ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

ΝΙΚΉΤΑΣ ΤΣΑΚΊΡΟΓΛΟΥ: «Ἡ πίστη μᾶς στηρίζει στίς δύσκολες στιγμές»

Νικήτας Τσακίρογλου

Πῶς νά χωρέσουν σέ μία σελίδα ἡ ζωή καί ἡ ἑπτά δεκαετιῶν καρριέρα τοῦ 88 ἐτῶν Ἕλληνος ἠθοποιοῦ, σκηνοθέτου καί διδασκάλου, Νικήτα Τσακίρογλου, ἐκ τῶν κορυφαίων τοῦ μεταπολεμικοῦ μας θεάτρου;

Πῶς νά χωρέσουν σέ μία σελίδα ἡ ζωή καί ἡ ἑπτά δεκαετιῶν καρριέρα τοῦ 88 ἐτῶν Ἕλληνος ἠθοποιοῦ, σκηνοθέτου καί διδασκάλου, Νικήτα Τσακίρογλου, ἐκ τῶν κορυφαίωντοῦ μεταπολεμικοῦ μας θεάτρου; «Πάντοτε ζοῦσα καί ζῶ μέ ἐρωτηματικά» λέγει στήν ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης συνέντευξη τήν ὁποία παρεχώρησε στήν «ΕτΚ».

ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΙΣ στήν ΚΑΤΕΡΊΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΎΛΟΥ

Ἀπό τήν Παρασκευή 9 Ὀκτωβρίου 2026 ὁ Νικήτας Τσακίρογλου θά εὑρίσκεται στήν σκηνή τοῦ «Θεάτρου Μαβίλη», ὅπου ἀνεβαίνει τό ἔργο τοῦ Ἑρρίκου Ἴψεν «Ἄσπρα ἄλογα» («Ρόσμερσχολμ») σέ σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, τό ὁποῖο ἐπαίχθη ὡς συμπαραγωγή τοῦ ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης καί τοῦ Πολιτιστικοῦ Συνεδριακοῦ Κέντρου Ἡρακλείου στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 2026. «Ἔχω ξαναπαίξει στό ἴδιο ἔργο στό Θέατρο Ἀναλυτῆ πρίν ἀπό πολλά χρόνια, μιά ἐποχή πού εἶχα ἀσχοληθεῖ μάλιστα μέ τόν χῶρο τῆς παραγωγῆς» μᾶς λέγει στήν μεσημβρινή μας συνάντηση σέ ἕνα ἥσυχο καφενεῖο στοῦ Παπάγου.

«Αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι κι ἐγώ σάν τά ἄσπρα ἄλογα πού ἔχουν τρέξει πάρα πολύ στήν ζωή τους καί βεβαίως στό θέατρο, πού τόσο πολύ ἀγαπῶ καί τοῦ ἔχω ἀφιερωθεῖ».

Ἀναλαμβάνετε λοιπόν τόν ρόλο τοῦ καθηγητῆ Οὔλρικ Μπρέντελ.

Εἶναι ἕνας ρόλος πού μοῦ ἀρέσει πάρα πολύ. Ἐκφράζει καί τήν θρησκευτική ἀλλά καί τήν πολιτική μου πίστη. Ὁ καθηγητής, πού δέν ἔχει καλές ἀναμνήσεις ἀπό τήν θητεία του στό Ρόσμερσχολμ, τό ἀπομονωμένο παλιό ἀρχοντικό στά νορβηγικά φιόρδ (καθ’ ὅτι τό ἀφεντικό τοῦ σπιτιοῦ ἦταν αὐταρχικός στρατιωτικός, πού καταπίεζε τόν γυιό του), ἐπιστρέφει ὡς «κλοσάρ» πλέον καί συναντᾶται μέ τόν παλιό του μαθητή, τόν Τζών Ρόσμερ, τόν ὁποῖο γαλούχησε μέ τίς ἔννοιες τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀνεξαρτησίας. Τό ἔργο εἶναι δραματικό.  Ὡστόσο, ὁ ρόλος τοῦ καθηγητῆ δίνει μιά ἀνάσα στό ἔργο μέσα ἀπό τό χιοῦμορ πού ἔχει αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει χάσει τήν πίστη του γιά ἕναν καλύτερο κόσμο.

