Πάει καί ἡ «Μουριά»
Ἔπειτα ἀπό ἑκατόν ἕνδεκα χρόνια ζωῆς, τό ἱστορικό –καί πολυδιάστατο– καφενεῖο, στέκι ἐκλεκτό τῶν Ἐξαρχείων, «ἔβαλε λουκέτο», καθώς ἡ περιοχή «ἀλλάζει ὄψη»…
Ἀλλάζουν τά Ἐξάρχεια, τό «Καρτιέ Λατέν» τῆς Ἀθήνας, πού ἐμεῖς, στά νιᾶτα μας, στά φοιτητικά μας, κυρίως, χρόνια, τό ἀπολαύσαμε καί γευθήκαμε τά ἀρώματα καί τά ἀναβλύσματά του, πρίν ἀλλάξει μορφή καί χαρακτῆρα.
Καί ἡ «Μουριά» ἦταν ἕνα ἀπό τά «στέκια», ὅπου οἱ νεώτεροι, τότε, πίνοντας ἕναν καφέ ἤ ἕνα ποτάκι, εἶχαν τήν εὐκαιρία νά συναντήσουν καί, κάποιες φορές, νά συναναστραφοῦν σημαντικούς ἀνθρώπους τοῦ πνεύματος καί τῶν ἐπιστημῶν, πού περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ.
Δέν τά σεβάστηκε ποτέ ἡ Ἑλλάδα τά «στέκια». Ὅπως δέν σεβάστηκε τά νεοκλασσικά της, δέν σεβάστηκε τήν ρυμοτομία της, δέν σεβάστηκε ὅλα ἐκεῖνα πού μέ ἀγωνία καί θυσίες σεβάστηκαν καί διετήρησαν ἄλλες πόλεις, πρωτεύουσες καί χῶρες τῆς Εὐρώπης καί ἄλλων περιοχῶν.
Καί μήν πέφτουμε στό λάθος νά τά ρίχνουμε ὅλα στόν Καραμανλῆ, τήν «ἀντιπαροχή» καί τήν Ἑπταετία. Κανείς δέν μπορεῖ νά χορέψει τανγκό μονάχος του. Ἡ ἀπληστία τῶν ἐπιχειρηματιῶν καί ἡ ἄγνοια –καί ἐν πολλοῖς ἡ«βλαχο-μπαρόκ» ἀντίληψη τῆς μεταπολεμικῆς κοινωνίας τῶν μεγάλων μας πόλεων– συνετέλεσαν στήν ἐξαφάνιση συνοικιῶν, κτηρίων, διατηρητέων κτισμάτων καί ἀξιολόγων ἄλλων σημείων ἀναφορᾶς.
Θυμᾶμαι μέ πόση εὐκολία ἔπεφταν τά νεοκλασσικά στήν Φρεαττύδα γιά νά ὑψωθοῦν πολυκατοικίες, πού «ἔκοψαν» τήν θαλάσσια αὔρα ἀπό τό κέντρο τοῦ Πειραιῶς, δηλαδή τό στοιχεῖο πού ἔκανε τήν πόλη διαφορετική. Θυμᾶμαι τά ὑπέροχα κτήρια στίς κεντρικές ἀθηναϊκές ὁδούς, πού ἔγιναν πολυόροφα ἄμορφα κτήρια γραφείων ἤ δύσμορφα ξενοδοχεῖα.
Θυμᾶμαι ἐκεῖνο τό ὑπέροχο ἀρχοντικό τῆς νονᾶς μου, στό Γαλάτσι, ἕνα ὡραιότατο κτήριο, νά γίνεται πολυκατοικίες, ἀλλά καί τήν ὑπέροχη «ἐξοχή» στήν Ἁγία Γλυκερία, μέ τίς πηγές καί τά πλατάνια της, νά «τσιμεντώνονται» ἀνηλεῶς! Ἐδῶ δέν λυπήθηκαν συνοικίες ὁλόκληρες, στήν «Μουριά» θά σταματοῦσε ἡ «πρόοδος»;
Ζηλεύω τίς ἄλλες μεγάλες εὐρωπαϊκές πόλεις, πού διατηροῦν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ κάποιες παλιές «πάμπ», κάποια παραδοσιακά ζαχαροπλαστεῖα, κάποια ὑπεραιωνόβια βιβλιοπωλεῖα καί ἐντοιχίζουν μαρμάρινες πλάκες μέ ἐπιγραφές «Ἐδῶ ἔζησε ὁ τάδε» ἤ «ἐδῶ ἐσύχναζαν οἱ τάδε». Ἐμεῖς, ἀκόμη καί σήμερα, ἐνῷ ἔχουμε ὅλοι μάθει «τό πῶς καί τό γιατί» ἔγινε «τσιμέντο» ἡ Ἀθήνα, ὁ Πειραιᾶς, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ Πάτρα, ἐξακολουθοῦμε νά δείχνουμε ἀσέβεια σέ κάποια σημεῖα πού θά ἔπρεπε νά διατηρήσουμε «ὡς κόρην ὀφθαμοῦ».
«Καλά, καί ἦταν τέτοιο σημεῖο ἡ “Μουριά”;» θά ποῦν κάποιοι. Μάλιστα, ἦταν! Μπορεῖτε νά μοῦ βρεῖτε ἕνα «στέκι» πού κρίθηκε διατηρητέο; Ἐγώ δέν θυμᾶμαι κανένα. Ἀκόμη καί κάποιες παραδοσιακές ταβέρνες πού ὑπάρχουν ἀκόμη στήν Ἀθήνα (στόν Πειραιᾶ δέν ὑπάρχει καμμία), δέν διατηροῦνται «λόγῳ παραδόσεως», ἀλλά ἐπειδή δέν ἔχει ἀκόμη ἐνδιαφερθεῖ κάποια «ἐργολαβία» ἤ καμμιά ἀπό αὐτές τίς περίεργες ἑταιρεῖες, πού σαρώνουν παλιά κτήρια καί σηκώνουν διαμερίσματα, ξενοδοχεῖα καί γραφεῖα, ἐνῷ ὁ ἑλληνικός πληθυσμός συνεχῶς μειώνεται!
Ἴσως βλέπουν τό μέλλον, ἴσως ξέρουν ὅτι μέχρι καί τά ἑλληνικά ἔχουν ἀρχίσει νά «ἀλλάζουν»… Συγκινητική ἦταν ἡ προσέλευση τοῦ κόσμου στό περασμένο Σάββατο στήν «Μουριά». Ἦταν ἕνας ἀποχαιρετισμός σέ ἕναν Πολιτισμό μέ τό «πῖ» κεφαλαῖο, γιά ἕναν πολιτισμό πού δέν σέβεται τίποτε…

