Στή σημερινή Ἑλλάδα, ὁ ὅρος «πολιτικό Κέντρο» χρησιμοποιεῖται τόσο συχνά καί μέ τόσο διαφορετικές σημασίες, ὥστε ἔχει σχεδόν πάψει νά ἀποτελεῖ σαφῆ ἰδεολογικό προσδιορισμό.
Δέν περιγράφει πλέον κατ’ ἀνάγκην μιά συγκροτημένη σύνθεση φιλελεύθερων, κοινωνικῶν καί θεσμικῶν ἀντιλήψεων.
Συχνότερα λειτουργεῖ ὡς βολική πολιτική ταμπέλα: ἀρκετά οὐδέτερη ὥστε νά μή δεσμεύει, ἀρκετά εὐπρεπής ὥστε νά μήν προκαλεῖ καί ἀρκετά ἀσαφής ὥστε νά χωράει τούς πάντες. Στήν Ἑλλάδα τῆς Μεταπολίτευσης, τό «Κέντρο» παρουσιάστηκε κατά καιρούς ὡς χῶρος μετριοπάθειας, λογικῆς καί πολιτικῆς ἰσορροπίας.
- Tοῦ Θανάση Κοσμόπουλου*
Ὡς μιά δῆθεν ὥριμη θέση ἀνάμεσα στίς ὑπερβολές τῆς Ἀριστερᾶς καί τῆς Δεξιᾶς. Σήμερα, ὅμως, ὁ ὅρος ἔχει χάσει σχεδόν κάθε οὐσιαστικό ἰδεολογικό περιεχόμενο. Δέν περιγράφει ἕνα συνεκτικό σύστημα ἀρχῶν, ἀλλά λειτουργεῖ ὡς βολική ἐτικέτα γιά ὅσους ἀποφεύγουν νά δηλώσουν τί πραγματικά πιστεύουν, τί ὑπερασπίζονται καί μέ ποιά πλευρά τῆς ἱστορικῆς καί πολιτικῆς ἀντιπαράθεσης συντάσσονται.
Τό σημερινό «Κέντρο» δέν ἀποτελεῖ ἑνιαῖο πολιτικό ρεῦμα. Εἶναι περισσότερο ἕνας χῶρος ὑποδοχῆς διαφορετικῶν κατηγοριῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι συναντῶνται σέ ἕνα κοινό σημεῖο: στήν ἄρνηση τῆς καθαρῆς πολιτικῆς ταυτότητας.
Ἡ πρώτη κατηγορία εἶναι οἱ ἀπολιτίκ ἰδιοτελεῖς, ἐκεῖνοι πού ἀντιμετωπίζουν τήν πολιτική ἀποκλειστικά ὡς προσωπική συναλλαγή. Δέν ἐνδιαφέρονται γιά ἰδέες, θεσμούς, ἔθνος, κοινωνική δικαιοσύνη, ἐλευθερία ἤ ἱστορική συνέχεια καί συνέπεια. Τό μοναδικό τους κριτήριο εἶναι ἡ τσέπη τους, ἡ προσωπική τους ἐξυπηρέτηση, ἡ ἐπαγγελματική τους διευκόλυνση ἤ ἡ διατήρηση μιᾶς μικρῆς ἤ μεγαλύτερης προνομιακῆς σχέσης μέ τήν ἐξουσία. Τή μία ἐκλογική ἀναμέτρηση μποροῦν νά ψηφίσουν ἕνα δεξιό κόμμα καί τήν ἑπόμενη ἕνα κόμμα τῆς ριζοσπαστικῆς Ἀριστερᾶς, χωρίς νά αἰσθανθοῦν τήν παραμικρή ἀντίφαση. Δέν ἔχουν ἀλλάξει ἰδεολογία, ἐπειδή ἁπλούστατα δέν εἶχαν ποτέ.
