Ἀπό τήν ἐπέμβαση τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου κατά τῶν «Ὀρνίθων» τοῦ Κούν ἕως τίς συγχρόνους ἀποδοκιμασίες γιά ἄναμμα τσιγάρου, ἐμφάνιση ἀλόγου, ἐρωτικῆς ἀναπαραστάσεως, σφαγίων ἐπί σκηνῆς, τό Ἀρχαῖο Θέατρο τοῦ Πολυκλείτου ἔχει καταστεῖ συχνότατα χῶρος ἀποδοκιμασιῶν, προπηλακισμῶν καί ἐντόνων ἀντιπαραθέσεων
Στήν πολυετῆ ἱστορία τοῦ Φεστιβάλ, ἡ ὀρχήστρα τοῦ ἀργολικοῦ θεάτρου δέν ὑπῆρξε μόνον τόπος ἀποθεώσεως, ἀλλά καί πεδίο σφοδρῶν αἰσθητικῶν καί ἰδεολογικῶν συγκρούσεων, ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1950 ἕως καί τίς ἡμέρες μας, ὅταν ρηξικέλευθοι σκηνοθετικές προσεγγίσεις προεκάλεσαν τήν ὀργή τοῦ κοινοῦ, ὁδηγῶντας σέ ἠχηρές ἀποδοκιμασίες, πολιτικές παρεμβάσεις καί παρασκηνιακά δράματα, πού ἀπετύπωσαν τό ἑκάστοτε χάσμα ἀνάμεσα στήν παράδοση καί τόν ἐκσυγχρονισμό.
Ἡ βίβλος γενέσεως τῶν ἀντιδράσεων ἔγραψε τό πρῶτο της κεφάλαιο μέ τήν παρουσίαση τῶν «Ὀρνίθων» τοῦ Κούν, ἐν ἔτει 1959, ἀπό τό Θέατρο Τέχνης. Ἡ λαϊκή αἰσθητική τῶν κοστουμιῶν τοῦ Γιάννη Τσαρούχη καί ἡ πρωτοποριακή μουσική τοῦ Μάνου Χατζιδάκι προεκάλεσαν τό συντηρητικό κοινό τῆς ἐποχῆς. Ἡ παρουσίασις τῶν ἱερέων μέ τσαρούχια ἐξελήφθη ὡς ἱεροσυλία, προκαλοῦσα ἄγριες ἀποδοκιμασίες. Στά παρασκήνια, ὁ Τσαρούχης ἀνελύθη σέ δάκρυα. Ἡ ἀντίδρασις τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας ἦταν ἄμεσος, ἀφοῦ ὁ τότε ὑπουργός Προεδρίας, Κωνσταντῖνος Τσάτσος, ἐξέδωσε ἀνακοίνωση κάνοντας λόγο γιά «παραμόρφωση τοῦ κλασσικοῦ κειμένου» καί ἀπηγόρευσε τίς ἑπόμενες παραστάσεις. Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ἡ κρατική παρέμβασις ἐσφράγισε μιά καλλιτεχνική διαφωνία.
Ἠκολούθησε τό ἀποκληθέν Σκάνδαλο τοῦ 1984, μέ τήν «Ἄλκηστη» τοῦ Χουβαρδᾶ. Ὁ νεαρός τότε σκηνοθέτης ἐπαρουσίασε τήν τραγωδία τοῦ Εὐριπίδου μέ σύγχρονα κοστούμια καί μιά ἀποδομητική σκηνοθετική ὀπτική. Ἀπό τίς κερκίδες, ἡ κορυφαία τραγωδός καί τότε βουλευτής Ἄννα Συνοδινοῦ ἐφώναξε τό ἱστορικό «Αἶσχος, βέβηλοι!», ἐνῷ τήν ἑπομένη ἡμέρα ἐδημοσίευσε ἕνα γεμᾶτο ὀργή ἄρθρο στόν Τύπο, κατηγοροῦσα τόν σκηνοθέτη γιά «ἐκπόρνευση» τοῦ ἀρχαίου δράματος, μέ τήν παρουσίαση ἐρωτικῆς σκηνῆς.

