Στήν δημοσιογραφία κινούμεθα πολλά χρόνια, Τόσα, ὅσα μᾶς ἐπιτρέπουν νά ἔχουμε ἄποψη καί νά τήν ἐκφέρουμε ἐλευθέρως
Ἀντιλαμβανόμεθα πόσο δύσκολη εἶναι σήμερα ἡ ἐργασία ὁρισμένων δημοσιογράφων (κυρίως δημοσιολόγων), οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀρχίσει νά λειτουργοῦν καί πάλι ὅπως λειτουργοῦσε ὁ χῶρος κατά τήν περίοδο τοῦ 1980-2000, τότε πού εἰσῆλθαν στόν ἐκδοτικό χῶροι ἐπιχειρηματίες, οἱ ὁποῖοι διέφεραν τά μέγιστα ἀπό τούς παραδοσιακούς ἐκδότες.
Τότε πού ἐκτοξεύθηκαν οἱ μισθοί στά ὕψη, πού οἱ δημοσιογράφοι καί οἱ δημοσιολόγοι ἄλλαζαν τούς ἐργοδότες «σάν τά πουκάμισα». Τότε πού ἄλλαξε ριζικῶς ἡ ἑλληνική δημοσιογραφία καί πλέον γινήκαμε «ὑπηρέτες ὅλων τῶν ἀφεντάδων».
Ξαφνικά, ἄκουγες τόν «τάδε», πού εἶχε τήν «δεῖνα» ἄποψη, νά ἀλλάζει ἐργοδότη καί νά ὑποστηρίζει –μετά παρρησίας– ἀκριβῶς τά ἀντίθετα.
Ποιός δέν θυμᾶται, ἀλήθεια, τόν γνωστό «παρουσιαστή – ἐκδότη – ἐπιχειρηματία», πού ἄλλαξε ὅλα τά «ἀφεντικά», συντάχθηκε μέ ὅλα τά στρατόπεδα καί ἀπό θαυμαστής τοῦ Κων. Μητσοτάκη ἔγινε ὁ μεγαλύτερος πολέμιός του; Ποιός τόν ξεχνᾶ, τόν μαίτρ τοῦ ἐκβιασμοῦ, πού βρέθηκε μέ ἐφημερίδες, περιοδικά καί… ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια χωρίς νά γνωρίζει κανείς, ἀκόμη καί τώρα, τό «πῶς» καί τό «πόθεν»;
Δυστυχῶς, ἔφτιαξε «σχολή». Καί δέν ἀναφερόμεθα στά «ὀρφανά» τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ, πού μόλις ἔπεσε τό καθεστώς ἔσπευσαν νά προσεταιρισθοῦν τήν ἀστική δημοσιογραφία καί νά γίνουν «στελέχη» στόν «καπιταλιστικό Τύπο».
Ἀναφερόμεθα σέ ὅλους ἐκείνους πού –σέ μιά προσπάθεια νά αὐξήσουν τίς ἀπολαβές τους ἤ νά ἱκανοποιήσουν τήν ματαιοδοξία τους– μεταβάλλονται σέ ἄκρως ἐπιθετικά ἄτομα, χάνουν κάθε ἴχνος εὐγενείας πρός τόν συνομιλητή τους (ὁ ὁποῖος –ἄς μήν τό ξεχνᾶμε ποτέ– εἶναι προσκεκλημένος καί φιλοξενούμενος καί ἄρα ἀξίζει –καί πρέπει νά τοῦ ἀποδίδεται– τόν σεβασμό τοῦ οἰκοδεσπότου).
Δέν εἶναι «μαγκιά», ἀγαπητοί συνάδελφοι (καί κυρίες), τό νά τσακώνεσαι μέ τόν καλεσμένο, τό νά τόν προσβάλλεις καί νά τοῦ ἀπευθύνεσαι ἀπαξιωτικῶς. Ὁ δημοσιογράφος δέν πρέπει «νά ἔχει τήν μύγα» οὔτε «νά μυγιάζεται».
Πρέπει νά εἶναι προσηνής, σαφής, εὐγενής καί νά «σφάζει μέ τό γάντι». Τό νά «πλακωθεῖς» μέ τόν καλεσμένο σου γιά «νά κάνεις νούμερα», τελικῶς κάνει «νούμερο» ἐσένα καί ὄχι ἐκεῖνον πού προσπαθεῖς νά θίξεις.
Οἱ δικοί μας δάσκαλοι, ὁ Πασαλάρης, ὁ Βούλτεψης, ὁ Καψῆς, ὁ Βελαχουτάκος, ὁ Δέπος, ὁ Βασ. Βασ., ὁ Γιῶργος Ἀναστασόπουλος, ὁ Γιῶργος Δρόσος, ἡ Ἑλένη Βλάχου, ὁ Μίμης Παπαναγιώτου, ὁ Στάμος Ζούλας, ὁ Ἀλέκος Φιλιππόπουλος, ὁ Ἀνδρέας Μπόμης καί ἄλλοι τόσοι ἄξιοι διάκονοι τοῦ λειτουργήματος, μᾶς δίδασκαν, πρίν ἀπ’ ὅλα, τήν εὐγένεια καί τήν ἠρεμία.
Ἡ εὐγένεια καί ἡ ἠρεμία «παγώνει» ὅποιον καί ἄν ἔχεις ἀπέναντί σου. Κερδίζεις ἀμέσως τήν συμπάθεια τοῦ ἀκροατῆ ἤ τοῦ θεατῆ. Κανείς δέν ἔχασε ἀπό τήν εὐγένεια καί τό ἤπιο ὕφος. Αὐτοί οἱ «καυγᾶδες» καί οἱ ἀντιπαραθέσεις, ἐκτός τοῦ ὅτι δημιουργοῦν στόν παρατηρητή τήν ἄποψη ὅτι «τώρα μιλάει τό ἀφεντικό», ἀπωθοῦν καί προκαλοῦν τό ἄκρως ἀντίθετο ἀποτέλεσμα.
Καί μιά –ἐπιτρεπομένη, ἐλπίζω– συμβουλή πρός τούς ἐκφωνητές εἰδήσεων. «Μήδεια» δέν εἶναι ἡ καθεμιά πού ἀποκτείνει τά παιδιά της. Διαβάζετε τούς τραγικούς. Θά σᾶς διδάξουν πολλά…

