Μία Ἑλληνίς, ἀπόγονος… τῶν Σειρήνων τῆς «Ὀδυσσείας», κατέκτησε τήν ὑφήλιο μέ ἤχους ἀρχαίας λύρας!

Μία Ἑλληνίς, ἀπόγονος... τῶν Σειρήνων τῆς «Ὀδυσσείας», κατέκτησε τήν ὑφήλιο μέ ἤχους ἀρχαίας λύρας!

Στήν «Ὀδύσσεια» τοῦ Κρίστοφερ Νόλαν ἀκούεται μιά ἀρχαία ἑλληνική ἑπτάχορδος χέλυς λύρα (ἀπό καύκαλο χελώνης), πού ἑρμηνεύει μουσικῶς ἡ ἐκ Θεσσαλονίκης ὁρμωμένη Ρόζα Φραγκοράπτη.

Ἡ μουσικολόγος καί μουσικός, μέ κλασσικές σπουδές ἀρχικῶς, εὑρέθη ὡς μελετήτρια νά χρησιμοποιεῖ λύρα, δημιουργία τοῦ διακεκριμένου ὀργανοποιοῦ Νικολάου Μπρά, συνεργαζομένη μέ τόν βραβευθέντα μέ Ὄσκαρ συνθέτη Λούντβιχ Γκόρανσον

Ἡ «Σειρήν», πού μαγεύει τούς ἀπανταχοῦ τῆς ὑφηλίου θεατές τῆς πολυσυζητουμένης «Ὀδυσσείας» τοῦ Κρίστοφερ Νόλαν, εἶναι… Ἑλληνίς καί παίζει ἀρχαία ἑλληνική λύρα! Τό νέο ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέως στούς κινηματογράφους τοῦ πλανήτου ἔχει ἤδη ἐξασφαλίσει δύο ἐπιτυχίες, μία εἰσπρακτική καί μία ἐθνικῆς σημασίας, ἀφοῦ ἡ Ἑλλάς ὄχι μόνον ὡς ὄνομα ἀλλά καί ὡς μουσική, ἀποδιδομένη ἀπό ὄργανο παλαιόν ὅσον ἡ Ἱστορία της, «ταξιδεύει» αὐτόν τόν καιρό, μέσα ἀπό τό ὁμηρικό ἔπος, σέ σκοτεινές αἴθουσες στίς τέσσερεις ἄκρες τῆς ὑφηλίου.

  • Tοῦ Κώστα Σταμπέλου

Ἐκεῖ, ὡς ἦχος καί μουσική ἐπένδυσις, πίσω ὅμως ἀπό τίς εἰκόνες, ἀκούεται μιά ἀρχαία ἑλληνική ἑπτάχορδος χέλυς λύρα – τό μουσικό ὄργανο πού, συμφώνως μέ τόν μῦθο, ἐφηῦρε ὁ θεός Ἑρμῆς, ἀπό ἕνα καύκαλο χελώνας καί ἐδώρισε στόν Ἀπόλλωνα! Εἶναι οἱ μαγικές χεῖρες μιᾶς χαμογελαστῆς μουσικολόγου ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, πού «κεντοῦν» ὡς ὕφανση μελωδιῶν νότες μοναδικές στήν ἠχητική ἐπένδυση τῆς ταινίας. Πρόκειται γιά μιά συνεργασία μέ τόν ὀσκαρικό σκηνοθέτη τῆς «Ὀδυσσείας» καί τήν ὁμάδα του, πού ἐκκίνησε μέ μιά… μυστική κωδική ὀνομασία.

Ἀπό τό μυστικό ἠλεκτρονικό μήνυμα στούς φημισμένους χώρους ἐγγραφῆς ἤχου

Ὅπως ἐξιστορεῖ γιά τό δικό της, καλλιτεχνικοῦ χαρακτῆρος, ἔπος ἡ Ρόζα Φραγκοράπτη, «δέν γνώριζα ἐξ ἀρχῆς περί τίνος ἐπρόκειτο. Τό πρότζεκτ εἶχε κωδικό ὄνομα καί ἡ ἀρχική διερεύνηση ἀφοροῦσε ἁπλῶς στήν διαθεσιμότητά μου γιά κάποιες ἠχογραφήσεις μέσα στόν χειμῶνα. Ὅταν ἔφθασα στά Real World Studios, κοντά στό Μπάθ, στό Ἡνωμένο Βασίλειο, ἔμαθα ὅτι ἐπρόκειτο γιά τήν “Ὀδύσσεια”… Ἦταν μιά τεράστια καί ἐξαιρετικά εὐχάριστη ἔκπληξη». Ἡ ἐκ Θεσσαλονίκης ὁρμωμένη μουσικολόγος καί μουσικός, μέ τήν σπανία εἰδίκευση, εἶχε ἐπιτύχει, χωρίς κἄν νά τό κατανοήσει εἰς βάθος, μία ἀπίστευτο προσωπική ἀλλά καί ἐθνική ἐπιτυχία.