Σᾶς πάω λίγο πιό παλιά. Γεννηθήκατε στήν Ἀθήνα μέ καταγωγή ἀπό τήν Πόλη…

Ὁ πατέρας μου, γυιός γραφιᾶ, ἐκδιώχθηκε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μαζί μέ τήν γιαγιά μου τήν δεκαετία τοῦ 1920. Ἡ οἰκογένεια βρέθηκε στήν Καλαμάτα. Θυμᾶμαι ὅτι τήν εἶχα ἐπισκεφθεῖ κι ἐγώ παιδάκι. Ὁ πατέρας μου, στήν συνέχεια, νέος, ἦρθε στήν Ἀθήνα, ἐρωτεύτηκε τήν μητέρα μου, Εὐδοκία, καί τήν παντρεύτηκε. Ἦταν κουρέας. Αὐτό εἶχε μάθει νά κάνει στήν Κωνσταντινούπολη. Οὔτε ἐκεῖνος οὔτε ἡ μητέρα μου εἶχαν κάποια σχέση μέ τό θέατρο. Ἀλλά μέ πήγαιναν σέ παραστάσεις.

Τί εἴδατε, τί νοιώσατε καί ἀποφασίσατε νά ἀσχοληθεῖτε μέ τό θέατρο;

Μέ θέατρο ἀσχολοῦμαι παιδιόθεν. Γιατί εἶχα συμμαθητή στό Τέταρτο Γυμνάσιο τό παιδί-θαῦμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τόν Ἀλέκο Κουρῆ, πού εἶχε παίξει σέ ταινίες ὅπως τό «Πικρό ψωμί» τοῦ Γρηγόρη Γρηγορίου. Πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι ἔχω παιδεμένα καί… ἐκπαιδευμένα παιδικά χρόνια. Ἔτσι μπορεῖ κανείς νά κάνει κάτι σημαντικό καί νά ἔχει μιά ἀγάπη, ὅπως ἐγώ τό θέατρο.

Καί μπορεῖ ὁ Ἀλέκος νά πῆγε στήν Ἀμερική καί νά καταπιάστηκε μέκάτι ἄλλο, ἐμένα ὅμως τό μικρόβιο μοῦ μπῆκε. Ἔδωσα ἐξετάσεις στήν Σχολή τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου καί πέρασα. Ἦταν περιπετειώδης ἡ ζωή μου, ἀλλά γνώρισα καλούς ἀνθρώπους καί κέρδισα τήν ἀγάπη τους. Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό καί τό εὔχομαι σέ κάθε νέο. Παιδί τῆς Κατοχῆς ἤμουν, ἀλλά τελείωσα μέ ἄριστα, πού σπάνια δινόταν.

Παίξατε ὡς σπουδαστής καί στόν «Κυμβελῖνο» τοῦ Σαίξπηρ σέ σκηνοθεσία Ἀλέξη Σολομοῦ τό 1957…

Βέβαια, καί τόν ἐκτιμοῦσα σάν σκηνοθέτη καί σάν ἄνθρωπο. Γαλουχήθηκα ὡστόσο ἀπό τόν Ἀλέξη Μινωτῆ, ἕνα τόσο μεγάλο μέγεθος, ὅπως ἄλλως τε καί ἡ Κατίνα Παξινοῦ, πού δέν τόν τίμησε ἡ Πολιτεία ὅπως τοῦ ἄξιζε. Σκεφτεῖτε, ἕνας ἠθοποιός πού εἶχε παίξει καί σκηνοθετήσει μερικές ἀπό τίς σημαντικώτερες ἀρχαῖες τραγωδίες νά εἶναι παράλληλα τόσο μοντέρνος, ὥστε νά ἀνεβάσει «Τό τέλος τοῦ παιχνιδιοῦ» τοῦ Μπέκετ.