Ἡ ἔντασις μετεφέρθη μάλιστα στά παρασκήνια, ὅπου ὁμάς συντηρητικῶν καλλιτεχνῶν ἐκινήθη ἀπειλητικῶς κατά τοῦ θιάσου καί ἀπετράπησαν δυσκόλως οἱ χειροδικίες. Τό ἴδιο ἔτος, ἡ παραγωγή τῆς «Ἀντιγόνης» ἀπό τό Ἐθνικό Θέατρο σέ σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου ἀπεδοκιμάσθη ἐπίσης ἐντόνως, λόγῳ τῆς ἐπιλογῆς νά ἐμφανισθεῖ ὁ Χορός δεμένος μέ βαρεῖες σιδηρές ἁλυσίδες, ὁ θόρυβος τῶν ὁποίων ὑπενόμευε τήν ἐξέλιξη τοῦ ἔργου. Μέ τήν ἔλευση τοῦ νέου αἰῶνος, ἡ Ἐπίδαυρος ἄνοιξε τίς θύρες της σέ διεθνεῖς δημιουργούς καί τό κοινό ἦλθε ἀντιμέτωπο μέ ἀκραῖες φορμαλιστικές δοκιμασίες.
Τό 2008, ἡ «Μήδεια» τοῦ Ρώσσου σκηνοθέτου Ἀνατόλι Βασίλιεφ ἐξόργισε τούς θεατές μέ τήν ἐξαντλητική διάρκεια τῶν 3,5 ὡρῶν καί τήν μονότονο, δίκην ψαλτῶν, ἀπαγγελία τῶν ἠθοποιῶν. Ἑκατοντάδες θεατές ἀπεχώρησαν κατά τήν διάρκεια τῆς παραστάσεως ἐν μέσῳ ἀποδοκιμασιῶν. Ἡ πρωταγωνίστρια Λυδία Κονιόρδου ἐξομολογήθη ἀργότερα πώς ἀντιμετώπισε τίς ἀντιδράσεις ὡς κυματοθραύστης, παραμένουσα πιστή στό ὅραμα τοῦ σκηνοθέτου.
Τό 2009, στούς «Πέρσες» τοῦ Ντίμιτερ Γκότσεφ, ἡ ἀντίδρασις ἐπυροδοτήθη ὅταν ὁ ἠθοποιός Νῖκος Καραθᾶνος ἐπάτησε ἐπιδεικτικῶς ἐπί τῆς θυμέλης, στό κέντρο τῆς ὀρχήστρας. Ἡ κίνησις ἐθεωρήθη ἀπό μερίδα τοῦ κοινοῦ ὡς ἀσέβεια πρός τήν ἱερότητα τοῦ μνημείου. Ὁ ἴδιος ὁ Καραθᾶνος ὑπερασπίσθη κατόπιν τήν ἐπιλογή του, τονίζων ὅτι ἡ Ἐπίδαυρος «εἶναι ζωντανός τόπος συνάντησης καί ὄχι νεκρό μουσεῖο». Ἡ σύγχρονος πολιτισμική πόλωσις ἐπῆλθε τό καλοκαίρι τοῦ 2023. Δύο συνεχόμενες παραγωγές εὑρέθησαν στό ἐπίκεντρο μιᾶς σφοδρῆς ἀντιπαραθέσεως, πού μετεφέρθη ἀπό τίς κερκίδες στά μέσα κοινωνικῆς δικτυώσεως.

Ἡ ἄναρχος διασκευή τῶν «Σφηκῶν» ἀπό τήν Λένα Κιτσοπούλου, μέ στοιχεῖα ἀτομικῆς διακωμωδήσεως καί ἐντόνου συγχρόνου σατίρας, προεκάλεσε μαζικές ἀποχωρήσεις καί παρατεταμένα γιουχαΐσματα στό φινάλε. Ἡ δημιουργός ἀπήντησε πώς ἡ ἀντίδρασις τοῦ κοινοῦ ἐπεβεβαίωσε τό ἴδιο τό ἔργο, μετατρέποντας τούς θεατές στούς «δικαστές» πού ἐσατίριζε ὁ Ἀριστοφάνης. Μόλις ἑπτά ἡμέρες μετά, ἡ «Μήδεια» τοῦ Γερμανοῦ Φράνκ Κάστορφ, μέ τήν χρήση βίντεο, συγχρόνων κοστουμιῶν καί ἐμβολίμων κειμένων, ἐδοκίμασε ἐκ νέου τίς ἀντοχές τῶν παραδοσιακῶν θεατῶν, προκαλοῦσα ἐπίσης ἐντόνους ἀποδοκιμασίες.