Πέραν καί πάνω ἀπό τόν μῦθο, ἡ πραγματικότης τῆς προσεκόμισε κάτι ἀναπάντεχο, ἀφοῦ ἕνα μοναδικό ἀρχαιοελληνικό μουσικό ὄργανο εὑρέθη σέ ἕνα «ταξίδι» ἀπό τά ἐργαστήρια τῆς Θεσσαλονίκης ἀπ᾿ εὐθείας στό ἐπίκεντρο τῶν μεγάλων παραγωγῶν τοῦ Χόλλυγουντ. Ἦταν τό ἀπρόσμενο, ὅπως εἶναι συνήθως κάθε τι θαυμαστό, πού ἡ μελετήτρια τῆς ἀρχαίας ἑπταχόρδου χέλυος λύρας ἐβίωσε, συνεργαζομένη μέ τό ὑπόλοιπο δυναμικό τῆς παραγωγῆς, ὥστε νά ἐπενδυθεῖ μουσικῶς ἡ πολυσυζητουμένη κινηματογραφική ταινία «Ὀδύσσεια» τοῦ 2026.

Πίσω ἀπό τούς ἤχους τοῦ ἀπωτάτου παρελθόντος, ἀρχεγόνους, ἀναβιουμένους ἀπό τίς χορδές τοῦ ἀρχαιοτρόπου ὀργάνου πού ἀκούει τό παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό, εὑρίσκεται, καί μάλιστα μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο, ἡ Ἑλλάς, ἀφοῦ ἡ Ἑλληνίς μουσικός, πού συνηργάσθη μέ τόν βραβευθέντα μέ Ὄσκαρ συνθέτη Λούντβιχ Γκόρανσον γιά τήν δημιουργία τοῦ πρωτοτύπου ἠχητικοῦ μέρους τῆς ταινίας, μᾶς ἔκανε ὑπερηφάνους, ἔστω καί ἄν ἡ ἰδία ἐλαχίστως ἀναφέρεται στήν σπουδαιότητα τῆς ἐπιλογῆς της.

Ἡ καλλιτέχνις περιγράφει τήν διαδρομή ἀπό τήν ἔρευνα καί τήν μελέτη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς μέχρι τά φημισμένα Real World Studios τῆς Ἀγγλίας καί τό κόκκινο χαλί τῆς λαμπρᾶς πρεμιέρας ὡς μιά… ταινία, πού ἐγράφη μέ τρόπο ἀναπάντεχο στήν σταδιοδρομία της.

Ἀναδίφησις στό παρελθόν τῆς ἀπολεσθείσης μουσικῆς ἱστορίας μας

Ἡ Ρόζα Φραγκοράπτη ἐκκίνησε τίς μουσικές της σπουδές ἀπό τό πιάνο, σέ ὠδεῖα καί στό Μουσικό Σχολεῖο Θεσσαλονίκης, πρίν ταξιδεύσει στήν Ἰταλία γιά σπουδές Μουσικολογίας. Ἐκεῖ ἦλθε σέ ἐπαφή μέ τά θεωρητικά κείμενα, τά εἰκονογραφικά στοιχεῖα καί τά διασωθέντα ἀποσπάσματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς, καί ἤρχισε τήν μελέτη της. Ὅπως ἐπεσήμανε, «ἡ ἔρευνά μας ἑστίασε στήν ἀνακατασκευή τῶν ὀργάνων καί στό πῶς μποροῦσαν νά ἀκούγονται, καθώς δέν ὑπάρχουν ἠχογραφήσεις ἀπό τήν ἀρχαιότητα», ἐνῷ γιά τό πῶς γίνεται αὐτό ἡ Ρόζα Φραγκοράπτη διευκρίνισε ὅτι «μελετᾶμε στοιχεῖα φιλολογίας, ἀγγειογραφίες καί μουσικά ἀποσπάσματα σέ συνεργασία μέ ἀρχαιομουσικολόγους, φιλολόγους καί ὀργανοποιούς».