Ἐκεῖ ἔπαιξα ἕναν ἀπό τούς χαρακτῆρες πού εἶναι ἔντονα ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν αἰσθητική καί τίς κινήσεις τοῦ τσίρκου καί τῆς παντομίμας Κι ὅσο γιά τήν Κατίνα Παξινοῦ, πῶς νά τήν ξεχάσω στήν παράσταση «Μάνα κουράγιο»;

Συνεργαστήκατε μέ θιάσους μεγάλων πρωταγωνιστῶν, ὅπως οἱ Ἀλεξανδράκης, Κατράκης, Χόρν, Βαλάκου καί τόσοι ἄλλοι.

Εἶμαι κατ’ ἐξοχήν ἠθοποιός τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου καί περηφανεύομαι ὅτι εἶχα σπουδαίους δασκάλους, τόν Χουρμούζιο, τόν Τερζάκη, τόν Ζώρα Τσάπελη, τήν Ἑλένη Τσουκαλᾶ-Πφέφφερ, τόν Στέλιο Βόκοβιτς, νά μήν ξεχάσω κανέναν. Σπουδαῖοι ἄνθρωποι καί σπουδαῖοι ἠθοποιοί, πού μᾶς πῆραν ἀπό τό χέρι καί μᾶς ἔμαθαν θέατρο. Καί βεβαίως, πάνω ἀπό ὅλους, ὁ Σωκράτης Καραντινός, πού ἦταν ὁ σημαντικός δάσκαλός μου, στόν ὁποῖο ἀργότερα ἀνέθεσε τό κράτος νά δημιουργήσει τό Κρατικό Θέατρο Βορείου Ἑλλάδος.

Τοῦ ὀφείλουμε πάρα πολλά καί τοῦ ὀφείλει πολλά καί ἡ Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἀκολούθησα κι ἐγώ, ὅταν μοῦ ἔκανε τήν τιμή ὁ Κώστας Καραμανλῆς, ὁ νεώτερος, νά μέ καλέσει νά ἀναλάβω τήν καλλιτεχνική διεύθυνσή του (2004-2009).

Ἀποδεχόσασταν τίς προκλήσεις λοιπόν…

Δέν ἐπαναπαυόμουν. Μετά τήν ἀποφοίτησή μου ἀπό τό Ἐθνικό Θέατρο, ἀκολούθησα τό Ἐλεύθερο Θέατρο καί ἔπαιξα στά «Κόκκινα φανάρια» τοῦ Ἀλέκου Γαλανοῦ στό θέατρο «Πορεία» τοῦ Ἀλέξη Δαμιανοῦ. Ὁ Ἀλέκος Ἀλεξανδράκης, πού ἀναφέρατε, ἦταν ἕνας πολύ καλός ἠθοποιός καί τόν βλέπουμε μαζί μέ τήν γυναῖκα μου, Χρυσούλα Διαβάτη, σέ παλιές ἑλληνικές ταινίες.

Θυμᾶμαι εἴχαμε συνεργαστεῖ σέ ἕνα ἔργο πού ἔκανα ἕναν Κινέζο πρίγκηπα. Καί μοῦ εἶχε πεῖ ἡ Χρυσούλα ὅτι μέ ἐρωτεύτηκε ἀπό ἐκείνη τήν φωτογραφία μου μέ τήν κοτσίδα. Τόν Δημήτρη Χόρν δυστυχῶς τόν συνάντησα στό τέλος τῆς καρριέρας του. Θυμᾶμαι, ἀπό τό Ὑπόγειο τοῦ Θεάτρου Τέχνης τοῦ Καρόλου Κούν –ἀπό τό ὁποῖο ἐπίσης πέρασα– βρέθηκα στό σπίτι τοῦ Χόρν, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε παντρεμένος μέ τήν Ἄννα Γουλανδρῆ, νά μέ σερβίρει ἕνας μπάτλερ. Δέν πίστευα στά μάτια μου. Ὁ Χόρν μέ πίστεψε πάρα πολύ καί συνεργαστήκαμε στόν «Ριχάρδο Γ ́».