Ἐνδεικτική παράθεσις ἀποδοκιμασιῶν διά τοῦ Τύπου
► Γιά τούς «Ὄρνιθες» τοῦ Κ. Κούν (1959) – Ὁ ὑπουργός Προεδρίας, Κωνσταντῖνος Τσάτσος, θορυβηθείς ἀπό τίς ἀντιδράσεις ἀπηγόρευσε τίς ἑπόμενες παραστάσεις. Καί ἐξέδωσε ἀνακοίνωση στήν ὁποία ἀνέφερε: «Ἡ παράστασις τῶν ῾῾ Ὀρνίθων᾽᾽ τοῦ Ἀριστοφάνη, λόγῳ τῆς μορφῆς κάτω ἀπό τήν ὁποίαν παρουσιάσθη, ἀποτελεῖ παραμόρφωσιν τοῦ πνεύματος τοῦ κλασσικοῦ κειμένου…».
► Τό 1982, ὁ Ἀνδρέας Βουτσινᾶς ἐπαρουσίασε τό πρῶτο γυμνό στήν Ἐπίδαυρο στήν εὐριπίδεια «Ἑλένη» του. Ἐκεῖ ἡ Λυδία Φωτοπούλου, στόν ρόλο τῆς Θεονόης, ἐνεφανίσθη γυμνόστηθος στήν ὀρχήστρα κρατοῦσα μαστίγιο, συνοδευομένη ἀπό τίς γυναῖκες τῆς περιοχῆς, πού ἦταν γυμνόστηθοι κι αὐτές. Ὁ σκηνοθέτης ὑπεκλίθη στό κοινό, στό τέλος, ἐναγκαλιζόμενος τό πολυσυζητηθέν… σκυλάκι του!
► Μετά τήν παρουσίαση τῆς «Ἄλκηστης» τοῦ Γ. Χουβαρδᾶ (1984), ὑπῆρξε σφοδρή ἰδεολογική καί καλλιτεχνική ἐπίθεσις ἀπό τόν συντηρητικό Τύπο τῆς ἐποχῆς. Ἡ ἐφημερίς «Ἀκρόπολις» ἐδημοσίευσε ἕνα περίφημο, γεμᾶτο ὀργή ἄρθρο τῆς κορυφαίας ἠθοποιοῦ Ἄννας Συνοδινοῦ, ὅπως προανεφέρθη, ἡ ὁποία ἦτο καί βουλευτής, μέ τόν τίτλο «Αἶσχος, βέβηλοι!». Στό κείμενό της κατηγοροῦσε τόν Χουβαρδᾶ γιά «ἐκπόρνευση» τοῦ ἀρχαίου δράματος καί «βεβήλωση» τοῦ ἱεροῦ χώρου τῆς Ἐπιδαύρου. Οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκυκλοφόρησαν μέ τίτλους ὅπως… «Τσόντα στήν Ἐπίδαυρο. Οἱ μοντέρνοι πᾶνε νά ἀλλοιώσουν τόν πολιτισμό μας!».
► Ὅσον ἀφορᾶ στήν «Ἀντιγόνη» τοῦ Σοφοκλέους σέ σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου (1984), οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἔκαναν λόγο γιά μιά «ἀτυχῆ καί ἁπλοϊκή σκηνοθετική εὕρεση», ἡ ὁποία, ἀντί νά τονίσει τό μήνυμα τῆς τυραννίας, κατήντησε γραφική καί σαμποτάρισε τίς ἑρμηνεῖες τῶν ἠθοποιῶν, ὅπως τῆς Μαρίας Σκούντζου.