Ἀλλάζουν πολιτική στέγη ὅπως ἀλλάζει κανείς πάροχο ἠλεκτρικοῦ ρεύματος: ἀνάλογα μέ τήν προσφορά. Ὅταν τούς ζητεῖται νά αὐτοπροσδιοριστοῦν, δηλώνουν «κεντρῶοι», ἐπειδή ἡ λέξη ἀκούγεται ἀξιοπρεπέστερη ἀπό τό εἰλικρινέστερο «ψηφίζω ὅποιον μέ συμφέρει».
Ἡ δεύτερη κατηγορία ἀποτελεῖται ἀπό τούς ἐνοχικούς δεξιούς. Πρόκειται γιά ἀνθρώπους πού στήν πραγματικότητα συμμερίζονται βασικές θέσεις τῆς Δεξιᾶς: τήν πίστη στήν πατρίδα, στήν ἐθνική συνέχεια, στήν ἀσφάλεια, στήν τάξη, στήν οἰκογένεια, στήν ἰδιωτική πρωτοβουλία, στήν ἀξιοκρατία καί στήν εὐθύνη τοῦ ἀτόμου. Ὡστόσο, λόγῳ τῆς μακρόχρονης ἰδεολογικῆς ἡγεμονίας τῆς Ἀριστερᾶς, ἔχουν ἐκπαιδευτεῖ νά θεωροῦν τή λέξη «δεξιός» περίπου ὡς κατηγορία.
Ἔτσι, ἐνῷ σκέφτονται δεξιά, ψηφίζουν συνήθως δεξιά καί ἀντιδροῦν πολιτικά ὡς δεξιοί, ἀρνοῦνται νά τό ὁμολογήσουν. Δηλώνουν «κεντροδεξιοί», «φιλελεύθεροι», «μετριοπαθεῖς» ἤ ἁπλῶς «κεντρῶοι». Δέν πρόκειται γιά ἰδεολογική σύνθεση, ἀλλά γιά μηχανισμό αὐτοπροστασίας. Τό Κέντρο λειτουργεῖ ὡς καθαρτήριο ἐνοχῶν: ἐπιτρέπει σέ κάποιον νά διατηρεῖ τίς δεξιές του ἀντιλήψεις, ἀποφεύγοντας ὅμως τό κοινωνικό καί πολιτισμικό στίγμα τῆς δημόσιας παραδοχῆς τους.
Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι οἱ πρώην ψηφοφόροι μέρους τοῦ ΠΑΣΟΚ καί τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, οἱ ὁποῖοι, μετά τή διάψευση τῶν προσδοκιῶν, τίς κυβερνητικές ἀντιφάσεις καί τήν ἐκλογική ἀποσύνθεση τῶν κομμάτων τους, δυσκολεύονται νά ἀναλάβουν τήν πολιτική εὐθύνη τῶν ἐπιλογῶν τους. Πολλοί ἀπό αὐτούς δέν θέλουν πλέον νά δηλώνουν ἀριστεροί ἤ συριζαῖοι, ἐπειδή ἡ σχετική ταυτότητα ἔχασε τήν κοινωνική γοητεία πού διέθετε τήν περίοδο τῆς ἀνόδου μεταπολιτευτικά.
Ἀντί, ὅμως, νά παραδεχθοῦν ὅτι παρασύρθηκαν ἀπό τόν λαϊκισμό, ὅτι ἐπένδυσαν σέ ἀνεφάρμοστες ὑποσχέσεις ἤ ὅτι ἄλλαξαν οὐσιαστικά ἀπόψεις, ἀνακαλύπτουν ἀναδρομικά ὅτι ἦταν πάντοτε «κεντρῶοι». Ἡ μετατόπιση αὐτή δέν συνοδεύεται ἀναγκαστικά ἀπό αὐτοκριτική ἤ νέα ἰδεολογική συγκρότηση. Εἶναι συχνά μιά ἁπλή ἀλλαγή πολιτικῆς ταμπέλας, ὥστε νά ἀποσυνδεθεῖ τό πρόσωπο ἀπό μιά ἀποτυχημένη ἐπιλογή χωρίς νά χρειαστεῖ νά ἐξηγήσει γιατί τήν ἔκανε.