Ὁ Κάρολος Κούν ἦταν πολύ αὐστηρός;

Ὁ Κάρολος Κούν δέν ἦταν αὐστηρός. Ἦταν εὐπροσήγορος – αὐτή τήν λέξη θά μποροῦσα νά πῶ. Ἕνας ἄνθρωπος ὅμως πού σοῦ προκαλοῦσε σεβασμό. Ὅπως καί ὁ Μινωτῆς καί οἱ σπουδαῖοι ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου. Τότε δέν ὑπῆρχε θράσος. Θάρρος ὑπῆρχε. Θά ἔπρεπε νά συνεργαστοῦμε, νά ἀφουγκραστοῦμε, νά ἀκούσουμε αὐτούς τούς σπουδαίους ἀνθρώπους, αὐτούς τούς δασκάλους.

Μέ εἶχε δεῖ νά παίζω στήν Θεσσαλονίκη τόν «Οἰδίποδα τύραννο» καί εἶπε στόν Γιάννη Μόρτζο: «Αὐτόν τόν θέλω». Αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι πλήρης καί τυχερός κι ὅτι βρέθηκα στό ἀπάνθισμα τῆς προσφορᾶς τοῦ θεάτρου. Συνάντησα ἀνθρώπους πού ὀνειρεύεται κανείς νά γνωρίσει. Σάν νά βλέπεις τόν Λῶρενς Ὀλίβιε στήν ὀθόνη καί ξαφνικά νά τόν συναντᾶς.

Εἶστε καί ἀγαπητός στό «συνάφι» σας. Σᾶς ἔχουν ἀποκαλέσει «πολιτιστικό διαμάντι».

Προσπαθῶ νά παραμείνω σεμνός. Ταπεινός. Ἔχω κέρδος ἀπό αὐτό. Ἔχω κάνει μοναχική ζωή. Δέν εἶμαι «τῶν media» καί, ὅταν παρουσιάζεται ἕνας ρόλος, εἶμαι ἀρκετά ἐπιλεκτικός. Γι’ αὐτό ἐπέλεξα νά ζήσω μέ τήν Χρυσούλα Διαβάτη –αὐτή κι ἄν εἶναι διαμάντι!–, πού δυστυχῶς στερήθηκε τό θέατρο λόγῳ τῶν προβλημάτων ὑγείας πού ἀντιμετωπίζει.

Μιά τόσο μεγάλη προσωπικότητα, πού ζωγραφίζει, ξέρει μουσική, ἔχει ὡραία φωνή, ἔχει παίξει σέ μιούζικαλ καί θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀπό τίς κα-
λύτερες καλλιτέχνιδες πού ἔχουν περάσει ἀπό τόν χῶρο μας, κι ὄχι ἐπειδή εἶναι γυναῖκα μου.

Εἶστε παντρεμένοι ἀπό τό 1962, ἀποτελῶντας ἕνα ἀπό τά πιό ἀγαπημένα καί μακροβιώτερα ζευγάρια τοῦ ἑλληνικοῦ θεάτρου. Τό ὅτι ἐργαζόσασταν στόν ἴδιο χῶρο δέν ἔκανε –καί ὑγιῶς– ἀνταγωνιστική τήν σχέση σας;

Παντρευτήκαμε στήν Μονή Βλατάδων στήν Θεσσαλονίκη κι ἐκεῖ γεννήθηκε ἡ Λήδα μας, τό λατρεμένο κορίτσι μας, πού ἀντικαθιστᾶ 4-5 γυιούς. Ἡ Χρυσούλα δέν εἶχε τήν ἀνάγκη μου ποτέ. Ἦταν αὐτόνομο, ἀνεξάρτητο πλάσμα. Δέν τῆς ἄρεσαν οἱ δημόσιες σχέσεις, ἡ προβολή, ἡ κενοδοξία. Καί σέ αὐτό ταιριάξαμε.