► Ἡ ἠθοποιός Ἄννα Μακράκη προεκάλεσε σάλο στήν Ἐπίδαυρο τό 1989, ὅταν ἄναψε τσιγάρο ἐπί σκηνῆς ἑρμηνεύοντας τόν Ἐξάγγελο στόν «Οἰδίποδα Τύραννο» σέ σκηνοθεσία τοῦ Ρόμπερτ Στούρουα, μέ τόν θίασο Τζένης Καρέζη καί Κώστα Καζάκου. Ἡ κίνησις αὐτή ἐδίχασε τό κοινό καί προεκάλεσε ἐντόνους ἀποδοκιμασίες. Ὅπως ἐγράφη, οἱ θεατές ἐφώναζαν «ντροπή» καί «σβῆσ’ το», μόλις ἄναψε τό τσιγάρο, θεωρῶντας τήν πράξη βεβήλωση γιά τό ἀρχαῖο θέατρο.
► «Προσβλητική γιά τόν χῶρο» εἶχε θεωρηθεῖ, τό 1997, ἡ παράστασις «Βάκχες» τοῦ Εὐριπίδου, πού ἐσκηνοθέτησε γιά τό Κρατικό Θέατρο Βορείου Ἑλλάδος ὁ Γερμανός Ματίας Λάνχοφ. Ὁ Μηνᾶς Χατζησάββας ὑπεδύθη τόν Διόνυσο. Ὅπως ἀνεφέρθη σέ δημοσιεύματα, σφάγια εἶχαν κρεμασθεῖ στήν ὀρχήστρα καί γυμνός ὁ πρωταγωνιστής ἐβάδιζε στά τέσσερα, σκηνές πού προεκάλεσαν τίς ἐντόνους ἀποδοκιμασίες τοῦ κοινοῦ, μέ τόν Γερμανό σκηνοθέτη νά κατηγορεῖται ὡς προκλητικός καί ἱερόσυλος. Ἕνα ἄλλο εὕρημα πού ἐπίσης κατεκρίθη ἦταν ἡ παρουσία ἑνός ἀλόγου στήν ὀρχήστρα, τό ὁποῖο μάλιστα, ὅπως ἐγράφη, ἀφόδευσε ἐπί σκηνῆς.
► Γιά τούς «Βατράχους» τοῦ Ἀριστοφάνους, σέ σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, τό 2008, μέ πρωταγωνιστή τόν Λάκη Λαζόπουλο στόν ρόλο τοῦ Διονύσου, πολλοί θεατρικοί κριτικοί κατηγόρησαν τήν παράσταση γιά «ἐκλαϊκισμό καί τηλεοπτική εὐκολία», πού ὑπεβάθμισε τό μέγεθος τοῦ τραγικοῦ.

► Γιά τούς «Πέρσες» τοῦ Ντ. Γκότσεφ (2009) πολλές ἐφημερίδες ἔγραψαν ὅτι ἡ κίνησις τοῦ ἠθοποιοῦ νά πατήσει ἐπιδεικτικῶς ἐπί τῆς θυμέλης ἦταν μιά «ἐξεζητημένη πρόκλησις» πού δέν ἐξυπηρέτει τό κείμενο, ἀλλά ἀπεσκόπει ἀποκλειστικῶς στό νά σοκάρει.
► Τόν Ἰούλιο τοῦ 2014, ὁ 26χρονος Δημήτρης Καραντζᾶς ἔγινε ὁ νεώτερος σκηνοθέτης πού ἐπαρουσίασε ποτέ παράσταση στό Ἀρχαῖο Θέατρο τῆς Ἐπιδαύρου, ἀνεβάζοντας τήν «Ἑλένη» τοῦ Εὐριπίδου στά «θυρανοίξια» τῶν Ἐπιδαυρείων. Ἡ παράστασις, πού ἐδίχασε τό κοινό καί τούς κριτικούς ἀνάμεσα στόν ἐνθουσιασμό γιά τήν ἀνανέωση καί στόν προβληματισμό γιά τίς ἀκραῖες πειραματικές φόρμες, ἀντιμετώπισε τήν εὐριπίδεια τραγικωμωδία μέ ἐλευθερία. Οἱ ἐπικριτές ἐχαρακτήρισαν τό ἐγχείρημα ὡς «ἀκραῖα πειραματικό» καί ἐνίοτε κουραστικό, ἀσκῶντας κριτική στήν διάσπαση τῶν χαρακτήρων καί στίς ταυτοχρόνους ἐκφορές λόγου πού ἐδυσκόλευαν τήν ἐπαφή μέ τόν ποιητικό λόγο τοῦ Εὐριπίδου.
