Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 22 Μαρτίου 1926
Ὁ Ἔδισων, εἰς τήν συμβουλήν πού ἔδωκε πρός τόν υἱόν τοῦ φίλου του, ἔκαμε τήν ἀποκάλυψιν ἑνός μεγάλου τυράννου τῆς ἀνθρωπότητος.
-Ἡ μόνη συμβουλή, ποῦ ἔχω νά σοῦ δώσω, παιδί μου, εἶνε νά μήν κυττάζῃς ποτέ σου τό ὡρολόγι σου.
Ὁ ἴδιος εἶχες ἀπαλλαγή, πρό πολλοῦ, ἀπό τήν τυραννίαν αὐτήν. Καί ἴσως, μετά τήν μεγαλοφυΐαν του, ἕνα μέγα μέρος τῶν θριάμβων του τό ὀφείλει εἰς τήν ἀπολύτρωσίν του αὐτήν. Ὑπάρχει κανείς, ποῦ ν’ ἀμφιβάλλῃ;
Ἀλλά, σέ κάθε μας βῆμα, τούς βλέπομεν, τούς δυστυχισμένους αὐτούς σκλάβους τῆς ἐλεεινῆς μηχανῆς, ποῦ ἀνεκαλύφθη διά τήν δυστυχίαν τῆς ἀνθρωπότητος.
-Καλέ τί ὥρα νά εἶνε;
Ἔξω τό ὡρολόγι ἀμέσως.
-Πωπώ! Δώδεκα περασμένες, κύριοι. Χαίρετε, κύριοι!
Ὁ ἄνθρωπος, ποῦ ἐπληροφορήθη ὅτι εἶνε «δώδεκα περασμένες», μέ τόν ἴδιον τρόπον ποῦ δέχεται κανείς ἕνα κεραυνόν ἐπί τῆς κεφαλῆς του, τινάζεται ἀπό τό κάθισμά του, ἁρπάζει τό καπέλλο του, χαιρετᾶ βιαστικά, σκοντάφτει ἀπάνω στά ἔπιπλα καί ὅπου φύγῃ-φύγῃ. Γιατί παρακαλῶ; Διότι εἶνε «δώδεκα περασμένες». Καί μέ τοῦτο τί; Οὔτε τό στομάχι του τοῦ ὑπέβαλε καμμιάν σχετικήν παράκλησιν, οὔτε ἡ παρουσία του εἶνε ἀπαραίτητος πουθενά, οὔτε πρόκειται νά χαλάσῃ ὁπωσδήποτε ὁ κόσμος, ἐάν δέν μετακινηθῇ εἰς τό διάστημα ἑνός ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Γιατί λοιπόν αὐτό τό τρομερόν ξάφνισμα; Διότι ἁπλούστατα ἔτσι διατάσσει μία ἄψυχη μηχανή, προβιβασθεῖσα εἰς Αὐτοκράτειραν τῆς ζωῆς μας.
Τά ἀποτελέσματα τῆς ἐθελοδουλείας αὐτῆς εἶνε γνωστά. Ἕνας ἄνθρωπος ἀφίνει στή μέση τήν ἐργασίαν του, κατά τήν πλέον κρίσιμον ἴσως στιγμήν της. Ἕνας ἄλλος διακόπτει ἀποτόμως μίαν ἀπόλαυσίν του, τήν ὁποίαν δέν εἶνε βέβαιον, ὅτι θά ξαναβρῇ καί αὔριον. Ἕνας ἄλλος πηγαίνει νά γευματίσῃ χωρίς νά ἔχῃ τήν παραμικροτέραν ὄρεξιν. Ἕνας ἄλλος πηγαίνει νά κοιμηθῇ, χωρίς νά νυστάζῃ. Ἕνας ἄλλος ἀφίνει τό κρεββάτι του ἐπάνω στόν γλυκύτερόν του ὕπνον. Ἕνας ἄλλος διακόπτει τόν περίπατόν του, χωρίς νά ἔχῃ κουρασθῇ καθόλου. Ἕνας ἄλλος τόν ἐξακολουθεῖ, σκοτωμένος ἀπό τήν κούρασιν, διότι τό ὡρολόγι του τόν ἐπληροφόρησεν ὅτι δέν ἐπερπάτησεν ἀρκετά. Ὅλοι μαζῇ κινοῦνται, ἐργάζονται, ἀναπαύονται, χουζουρεύουν, τρῶνε, πίνουν, ζοῦν τέλος πάντων, ὄχι κατά τήν ὄρεξίν των, κατά τάς δυνάμεις των, κατά τάς ἀνάγκας των, ἀλλά κατά τήν θέλησιν μιᾶς ἀψύχου μηχανῆς.
Τά ἀποτελέσματα; Εἶνε πολύ γνωστά. Καμμία ἐργασία δέν γίνεται τῆς προκοπῆς. Καμμία συνεχής καί ἐντατική προσπάθεια δέν παρατηρεῖται, πλέον γιά ἕνα ὡραῖον καί εὐγενῆ σκοπόν. Κανείς δέν ἀποδίδει ὅ,τι μπορεῖ νά ἀποδώσῃ. Κανείς δέν ἔχει τήν ὑγείαν του ὅπως θά μποροῦσε νά τήν ἔχῃ. Κανείς δέν χαίρεται τήν ζωήν του ὅπως θά μποροῦσε νά τήν χαρῇ. Ὅλοι οἱ μεγάλοι φυσικοί ρυθμισταί τῆς ζωῆς παρεχώρησαν τήν θέσιν των εἰς μίαν ἀθλίαν μηχανήν. Ρυθμιστής τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων ἔγινε τό ὡρολόγι. Καί μᾶς κυβερνᾶ ἀπό μέσα ἀπό τό τσεπάκι τοῦ γελέκου μας.
Ἄν ἐχρησίμευε τοὐλάχιστον γιά νά εἶνε κανείς ἀκριβής εἰς τά ραντεβού του. Ἀλλά ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν ὡρολόγια, τά κουρδίζουν, τά κανονίζουν, κάθε μεσημέρι, μέ τήν καμπάνα τῆς Μητροπόλεως, καί κανείς δέν φθάνει ποτέ στήν ὥραν, ποῦ τόν περιμένουν οἱ ἄλλοι, ἐνῷ ἡ γάτα, ποῦ δέν ἔχει ὡρολόγι φθάνει πάντοτε ἐγκαίρως καί στό γεῦμα τῶν κυρίων της καί στά κεραμίδια. Ἐκτός ὅμως ὅλων αὐτῶν… Ἀλλά τί ὥρα εἶνε, παρακαλῶ; Τέσσαρες περασμένες. Διάβολε! Πρέπει νά διακόψωμεν τό χρονογράφημα… Χαίρετε!