Διδάξατε ὑποκριτική τέχνη στίς Σχολές Μιχαηλίδη, Βεάκη, Ἐθνικοῦ Θεάτρου καί Κέντρου Ἔρευνας Ἀρχαίου Δράματος.

Τί, μέ τήν σειρά τους, σᾶς ἔδωσαν οἱ μαθητές σας;

Τήν ἀφοσίωσή καί τήν ἀγάπη τους γι’ αὐτό πού προσπάθησα νά τούς μεταγγίσω. Μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ρόλου ἤθελα νά ἀφοσιωθοῦν σέ αὐτό πού ἔκαναν. Δέν ξέρω ἄν τό πέτυχα. Πάντοτε ζοῦσα καί ζῶ μέ ἐρωτηματικά. Ἀπό τήν ἱστορική τηλεοπτική σειρά «Γιούγκερμαν» (ΥΕΝΕΔ 1977) στό ἐπιτυχημένο σήριαλ «Ἅγιος Παΐσιος: Ἀπό τά Φάρασα στόν οὐρανό» (Mega 2022).

Χρωστᾶτε στήν τηλεόραση;

Βεβαίως χρωστάω, γιατί συνήθως τό θέατρο τό γνωρίζουν μόνο οἱ Ἀθηναῖοι. Μέ τήν τηλεόραση μᾶς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά γίνουμε γνωστοί καί στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Ἡ σειρά γιά τόν Ἅγιο Παΐσιο παίζεται στό ἐξωτερικό καί μεταξύ ἄλλων στόν Καναδᾶ, ὅπου μέ ἔχουν προσκαλέσει νά παρευρεθῶ σέ κάποια ἀπό τίς προβολές καί νά μέ τιμήσουν ἐκεῖ. Ἀλλά δέν μπορῶ νά ἀφήσω τίς παραστάσεις πού ξεκινοῦν. Αὐτό τό σήριαλ ἔδωσε τήν εὐκαιρία στόν κόσμο νά στρέψει τό βλέμμα στήν Ὀρθοδοξία. Στήν πίστη μας. Αὐτό πού ἔχουμε ἀνάγκη στήν ζωή καί πού μᾶς στηρίζει στίς δύσκολες στιγμές.

Τόν κινηματογράφο τόν ἀγαπᾶτε; Ἔχετε παίξει, μεταξύ ἄλλων, σέ ταινίες τῶν Βούλγαρη, Τσεμπερόπουλου, Ζαπατίνα καί ἄλλων.

Πολύ τόν ἀγαπῶ. Μιλήσατε γι’ αὐτούς τούς καλούς σκηνοθέτες τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου. Παιδιά παιδεμένα, γιατί ἡ πολιτεία δέν τόν ἀγαπάει τόν κινηματογράφο, δέν τόν βοηθάει. Στόν χῶρο μου εἴμαστε παιδιά «τοῦ ρεφενέ». Τήν ξέρετε τήν λέξη; Ἰδιαίτερα στόν κινημα-
τογράφο, πού ὅλοι βάζαμε, δέν λέγαμε πόσα θά μᾶς δώσεις. Μᾶς ἄρεσε ὅμως. Συνεργάστηκα καί μέ τήν Μαρκετάκη καί μέ τόν Τάσιο, νά μήν τόν ξεχάσουμε.

Καί μέ τόν Παναγιωτόπουλο, αὐτόν τόν σπουδαῖο σκηνοθέτη, πού τόν χάσαμε πάρα πολύ νωρίς, ὁ ὁποῖος ἔκανε τά «Χρώματα τῆς ἴριδας», μιά ὡραία ταινία, στήν ὁποία συνεργαστήκαμε. Πολύ ἐνδιαφέρουσα ταινία. Καί μέ τό χιοῦμορ τοῦ Παναγιωτόπουλου.