Ἡ τέταρτη κατηγορία εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ «ὅπου φυσάει ὁ ἄνεμος». Δέν ἔχουν σταθερές ἰδεολογικές ἀποσκευές, ἱστορική συνείδηση ἤ πολιτικό στίγμα. Παρακολουθοῦν τίς δημοσκοπήσεις, τίς τάσεις τῶν κοινωνικῶν δικτύων καί τίς τηλεοπτικές ἐντυπώσεις. Υἱοθετοῦν κάθε φορά τήν ἄποψη πού φαίνεται περισσότερο δημοφιλής, λιγώτερο ἐπικίνδυνη ἤ κοινωνικά ἀποδεκτή.
Κατά κανόνα ἀπέχουν ἀπό τίς ἐκλογές, θεωρῶντας τήν ἀποχή ἔνδειξη ἀνωτερότητας. Δηλώνουν ὅτι «ὅλοι ἴδιοι εἶναι», ὥστε νά μήν ὑποχρεωθοῦν νά ἀξιολογήσουν, νά ἐπιλέξουν καί νά ἀναλάβουν τό βάρος μιᾶς πολιτικῆς ἀπόφασης. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅταν ἐρωτῶνται, αὐτοχαρακτηρίζονται «κεντρῶοι». Στήν περίπτωσή τους, τό Κέντρο δέν εἶναι θέση ἀνάμεσα σέ δύο ἄκρα. Εἶναι ἡ ἀπουσία θέσης. Εἶναι ἡ πολιτική ἀκινησία πού μεταμφιέζεται σέ μετριοπάθεια καί ἡ ἀδιαφορία πού παρουσιάζεται ὡς νηφαλιότητα.
Ὅμως ἡ ἀποχή δέν εἶναι ἰδεολογία καί ἡ ἀσάφεια δέν εἶναι μετριοπάθεια. Σέ κρίσιμα ζητήματα δέν ὑπάρχει πάντοτε ἕνα ἀσφαλές μέσο σημεῖο. Ἤ θεωρεῖ κανείς ὅτι τό κράτος πρέπει νά διευρύνεται ἤ ὅτι πρέπει νά περιορίζεται. Ἤ δίνει προτεραιότητα στήν ἀτομική αὐτονομία ἤ στήν κοινωνική συνοχή. Ἤ ἀντιλαμβάνεται τό ἔθνος ὡς ζωντανή πολιτική κοινότητα ἤ ὡς ξεπερασμένη κατασκευή. Οἱ ἀπαντήσεις μπορεῖ νά εἶναι σύνθετες, ἀλλά δέν μποροῦν νά εἶναι μονίμως οὐδέτερα ἄχρωμες.
Ἡ πολιτική, ἀπό τήν ἄλλη, δέν εἶναι μόνο διαχείριση καί ἐπικοινωνία. Εἶναι πρωτίστως σύγκρουση ἰδεῶν, ἀξιῶν, προτεραιοτήτων καί ἀντιλήψεων γιά τόν ἄνθρωπο, τήν κοινωνία καί τό κράτος. Ἡ Ἀριστερά, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἐσωτερικές της διαφοροποιήσεις καί τήν ἰδεολογική της πτώχευση, διαθέτει ἱστορική καταγωγή καί ἀναγνωρίσιμες ἀρχές. Τό ἴδιο διαθέτει καί ἡ Δεξιά. Μπορεῖ κανείς νά συμφωνεῖ ἤ νά διαφωνεῖ μαζί τους, ἀλλά γνωρίζει περίπου τί ἐκπροσωποῦν.