Τό ὄργανο πού ἀκούεται ἀπό τήν ἰδία στήν μουσική ἐπένδυση τῆς ταινίας εἶναι μιά ἀνακατασκευή τῆς ἀρχαίας ἑπταχόρδου χέλυος λύρας, δημιουργία τοῦ διακεκριμένου ὀργανοποιοῦ Νικολάου Μπρά, βραβευμένου κατασκευαστῆ μουσικῶν ὀργάνων. «Ἡ χέλυς λύρα», ἐπεσήμανε ἡ μουσικός, «εἶναι μιά ἁπλῆ ἀλλά μαγευτική κατασκευή: ἀποτελεῖται ἀπό τό ἠχεῖο, δύο πῆχεις (μπράτσα), τόν ζυγό καί ἑπτά χορδές. Τό κλειδί γιά τόν χαρακτηριστικό της ἦχο εἶναι τό πλῆκτρο στό δεξί χέρι, μέ τό ὁποῖο κρούονται οἱ χορδές, ἐνῷ τό ἀριστερό χέρι μένει ἐλεύθερο χάρη στόν τελαμῶνα».

Ἡ συνεργασία μέ τόν βραβευμένο μέ Ὄσκαρ Λούντβιχ Γκόρανσον

Οἱ ἠχογραφήσεις ἐπραγματοποιήθησαν τόν περασμένο Φεβρουάριο σέ ἕνα κλίμα «ἀπόλυτης ἐλευθερίας ἀλλά καί μεγάλης σαφήνειας», ὅπως ἐπισημαίνει ἡ ἰδία ἡ σολίστ τοῦ ἱστορικοῦ ὀργάνου. Στό Ἡνωμένο Βασίλειο καί σέ ἕνα συγκρότημα-στούντιο ἠχογραφήσεως, πού ἱδρύθη ἀπό τόν θρυλικό Πῆτερ Γκάμπριελ στό παλαιό κτήριο Box Mill στό Wiltshire τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ρόζα Φραγκοράπτη συνηργάσθη μέ τόν πολυβραβευθέντα Σουηδό συνθέτη, παραγωγό, τραγουδοποιό Λούντβιχ Γκόρανσον. Ἡ ἰδιαιτέρα συνεργασία μέ τόν τιμηθέντα μέ Ὄσκαρ δημιουργό εἶναι κάτι πού θά ἐνθυμεῖται γιά ὅλη της τήν ζωή. Ἡ καλλιτέχνις τονίζει: «Πρόκειται γιά ἕναν μοναδικό, ἀνοιχτό, χῶρο ὅπου ἡ ἠχογράφηση καί ἡ ἐπεξεργασία συνέβαιναν ταυτόχρονα. Ὁ Λούντβιχ Γκόρανσον καί ὅλη ἡ ὁμάδα ἐργάζονταν μέ ὑποδειγματικό ὁμαδικό πνεῦμα, χωρίς ἱεραρχικές ἀποστάσεις, δείχνοντας βαθύ σεβασμό στά ὄργανα καί στόν ἰδιαίτερο ἦχο πού παράγουν».

Ἡ ἠχητική ἐπένδυσις τῆς «Ὀδυσσείας» στηρίζεται δομικῶς σέ ἀρχαιότροπα ὄργανα καί παραδοσιακές ἠχητικές φόρμες, ἤτοι τήν ἀρχαία λύρα, τόν διπλό αὐλό, τόν ὁποῖο ἐκτελεῖ ὁ Κάλουμ Ἄρμστρονγκ, τά φλάουτα τῆς ἰλλυρικῆς πολυφωνίας, τά φωνητικά, πληθώρα κρουστῶν καί στοιχεῖα συνθεσάιζερ. Ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἑλληνίς μουσικός, «αὐτό πού μέ συγκίνησε περισσότερο, ὅταν ἄκουσα τό τελικό ἀποτέλεσμα, στήν πρεμιέρα στό Λονδῖνο, ἦταν ἡ ἀπόλυτη ἠχητική πιστότητα. Ὁ συνθέτης καί οἱ μηχανικοί ἤχου σεβάστηκαν τόν φυσικό, ὠμό ἦχο τῶν ὀργάνων. Δέν ὑπάρχει καμμία παραμόρφωση, καί αὐτό πού ἀκούει ὁ θεατής στήν αἴθουσα εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἦχος πού βγάζουν τά ὄργανα ὅταν παίζουμε ζωντανά».

