Τί θά γίνει, ἀλήθεια, μέ τήν μάστιγα τῶν «πατινιῶν»;
Προχθές, περπατοῦσα στήν πλατεῖα Κοραῆ στόν Πειραιᾶ καί πέρασε «ξυστά» δίπλα μου ἕνας «πατινιέρης», μέ μεγάλη ταχύτητα, ἀφοῦ παρέκαμψε ἕναν πλανόδιο μουσικό, καί παρά λίγο νά μέ «κλαδέψει».
Πέταξα αὐθορμήτως ἕνα «γαλλικό» καί εἰσέπραξα τίς… ἐπευφημίες τοῦ κοινοῦ! «Πές τα μου νά μή σ’ τά πῶ» μοῦ λέει ὁ ἕνας, «Γράψτε τα, γιατί μόνο τά λέτε» μοῦ εἶπε ὁ ἄλλος (ὀλίγον γνωστός), «τί τά θέλετε, κύριε; ἀλητεῖες…» μοῦ εἶπε μιά κυρία. «Ἀπό θαῦμα τήν γλύτωσα» μοῦ εἶπε ὁ νεαρός, πού μάζεψε τήν κιθάρα καί τόν ἐνισχυτή του καί ἔσπευσε νά ὀχυρωθεῖ πίσω ἀπό ἕνα περίπτερο.
Βεβαίως, οὐδόλως μέ ἐξέπληξε τό νέο δυστύχημα, μέ θῦμα δωδεκαετῆ (!) μαθητή ὁ ὁποῖος ὁδηγοῦσε πατίνι στόν Ἀσπρόπυργο καί τώρα νοσηλεύεται σοβαρά τραυματισμένος στό κρανίο.
Κι ἐμεῖς εἴχαμε πατίνια, ἀλλά ξύλινα, πού τά φτιάχναμε μόνοι μας. Στήναμε καρτέρι ἔξω ἀπό τά μηχανουργεῖα στήν ὁδό Ρετσίνα, μαζεύαμε τά ἄχρηστα –γιά ἐκείνους– ρουλεμάν, κόβαμε τά ξύλα, τά τρίβαμε μέ γυαλόχαρτο, κάναμε ὁλόκληρη ἐργασία ξυλοκοπτικῆς, μοντάραμε τά ρουλεμάν, φτιάχναμε καί τό «τιμόνι», κοτσάραμε καί τό σῆμα τῆς ὁμάδας μας στό «παρ-μπρίζ (πού λέει ὁ λόγος) καί… ψάχναμε κατηφόρα γιά νά «πατινάρουμε».
Οὔτε πού διανοηθήκαμε νά βγοῦμε στόν δρόμο, παρά τό ὅτι κυκλοφοροῦσαν ἐλάχιστα αὐτοκίνητα. Ὑπῆρχε μέτρο, σέ ὅλα. Γνωρίζαμε τί ἐπιτρέπεται καί τί εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἀφῆστε πού οἱ γονεῖς μας ἦταν ἕτοιμοι νά μᾶς ξυλοφορτώσουν ἔτσι καί μάθαιναν ὅτι κινδυνεύσαμε μέ τό αὐτοσχέδιο ὄχημά μας.
Ἀλλά αὐτό τό κακό μέ τά πατίνια, πού ἔχουν γεμίσει τούς δρόμους, πού κείτονται ξαπλωμένα στά πεζοδρόμια (ἔχω βρεῖ μέχρι τώρα καμμιά δεκαριά ἔξω ἀπ’ τήν πόρτα μας, ἀναιδέστατα καί βαρειά), δέν πάει ἄλλο!
Πῶς ὁδηγεῖς, κύριε, στούς δρόμους χωρίς νά ἔχεις πινακίδες, χωρίς νά ἔχεις ἀσφάλεια, χωρίς νά ἔχεις δίπλωμα, ὅπερ σημαίνει ὅτι γνωρίζεις τόν ΚΟΚ ἀφοῦ ἔχεις περάσει ἀπό ἐξετάσεις; Μπορῶ ἐγώ (ἄν δέν εἶμαι «Ρομά») νά βγῶ στόν δρόμο μέ τό αὐτοκίνητό μου χωρίς πινακίδες, χωρίς νά ἔχω δίπλωμα καί ἄδεια κυκλοφορίας, χωρίς νά ἔχω πληρωμένα τά τέλη καί τό ἀσφαλιστικό μου συμβόλαιο; Ἕνα λαμπάκι νά μήν ἀνάβει καί μοῦ παίρνουν τό δίπλωμα! Πῶς ἀφήνεις, κύριε, αὐτούς τούς «καμικάζι» νά θέτουν ἀνά πᾶσα στιγμή σέ κίνδυνο τήν δική μου ἀσφάλεια; Τί θά κάνω ἄν ξαφνικά ὁ πατινιέρης χάσει τήν ἰσορροπία του καί πέσει φαρδυς-πλατύς μπροστά μου;
Προχθές, πρωί-πρωί, στήν πλατεῖα Κανάρη, στήν Ζέα, μιά νεαρή γυναῖκα ὁδηγοῦσε πατίνι καί εἶχε μπροστά τό μικρό της παιδί, πού, προφανῶς, τό πήγαινε στόν παιδικό σταθμό! Ναί, σέ κεντρικό σημεῖο (κατέβηκε στόν δρόμο) δυό ἄτομα στό πατίνι, ἐκ τῶν ὁποίων τό ἕνα ἦταν νήπιο! Τί θά γίνει, κύριε Χρυσοχοΐδη; Γιατί δέν ἀπαγορεύετε αὐτό τό ἐπικίνδυνο καί παράνομο μέσο; Πῶς ἐπιτρέπεται σέ ἑταιρεῖες νά κερδίζουν χρήματα παραβιάζοντας ἀπροκάλυπτα κάθε ἔννοια ὁδικῆς ἀσφαλείας; Τί «δόντι» ἔχουν οἱ ἑταιρεῖες αὐτές καί δέν τίς ἀγγίζει κανείς; Πόσος εἶναι, τέλος πάντων, ὁ «τζίρος τους» πού δέν τολμᾶ νά τίς ἐπακουμβήσει ὁ νόμος καί ἡ λογική;