Ἀντιθέτως, τό σημερινό ἑλληνικό «Κέντρο» λειτουργεῖ συχνά ὡς πολιτική ὑπεκφυγή. Δέν ἑνώνει δημιουργικά τήν Ἀριστερά μέ τή Δεξιά, ἀλλά ἀποφεύγει νά ἀπαντήσει στά ἐρωτήματα πού τίς διαχωρίζουν. Δέν εἶναι ἀναγκαστικά σύνθεση· εἶναι συχνά ἀσάφεια. Δέν εἶναι πάντοτε μετριοπάθεια· εἶναι συχνά φόβος, ἰδιοτέλεια, ἀμηχανία ἤ καιροσκοπισμός.
Σέ μιά ἐποχή κρίσεων, γεωπολιτικῶν ἀπειλῶν καί κοινωνικῶν μεταβολῶν, ἡ δημοκρατία δέν χρειάζεται πολῖτες χωρίς γωνίες καί χωρίς ταυτότητα. Χρειάζεται ἀνθρώπους πού γνωρίζουν τί πιστεύουν καί ἔχουν τό θάρρος νά τό ὑπερασπιστοῦν. Εἶναι προτιμότερος ἕνας ἔντιμος ἀριστερός (ἔστω ρομαντικά προσκολλημένος σέ ἕνα στεῖρο παρελθόν καί ἕνα ἄνυδρο μέλλον) ἤ ἕνας συνειδητός δεξιός ἀπό ἕναν αὐτάρεσκο «κεντρῶο» πού μετακινεῖται ἀνάλογα μέ τό προσωπικό του συμφέρον, τή μόδα ἤ τόν ἐκλογικό ἄνεμο.
Ὅποιος περπατάει στόν δρόμο πάνω στήν διπλή λευκή διαχωριστική γραμμή κινδυνεύει νά τόν πατήσουν ὀχήματα καί ἀπό τήν μία καί ἀπό τήν ἄλλη, τήν ἀντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Πρέπει νά ἐπιλέξει ἤ τήν ἀριστερή ἤ τήν δεξιά γιά νά βαδίζει μέ ἀσφάλεια.
Ἡ δημοκρατία χρειάζεται συμβιβασμούς, ὄχι ὅμως πολῖτες χωρίς ταυτότητα. Χρειάζεται συνθέσεις, ἀλλά μιά πραγματική σύνθεση προϋποθέτει διαφορετικές, καθαρά διατυπωμένες θέσεις. Ὅταν ὅλοι αὐτοχαρακτηρίζονται «Κέντρο», ἡ πολιτική παύει νά εἶναι ἀντιπαράθεση ἰδεῶν καί γίνεται διαχείριση ἐπικοινωνιακῶν ἐντυπώσεων.
Ἀριστερά καί Δεξιά ἐξακολουθοῦν νά ἀποτελοῦν τούς χρήσιμους πολιτικούς προσδιορισμούς, ἐπειδή παραπέμπουν σέ ἱστορία, ἀξίες, κοινωνικές προτεραιότητες καί διαφορετικές ἀντιλήψεις γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν πολιτεία. Αὐτό συμβαίνει σέ ὅλη τήν Εὐρώπη τώρα. Τό σημερινό, ἀπροσδιόριστο «Κέντρο», ἀντιθέτως, συχνά δέν δηλώνει ποῦ στέκεται κάποιος, ἀλλά τί φοβᾶται νά παραδεχθεῖ. Δέν εἶναι πάντοτε σημεῖο ἰσορροπίας. Ἐνίοτε εἶναι ἁπλῶς τό καταφύγιο ἐκείνων πού θέλουν νά βρίσκονται παντοῦ, χωρίς νά λογοδοτοῦν γιά τίποτε.
Ἡ σαφής πολιτική ὁριοθέτηση δέν εἶναι φανατισμός. Εἶναι εἰλικρίνεια. Καί ἡ εἰλικρίνεια ἀποτελεῖ πολύ πιό στέρεη βάση γιά τή δημοκρατία ἀπό ἕνα Κέντρο πού ἔχει καταλήξει νά σημαίνει τά πάντα καί, τελικά, τίποτε.
*Νομικός