► Οἱ «Σφῆκες» τῆς Λ. Κιτσοπούλου (2023) – Τό χάσμα στό διαδίκτυο καί τόν Τύπο ἦταν ἐμφανές, μέ τήν πλειονότητα τῶν παραδοσιακῶν κριτικῶν νά εἶναι ἰσοπεδωτική. Μάλιστα, ἡ κ. Ματίνα Καλτάκη (iefimerida.gr) μέ μιά ἰδιαιτέρως σκληρή κριτική μέ τίτλο «Ὄχι ἄλλο κάρβουνο!» ἀπεκάλεσε τήν παράσταση μιά «ναρκισσιστική περφόρμανς» ἄνευ θεατρικῆς δομῆς, πού ἀνακυκλώνει τά ἴδια κλισέ τῆς σκηνοθέτιδος καί προσβάλλει τήν αἰσθητική τοῦ κοινοῦ.
► Γιά τήν «Μήδεια» τοῦ Κάστορφ, τό 2023, οἱ περισσότεροι κριτικοί ἔγραψαν ὅτι ἡ παράστασις «κατεπόνησε» τό κοινό μέ ἕναν χαοτικό ἐλιτισμό, ξένο πρός τό πνεῦμα τῆς Ἐπιδαύρου.
Ο πολιτισμός Ηρθε… Ανωθεν, κάτωθεν, κάπου παραπέρα;
Ἔγραψε ὁ κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, καθηγητής Συγχρόνου Πολιτικῆς Ἱστορίας, πρόεδρος τοῦ Παρατηρητηρίου Διδασκαλίας τῆς Ἱστορίας, στό Συμβούλιο τῆς Εὐρώπης, γιά τήν «Ὀδύσσεια» τοῦ κατ’ ἔθος καί ἱκανότητα ἐπικοῦ Νόλαν: «Ἡ ταινία ἔχει προκαλέσει τέτοιο ἀριθμό σχολίων καί ἄρθρων παγκοσμίως πού δύσκολα θά βροῦμε προηγούμενο.
Οἱ ἐπικριτές της τήν κατηγοροῦν γιά ἀβαθεῖς ἥρωες καί κουτσουρεμένο μῦθο.
Κλασσικοί φιλόλογοι ἤ μεταφραστές τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν συμπεριφέρονται ὡσάν νά τούς ἀνήκει ἡ “Ὀδύσσεια” καί νά μήν ἔχει ὁ Νόλαν δικαίωμα νά αὐθαιρετήσει καλλιτεχνικά γυρίζοντας τήν δική του ἐκδοχή τῆς “Ὀδύσσειας”». Ἴσως νά μήν ἐχάθη, σκέπτεται ὁ καλόπιστος ἀναγνώστης τῶν προαναφερομένων, ἡ παράδοσις τῶν φιλολογικῶν διαμαχῶν.
Οἱ καλλιτεχνικές διαμάχες ἦταν πάντα κάτι γόνιμο. Ἁπλῶς, ἀκόμη, μεσουρανεῖ ὁ ἀστήρ τοῦ κινηματογράφου. Ἀπό τό νά διαβάζουμε ἐπιφυλλίδες γιά τό ἄν οἱ ἀρχαῖοι ἦταν ἔγχρωμοι ἤ κατάξανθοι, ὁ πολιτισμός παραδουνάβιος ἤ μεσανατολικός, γερμανικός ἤ φοινικικός, πάντως ὄχι ἐκ τοῦ… ἐπαράτου εὐκράτου κλίματος, προτιμωτέρα ἡ ἐνασχόλησις μέ τόν Νόλαν!