Δέν θά μποροῦσα νά μήν σᾶς ρωτήσω καί γιά τό ἀρχαῖο θέατρο τῆς Ἐπιδαύρου.Ἔχετε ἀναμετρηθεῖ μέ μείζονες τραγικούς ρόλους.

Ὄνειρο ζωῆς. Ὄχι μόνο δικό μου, ἀλλά τοῦ κάθε ἠθοποιοῦ, νά βρεθεῖ στήν Ἐπίδαυρο, πιστεύω. Μέ τό πού πάτησα τό πόδι μου ἐκεῖ, ἔνοιωσα αὐτήν τήν θρησκευτικότητα πού ἔχει ὁ χῶρος καί πρέπει νά τήν αἰσθανόμαστε οἱ ἠθοποιοί κι ὅσοι ὑπηρετοῦν τήν τέχνη πού λέγεται ἀρχαία ἑλληνική τραγωδία. Εἶναι μεγάλη ὑπόθεση νά φτάσεις ἐκεῖ, καί γι’ αὐτό μᾶς ἐκτιμοῦν στό ἐξωτερικό. Ἔχω γυρίσει Κίνα, Ἰαπωνία, Ρωσσία μέ ἀρχαία τραγωδία. Χαίρει μεγάλης ἐκτίμησης καί αὐτό δέν τό ἔχει καταλάβει ἡ Πολιτεία μας.

Τί κρατᾶτε στήν μνήμη ἀπό τήν πρόσφατη (2024) συνεργασία σας μέ τόν Ραίηφ Φάινς καί τήν Ζυλιέτ Μπινός στήν κινηματογραφική μεταφορά τῆς «Ὀδύσσειας», μέ τίτλο «Ἐπιστροφή», σέ σκηνοθεσία Οὐμπέρτο Παζολίνι, ὅπου κρατήσατε τόν ρόλο τοῦ Λαέρτη;

Ἦταν μιά πολύ ἐνδιαφέρουσα συνεργασία. Στά γυρίσματα στήν Κέρκυρα εἶχα τήν εὐκαιρία νά ἀναφέρω στόν Ραίηφ Φάινς ὅτι τόν εἶχα δεῖ στήν Ἀγγλία νά παίζει τόν Ριχάρδο Β ́ στά στούντιο στό ἀνατολικό Λονδῖνο, ὅπου ὁ Ἄλφρεντ Χίτσκοκ εἶχε γυρίσει ταινίες του. Τόν γνωρίζουμε ἀπό τόν κινηματογράφο, ἀλλά εἶναι ἕνας ἠθοποιός τοῦ θεάτρου, πού εἶχε μιά ἰδιαίτερα μεγάλη εὐχέρεια λόγου, καί θαύμασα τόν τρόπο πού μετέδιδε τά συναισθήματά του.

Νομίζω ὅτι χάρηκε, ὅταν τό ἄκουσε, γιατί ὁ Φάινς εἶναι ἕνα παγκόσμιο μέγεθος, καί τό ὅτι δέν εἶναι μόνο ἠθοποιός τοῦ κινηματογράφου ἀλλά
καί τοῦ θεάτρου τό θεωρῶ πολύ σημαντικό.

