ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Οἱ ψυχές στόν οὐρανό τῆς ἀθηναϊκῆς Ριβιέρας

Ὅταν ἄναψαν τά φῶτα, δέν μποροῦσα νά σηκωθῶ ἀπό τήν θέση μου

Κάποια δύναμη μέ κρατοῦσε καρφωμένο στήν ἀναπαυτική πολυθρόνα τοῦ σκηνοθέτη, στό θερινό σινεμά. Προσπαθοῦσα νά ἰσορροπήσω ἀνάμεσα στήν πραγματικότητα καί τήν ταινία πού μόλις εἶχε τελειώσει. Δέν θυμᾶμαι νά ἔχω νοιώσει τόσα συναισθήματα μέ ἄλλο φίλμ. Ἤθελα νά σηκωθῶ καί νά φωνάξω «Αὐτό εἶναι τό σινεμά! Ἡ τέχνη τῆς ψυχῆς, ἡ διέγερση τῶν συναισθημάτων!»… Ἤθελα νά φωνάξω «Σηκωθεῖτε ἀπό τί ὀθόνες καί τά διάφορα καταθλιπτικά “flix” καί γεμίστε τίς αίθουσες!». Κι ἀπ’ τήν ἄλλη, ἤθελα νά ἀνέβω στήν ὀθόνη καί νά φιλήσω τά χέρια τῆς Ὀλίβια Κόλμαν, τῆς πραγματικῆς ἡρωίδας τῆς τανίας «Ὁ πατέρας», τήν ὁποία μόλις εἴχαμε παρακολουθήσει.

Προσπαθοῦσα νά σηκωθῶ, ἀλλά μέ βάραιναν τόσα! Κατ’ ἀρχάς ἡ συγκλονιστική ἑρμηνεία ἐκείνου τοῦ μοναδικοῦ ἄρχοντα τῆς Οὐαλλίας, τοῦ μοναδικοῦ ἐπιζῶντος «τέρατος» τοῦ κινηματογράφου, τοῦ Ἄντονυ Χόπκινς, στόν ρόλο τοῦ πατέρα, πού βυθίζεται ἀργά, σάν νά βουτάει στόν βυθό, σέ βάθη ἀμέτρητα, ἐκεῖ πού δέν ἀκοῦς, δέν καταλαβαίνεις, μόνο βλέπεις! Ἤθελα νά σηκωθῶ, ἀλλά δέν μέ ἄφηνε ὁ ἦχος ἀπό τήν ἄρια ««je crois entendre encore» (νομίζω ὅτι μπορῶ ἀκόμη νά ἀκούσω…) ἀπό τούς «Ἁλιεῖς Μαργαριταριῶν» τοῦ Μπιζέ (ἦταν ἡ ἀγαπημένη μελωδία τοῦ πατέρα μου), ἦχος πού σέ βυθίζει καί σέ παρασύρει στόν ὅποιο βυθό… Ἐκεῖνος, ὁ πατέρας, πού ἔχει φθάσει στό δύσκολο στάδιο τῆς νόσου τῆς ἐποχῆς καί χάνει ὁλοταχῶς τήν ἐπαφή μέ τό περιβάλλον. Χάνει διαρκῶς πράγματα, ἰσχυρίζεται ὅτι τοῦ τά κλέβουν οἱ κυρίες πού τόν φροντίζουν, ψάχνει διαρκῶς τό ρολόι του, συγχέει τά πρόσωπα καί τά ταυτίζει μέ ἄλλα, τά ὁποῖα ἀνασύρει κατά βούληση ἡ καλπάζουσα πρός τά πίσω μνήμη. Εἶναι βέβαιο ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς θεατές ἔχουμε ζήσει τέτοιες καταστάσεις. Ἄλλος μέ τόν πατέρα του, ἄλλος μέ τήν μητέρα, ἄλλος μέ τά πεθερικά του, μέ τόν ἤ τήν σύντροφό του. Καί τόν σταυρό, τόν ὁποῖο καί ὁ πάσχων μεταφέρει, χωρίς ἐπίγνωση, ὅμως, τῆς καταστάσεως, ἐπωμίζεται ἡ θυγατέρα, τό μεγάλο θῦμα τῆς ὕπουλης ἀσθένειας, πού ταλαιπωρεῖ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους.

