, οἱ διαφωνίες γιά τίς θαλάσσιες ζῶνες δέν πρέπει νά μεταφέρονται μηχανιστικά σέ ἕνα ζήτημα πού ἀφορᾶ τή θρησκευτική ἐλευθερία, τήν πολιτιστική κληρονομιά καί τήν ἀσφάλεια Δικαίου. Ἡ Ἀθήνα χρειάζεται συνεκτική στρατηγική, ὄχι συγχώνευση διαφορετικῶν ὑποθέσεων σέ μία ἀδιαφοροποίητη διαπραγμάτευση.
Γιά τήν Ἑλλάδα, ἡ συμφωνία μπορεῖ νά συμβάλει στήν προστασία ἑνός μνημείου μέ ξεχωριστή σημασία γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν ἑλληνισμό. Γιά τήν Αἴγυπτο, μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἔμπρακτη ἐπιβεβαίωση ὅτι ἡ προστασία τῆς ἱστορικῆς καί θρησκευτικῆς κληρονομιᾶς εἶναι συμβατή μέ τήν ἄσκηση τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας.
Ἡ ἀξιολόγηση, ὅμως, δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ στή διπλωματική ἀνακοίνωση. Ἀπαιτεῖται νά ἐξεταστοῦν τό ἀκριβές περιεχόμενο τῆς συμφωνίας, ἡ νομική δεσμευτικότητά της, ἡ προστασία τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων καί οἱ ἐγγυήσεις γιά τή συνέχιση τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Χωρίς αὐτά τά στοιχεῖα, κάθε πανηγυρικός χαρακτηρισμός θά ἦταν πρόωρος.
Ἡ Μονή τοῦ Σινᾶ ὑπενθυμίζει ὅτι οἱ στρατηγικές σχέσεις δέν εἶναι σχέσεις χωρίς διαφορές. Εἶναι σχέσεις πού κρίνονται ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο αὐτές ἐπιλύονται. Ἡ Ἑλλάδα ὀφείλει νά ὑπερασπιστεῖ τήν ἱστορική καί θρησκευτική συνέχεια τῆς Μονῆς μέ ἐπιμονή, θεσμική σοβαρότητα καί διπλωματική ψυχραιμία. Ἡ Αἴγυπτος, ἀπό τήν πλευρά της, καλεῖται νά διασφαλίσει ὅτι ἡ κυριαρχία της δέν θά ἐκληφθεῖ ὡς λόγος περιορισμοῦ μιᾶς μοναδικῆς οἰκουμενικῆς κληρονομιᾶς.
Τό πραγματικό μέτρο τῆς ἑλληνοαιγυπτιακῆς στρατηγικῆς σχέσης δέν θά εἶναι ἡ ἀπουσία διαφωνιῶν, ἀλλά ἡ δυνατότητα ἐπίλυσής τους μέ κανόνες, ἀμοιβαῖο σεβασμό καί δεσμεύσεις πού ἀντέχουν στόν χρόνο. Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη τοῦ Σινᾶ μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἕνα τέτοιο παράδειγμα: ὄχι ἐπειδή θά ἐξαφανίσει τίς διαφορετικές προσεγγίσεις Ἀθήνας καί Καΐρου, ἀλλά ἐπειδή θά ἀποδείξει ὅτι ἡ ἱστορική μνήμη, ἡ θρησκευτική ἐλευθερία καί ἡ γεωπολιτική συνεργασία μποροῦν νά συνυπάρχουν σέ ἕνα σταθερό θεσμικό πλαίσιο.



