Περνοῦσα χθές, νωρίς τό πρωί, ἀπό τό τεράστιο ὄρυγμα πού ἔχει ἀντικαταστήσει τόν λοφίσκο, ἐπί τοῦ ὁποίου ἦταν ἁπλωμένο τό θερινό σινεμά «Ἄνεσις», στόν Πειραιᾶ, ἐπί τῆς ὁδοῦ (τότε) Βασιλίσσης Σοφίας, νῦν Γρηγορίου Λαμπράκη…
Ἐκεῖ, θά ἀνεγερθεῖ ἄλλο ἕνα κτηριακό συγκρότημα, πού θά προστεθεῖ σέ κάποια ἄλλα (ἀνήκουν ὅλα σέ ἀλλοδαπούς ἰδιοκτῆτες), στό πλαίσιο τῆς «Πύλης τοῦ Πειραιῶς» (Piraeus Gate), καθώς ἡ πόλη του Ἱπποδάμου ἀκολουθεῖ τήν τύχη καί ἄλλων πόλεων, οἱ ὁποῖες δέν μερίμνησαν ἐνωρίς γιά τήν ταυτότητά τους καί μεταβάλλονται σέ «πρόσθετα» τοῦ λιμανιοῦ τους. Γίνονται, δηλαδή, «λιμάνι μέ πόλη» καί παύουν νά εἶναι «πόλη μέ λιμάνι»…
Στάθηκα, λοιπόν, ἀπέναντι στό ὄρυγμα καί θυμόμουν ὅτι στόν Πειραιᾶ εἴχαμε ἕνα σωρό θερινά σινεμά, ὅπως εἴχαμε καί στήν Κοκκινιά, στό Κερατσίνι, ἀλλά καί στήν Ἀθήνα καί τά περίχωρα…
Κι ὕστερα, γύρισα σπίτι καί κάθισα στό πιάνο, παίζοντας τά «Θερινά σινεμά» τοῦ Λουκιανοῦ, τό κομμάτι «πού τά λέει ὅλα» μέσα σέ δυό στίχους…
«Φεύγουν τά καλύτερά μας χρόνια, κάποιος μᾶς τά κλέβει μυστικά».
Βεβαίως, ὄχι τόσο μυστικά, πλέον. Τώρα, ἡ «κλοπή» εἶναι ὁλοφάνερη καί ἁπλώνεται ἀπό τόν Πειραιᾶ ὥς τήν «Ἀθηναϊκή Ριβιέρα», καθώς, ἐκτός ἀπό τά χρόνια μας, ἔχει «κλαπεῖ» καί ἡ –ὅποια– «ἀνθρωπιά» τοῦ τοπίου, πού ἀφήνεται ἀπροστάτευτο στήν ἀχαλίνωτη ὄρεξη γιά δῆθεν «ἐπενδύσεις», πού δέν εἶναι ἄλλο παρά «λεφτά»! C’ est la vie, πού λένε καί οἱ Γάλλοι…
«Δηλαδή τί περισσότερο ἔκανε ἡ γενιά τοῦ ’60 – ’70 πού παρέδωσε τήν Ἀθήνα καί τά γύρω στόν ἐγκέλαδο τῆς ἀντιπαροχῆς;» σκέφτηκα καί ἀφέθηκα, παίζοντας τήν μελωδία τοῦ ἀλησμόνητου φίλου, νά γυρίσω πίσω σέ ἐκεῖνα τά πανέμορφα καλοκαιρινά βράδυα «μ’ ἁγιόκλημα καί γιασεμιά»…
Καί σταμάτησα σέ ἕνα αὐγουστιάτικο βράδυ, πού μέ τήν φίλη μου Λίνα, ἡ ὁποία ἀπό τότε εἶχε ἀρχίσει νά γράφει ὑπέροχες ἱστορίες πού γινῆκαν μεγάλα τραγούδια, στά πολύ νιᾶτα μας (ἐγώ ἤμουν κάποια χρόνια μεγαλύτερος), εἴχαμε καθίσει στίς πολυθρόνες τοῦ «Ἐκράν», μέ τήν μπιρίτσα στό χέρι, νά ἀπολαύσουμε τήν «Μάμα Ρόμα», στό ἀσπρόμαυρο φόντο, μέ τό σινεμά κατάμεστο, καθημερινή. Ποιός μποροῦσε νά φανταστεῖ ὅτι, κατακαλόκαιρο, ὁ Παζολίνι θά σκηνοθετοῦσε μιά «ταινία μέσα στήν ταινία»! Ἀμίλητοι, λοιπόν, παρακολουθούσαμε τήν συγκλονιστική Ἄννα Μανιάνι νά ξετυλίγει τόν ρόλο τῆς γυναίκας τοῦ περιθωρίου, πού προδίδεται ἀπό τόν «προστάτη της» καί ἀποφασίζει νά ἐγκαταλείψει τό ἐπάγγελμα τῆς «ἱέρειας τοῦ ἔρωτα» ὅταν ἐκεῖνος παντρεύεται!
«Ἄν διάλεξα νά εἶμαι κινηματογραφιστής καί ὄχι μόνο συγγραφέας, εἶναι ἐπειδή προτίμησα, ἀντί νά ἐκφράζω τήν πραγματικότητα μέ σύμβολα, ὅπως εἶναι οἱ λέξεις, νά ἐκφράζω μέσῳ τοῦ κινηματογράφου τήν πραγματικότητα μέ τήν πραγματικότητα» εἶχε πεῖ ὁ σπουδαῖος –καί τόσο ἄτυχος– δημιουργός.
Κι ὅσο τό δρᾶμα κορυφωνόταν, τόσο τά βλέμματά μας προσηλώνονταν περισσότερο στό πανί. Καί, στό ζενίθ τῆς συγκίνησης, ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί! Καί κανείς δέν ἔχει ὀμπρέλα! Ποιός νά περίμενε ὅτι, αὐγουστιάτικα, θά γύριζε τόσο ἀπότομα ὁ καιρός!
Γιά δέκα λεπτά, ὅσο κράτησε ἡ ξαφνική νεροποντή, ἕνα περαστικό, ἀλλά «γεμᾶτο» σύννεφο, κανείς δέν σηκώθηκε ἀπό τήν θέση του καί ὁ μηχανικός δέν διέκοψε τήν προβολή!
«Πόσες φορές θά τό παίξεις ἀκόμα;» φώναξε ἡ ἐγγονή μου, πού κατέβηκε γιά τήν «καλημέρα».
«Μέχρι νά θυμηθῶ πόσο ὄμορφα ἦταν ἐκεῖνα τά χρόνια» τῆς εἶπα καί τήν πῆρα στήν ἀγκαλιά μου…