Κύριε Τσακίρογλου, τί κάνει ἕναν ἠθοποιό μεγάλο: τό παράστημα, ἡ φωνή, κάτι ἄλλο;

Σίγουρα ἡ φωνή ἀλλά καί τό σθένος πού πρέπει νά ἔχει. Καί ἰδιαίτερα στήν ἀρχαία τραγωδία. Κουβαλᾶς μιά περιουσία μέσα σου. Καί θά πρέπει, κατ’ ἀρχάς, νά μπορεῖς νά κατανοήσεις αὐτά τά κείμενα καί τόν ρόλο πού καλεῖσαι νά ἑρμηνεύσεις. Νά κατανοήσεις τήν περιπέτεια τοῦ Οἰδίποδα καί τοῦ Προμηθέα Δεσμώτη. Ἐκεῖ πρέπει νά πηγαίνεις προσκυνητής. Πῶς ἀντιμετωπίζω τόν Χριστό σάν Θεό μου; Ἔτσι πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε καί αὐτά τά γραπτά τῆς ἀρχαίας τραγωδίας καί νά τά ἔχουμε στό μυαλό μας, στήν μνήμη μας, στήν φωνή μας, στό σθένος μας. Τονίζω αὐτήν τήν λέξη.

Ἔχετε πεῖ, κύριε Τσακίρογλου, «ὅσο ὁ Θεός μοῦ δίνει δυνάμεις, θά συνεχίσω νά ἐρευνῶ καί νά ἐνδιαφέρομαι γιά ὡραίους ρόλους».

Τό ἔχω πεῖ. Μέ ρωτοῦν γιατί νά παίξω τόν Οὔλρικ Μπρέντελ στήν Ἀθήνα. Ἀφοῦ τόν ἔπαιξα στήν Κρήτη. Δέν πειράζει, ἀπαντῶ, θέλω νά τόν μοιραστῶ μέ τόν κόσμο. Γιατί γι’ αὐτούς πάσχω, γι’ αὐτούς ὑποφέρω, γι’ αὐτούς σκέφτομαι. Ὅλα γίνονται γιά νά μπορέσεις νά δαμάσεις ἕναν ρόλο. Καί τό λέω κυριολεκτικά. Παλεύουμε μέ θηρία. Ποῦ νά τό διανοηθῶ ὅτι κάποια στιγμή θά ἔπαιζα τόν Προμηθέα Δεσμώτη κρεμασμένος ἐπί δύο ὧρες! Καί νά ξέρετε: τό κοινό ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι ὁ μεγάλος μας μετρονόμος.

Ειδήσεις / Άρθρα

«Δέν ἔπρεπε νά ἐκλεγεῖ ἡ Ἑλλάς μέλος τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας»

Εφημερίς Εστία
Πρωτοφανής γκάφα τοῦ Γιώργου Γεραπετρίτη στό Πανεπιστήμιο τοῦ Τορόντο: «Ἄν γνώριζα ὅτι θά βρισκόμασταν σέ μία τόσο ταραχώδη περίοδο, προφανῶς δέν θά εἴχαμε θέσει ὑποψηφιότητα»

Πληθωρισμός καί ἀκρίβεια ἐξανεμίζουν τίς παροχές

Εφημερίς Εστία
Στό ναδίρ ἡ ἀγοραστική δύναμις τῶν νοικοκυριῶν Δραματική συρρίκνωσις ὄσων ἐξηγγέλθησαν στήν Θεσσαλονίκη

Γυμναστική στήν ματαιότητα ἀπό τούς «πλησιόσαυρους» τῆς ἐξουσίας

Εφημερίς Εστία
Ὁ κύριος Τσίπρας δέν ἐπισημοποίησε μόνο τό δικό του ἀδιέξοδο ὁρίζοντας ὡς ἀντίπαλό του τόν «κανένα», ἐπισημοποίησε καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ

Ἑστία, Σάββατον 24 Σεπτεμβρίου 1966*

Πρό 60 ἐτῶν
Πρό 60 ετων: «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΚΡΙΒΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ» - «ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ ΣΥΛΗΜΕΝΩΝ ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ»

Τό λεγόμενο «σπίτι» τοῦ Κεμάλ στήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
Θυμίζουμε ὅτι τό 2011 ὑπῆρξε ὁμόφωνη ἀπόφαση τοῦ Κεντρικοῦ Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ νά κηρυχθεῖ ὡς μνημεῖο