Περιγράφουσα τήν ἐμπειρία της στό κόκκινο χαλί τῆς πρεμιέρας ἀνάμεσα στούς πρωταγωνιστές καί τούς συντελεστές τῆς ταινίας, ἵσταται στήν ταπεινότητα πού διέκρινε τούς συντελεστές μιᾶς τόσο μεγάλης παραγωγῆς. Ἡ κ. Φραγκοράπτη ὑπογραμμίζει μάλιστα: «Ἦταν στήν πρεμιέρα ὅταν καί συνειδητοποιήσαμε πραγματικά τό μέγεθος τοῦ ἐγχειρήματος. Παρά τήν λαμπρότητα τῆς διοργάνωσης, τόσο ὁ συνθέτης ὅσο καί ὁ σκηνοθέτης ἦταν ἄνθρωποι ἐξαιρετικά ἁπλοῖ καί ταπεινοί. Μᾶς εὐχαρίστησαν θερμά γιά τήν συμβολή μας, κι ἐμεῖς ἀπό τήν πλευρά μας τούς εὐχαριστήσαμε γιά τήν τόλμη νά βασίσουν τό σάουντρακ μιᾶς τέτοιας ταινίας σέ ὄργανα πού βρίσκονται ἀκόμη σέ στάδιο ἐρευνητικῆς ἀναβίωσης».

Πῶς ὅμως ἀποτιμᾶ συνολικῶς τήν συμμετοχή της σέ ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα κινηματογραφικά γεγονότα; Ἡ κ. Φραγκοράπτη ἐπέλεξε νά συμπυκνώσει τά συναισθήματά της σέ λίγες προτάσεις, λέγουσα: «Εἶμαι βαθειά εὐγνώμων. Αὐτό ἔχω νά πῶ. Ἦταν μιά ἀληθινή εὐλογία. Γιά τόν τρόπο πού ἔγινε, τήν χρονική στιγμή πού συνέβη καί τήν δημιουργική συνάντηση ἀνθρώπων καί πολιτισμῶν γύρω ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική μουσική κληρονομιά!».

ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΜΕΝΟΥΣ!

Ὁ Μᾶνος Χατζιδάκις, ὡς εὐγενής ἱππότης ἑνός κόσμου ὀνειρικοῦ, πού ὁμοιάζει ὅλον καί ὀλιγώτερον πρός τήν γενικευομένη βαρβαρότητα πού βιώνουμε στίς ἡμέρες μας, ἀπαντῶν σέ ἐρώτηση συνεντεύξεως περί τοῦ «Ποιά εἶναι ἡ βασικώτερη διαφορά ἑνός πεινασμένου ἀπό ἕναν χορτᾶτο πνευματικά ἄνθρωπο;», ἔφα: «Ἄν ἐννοεῖτε χορτασμένους τούς πληροφορημένους, συμφωνῶ. Δέ σᾶς κρύβω ὅμως ὅτι πιστεύω καί στούς πεινασμένους πνευματικά, πού, ἄν τυχόν τούς δώσεις σέ συνέχειες ἕνα καλομαγειρεμένο φαγητό, συνηθίζουν σέ αὐτό καί δέν τρῶνε ὁτιδήποτε.

Συχνά, προτιμοῦν νά μείνουν νηστικοί». Καί ἐσυνέχισε λέγων πολύ διαφωτιστικῶς: «Ὁ πεινασμένος πνευματικά ἔχει ἀνάγκη τίς ἰδεολογίες, τούς ἄρχοντες, τούς καθοδηγητές. Χωρίς αὐτούς δέν ξέρει ποῦ πατᾶ καί ποῦ βρίσκεται. Ὁ χορτασμένος εἶναι κριτής τῆς τροφῆς καί τῶν ὁραμάτων πού τοῦ σερβίρουν. Ἄρα, ἐπικίνδυνος γιατί δέν τρώει ὁτιδήποτε. Γι᾿αὐτό καί οἱ ἄρχοντες δέ θέλουν δίπλα τους μορφωμένους, καλλιεργημένους, εὐαίσθητους. Γιατί γίνονται, τίς περισσότερες φορές, ὁ καθρέφτης τῆς ἀσχήμιας τους».

Advertisement 1
















Advertisement 4

Κεντρικό θέμα