Κι ἐδῶ, σέ μιά ὀθόνη στήν ἀθηναϊκή Ριβιέρα, ὁ Γιῶργος Λαμπρινός μέ ἕνα χειρουργικῆς ἀκριβείας ἀλλά καί ἀσύλληπτης φαντασίας μοντάζ, «δένει» ἕνα δίωρο ἀφήγημα πηγαίνοντας ἀπό τό χώλ στήν κουζίνα κι ἀπό τό σαλόνι στήν τραπεζαρία! Δέν προλαβαίνεις νά ἀμυνθεῖς, τά χτυπήματα ἔρχονται τό ἕνα μετά τό ἄλλο, καθώς κυλάει ἡ ταινία. Χιλιάδες σκέψεις, συνεχῶς ἐναλλασσόμενα συναισθήματα. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἄν ὑπῆρχε δυνατότητα νά ἀνάψει ἕνας προβολέας καί νά δεῖ κανείς τά πάντα στόν οὐρανό, θά εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπό τούς κινηματογφράφους πού προβάλλουν τήν ταινία ἑκατομμύρια ψυχές πού ἔφυγαν χωρίς νά μπορέσουν νά μᾶς μιλήσουν, χωρίς νά μποροῦμε ἐμεῖς νά καταλάβουμε ἄν μᾶς ἄκουγαν καί ἄν ἐλάμβαναν τά μηνύματά μας, ὅταν εἶχαν βυθιστεῖ στά βάθη τοῦ ὠκεανοῦ τῆς μνήμης.

Δέν θά σηκωθεῖτε ἀμέσως ἀπό τή θέση σας.

Δέν θά φύγετε μέ τήν καρδιά πιό ἐλαφριά.

Δέν θά κοιμηθεῖτε ἀμέσως ὅταν γυρίσετε σπίτι.

Εἶναι, ὅμως, βέβαιο ὅτι ἡ ταινία θά ὠφελήσει πολλούς καί θά λυτρώσει ἀκόμη περισσότερους. Σᾶς παρακαλῶ νά τήν δεῖτε.

Απόψεις

Η χρονιά του Μπετόβεν, η χρονιά του Μεγάρου

Εφημερίς Εστία
Από τον Μπετόβεν και την Μάρθα Άργκεριχ μέχρι την Cleveland Orchestra, τον Θεόδωρο Κουρεντζή και τον Λεωνίδα Καβάκο, η νέα καλλιτεχνική περίοδος φιλοδοξεί να μετατρέψει την Αθήνα σε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του ευρωπαϊκού πολιτιστικού χάρτη

Ἑστία, Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Πρό 60 ετων: «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΙ ΖΑΡΝΤΙΝΙΕΡΕΣ» - «ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟΝ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ»

Βούλιαξαν τά «ἤρεμα νερά» καί ἔφεραν ἀπειλές καί ἔνταση

Εφημερίς Εστία
Κύπρος: Ἡ «ἀχίλλειος πτέρνα» τοῦ Αἰγαίου χωρίς νά τεθεῖ ὡς casus belli ἀπό Ἑλλάδα καί ΕΕ ‒ Τί θά συμβεῖ ἐάν σέ κρίση στό Αἰγαῖο ἡ Τουρκία κτυπήσει στήν Κύπρο;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ν. ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ: Ἀπό ποῦ κατάγονται οἱ ἰδέες

Εφημερίς Εστία
Γιά τόν γεωπολιτικό ρόλο τῆς Εὐρώπης τόν καιρό τῆς τεχνολογικῆς πολιτικῆς ΗΠΑ καί Κίνας, τήν τεράστια εὐθύνη τοῦ κράτους πρόνοιας ἀπέναντι στήν ΤΝ

Ὁ πάντα σωστά ἐνημερωμένος Σπύρος Χαλβατζῆς

Δημήτρης Καπράνος
Στά πρῶτα χρόνια τῆς Μεταπολιτεύσεως, τότε πού ὑπῆρχε ἄλλη δημοσιογραφία, ἄλλοι ἐκδότες καί ἄλλοι δημοσιογράφοι, οἱ ἀπογευματινές ἐφημερίδες ἔκλειναν τήν ὕλη τους γύρω στίς ὀκτώ τό πρωί